GuidePedia

0


Βασιλης Διαμαντακος 
Οι ήττες στη Βραζιλία και στη Σερβία αναδεικνύουν τα όρια της επιρροής των μεγάλων δυνάμεων. Γιατί, όμως, η ξένη υποστήριξη κοστίζει σε ορισμένες κάλπες και αποδίδει σε άλλες; Το κλειδί βρίσκεται στην πίεση, στην ασφάλεια και στο οικονομικό όφελος.

Μπορεί η υποστήριξη μιας υπερδύναμης να αποδυναμώσει τον υποψήφιο που υποτίθεται ότι βοηθά; Οι εκλογικές ανατροπές στη Βραζιλία και στη Σερβία επαναφέρουν το ερώτημα, χωρίς να προσφέρουν μια απλή, καθολική απάντηση.

Στις 25 Οκτωβρίου, ο Φλάβιο Μπολσονάρου ηττήθηκε από τον Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, παρά τις πολιτικές σχέσεις της οικογένειάς του με τον Ντόναλντ Τραμπ. Την ίδια ημέρα, ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς, τον οποίο είχε στηρίξει ο Βλαντίμιρ Πούτιν, αναγνώρισε την ήττα του απέναντι στη φοιτητική αντιπολίτευση στη Σερβία.

Η εύκολη ανάγνωση είναι ότι οι ξένες «ευλογίες» έγιναν εκλογικά τοξικές. Η προσεκτικότερη ερμηνεία είναι ότι οι ψηφοφόροι αξιολογούν τι κάνει η ξένη δύναμη στη δική τους χώρα — και ποιος μπορεί να διαχειριστεί αυτή τη σχέση.

Άλλο η υπόσχεση προστασίας ή χρηματοδότησης και άλλο οι δασμοί, οι απειλές και η πίεση στους θεσμούς.

Η Βραζιλία και το χαρτί της εθνικής κυριαρχίας

Η βραζιλιάνικη περίπτωση προσφέρεται για την εξέταση αυτού του μηχανισμού.

Οι εμπορικές πιέσεις της κυβέρνησης Τραμπ και η αμερικανική στάση απέναντι στην οικογένεια Μπολσονάρου επέτρεψαν στον Λούλα να παρουσιάσει την αναμέτρηση και ως ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας.

Αυτό μπορεί να μεταβάλει το πολιτικό πεδίο μιας εκστρατείας. Ένας πρόεδρος που καλείται να απολογηθεί για την ακρίβεια και τις αδυναμίες της διακυβέρνησής του αποκτά τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως υπερασπιστής της χώρας απέναντι σε εξωτερική πίεση.

Δεν αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι η παρέμβαση Τραμπ προκάλεσε την ήττα Μπολσονάρου. Το κόστος ζωής, οι προεκλογικές δεσμεύσεις, η κομματική κινητοποίηση και η συμμετοχή επηρέασαν επίσης την αναμέτρηση.

Η πιο περιορισμένη —και περισσότερο υπερασπίσιμη— εκτίμηση είναι ότι η αμερικανική πίεση προσέφερε στον Λούλα ένα ισχυρό μήνυμα συσπείρωσης. 

Η επίδραση μπορεί να βρίσκεται στους αναποφάσιστους

Μια ξένη παρέμβαση δεν χρειάζεται να μεταπείσει τον σκληρό πυρήνα των ψηφοφόρων για να επηρεάσει μια αμφίρροπη εκλογή.

Μπορεί να κινητοποιήσει πολίτες που διαφορετικά θα απείχαν, να ενισχύσει την προσέλευση ενός στρατοπέδου ή να αλλάξει τις προτεραιότητες των λιγότερο δεσμευμένων ψηφοφόρων.

Αυτός είναι ο πιθανός μηχανισμός της «εκλογικής ποινής του προστάτη»: ο υποψήφιος επιβαρύνεται όταν η σχέση του με έναν ξένο ηγέτη αρχίζει να συνδέεται με κόστος για τη χώρα του.

Για να μετρηθεί αυτή η επίδραση, όμως, χρειάζονται στοιχεία για τις μετακινήσεις και τα κίνητρα των ψηφοφόρων. Η χρονική συνύπαρξη εξωτερικής πίεσης και εκλογικής ήττας δεν αρκεί ως απόδειξη αιτιότητας.

Σερβία: Η ήττα Βούτσιτς δεν σημαίνει απόρριψη της Ρωσίας

Η Σερβία δείχνει γιατί η ερμηνεία χρειάζεται προσοχή.

Η φοιτητική κινητοποίηση αναπτύχθηκε γύρω από τη διαφθορά, τη λειτουργία των θεσμών και την απαίτηση λογοδοσίας μετά την κατάρρευση του στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ.

Οι διαδηλώσεις και η εκλογική αλλαγή είχαν ισχυρό εσωτερικό περιεχόμενο. Η στήριξη Πούτιν δεν προστάτευσε τον Βούτσιτς από τη φθορά, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει ότι ήταν η αιτία της ήττας του.

Η απομάκρυνση ενός πολιτικού που διατηρεί στενές σχέσεις με τη Μόσχα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή στρατηγικού προσανατολισμού της χώρας.

Η επόμενη σερβική κυβέρνηση θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει την ανάγκη διαχείρισης σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Ρωσία και την Κίνα. Οι δεσμοί και οι εξαρτήσεις των κρατών δεν εξαφανίζονται με μία εκλογική αναμέτρηση.

Καναδάς και Αυστραλία: Όταν ο εξωτερικός παράγοντας αλλάζει τη συζήτηση

Οι εκλογές του 2025 στον Καναδά και στην Αυστραλία ενισχύουν τη συζήτηση για το πολιτικό κόστος της σύνδεσης με τον Τραμπ.

Στον Καναδά, ο εμπορικός πόλεμος και η ρητορική περί «51ης πολιτείας» έφεραν την εθνική κυριαρχία στο επίκεντρο της εκστρατείας. Στην Αυστραλία, η σύγκριση του Πίτερ Ντάτον με τον Αμερικανό πρόεδρο αποτέλεσε μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Οι περιπτώσεις διαφέρουν μεταξύ τους. Δεν τεκμηριώνουν έναν ενιαίο κανόνα ούτε επιτρέπουν να αποδοθούν οι ήττες αποκλειστικά στην αμερικανική επιρροή.

Δείχνουν, όμως, έναν κίνδυνο: όταν μια ξένη κυβέρνηση πιέζει μια χώρα, η ιδεολογική εγγύτητα προς αυτήν μπορεί να μετατραπεί από πλεονέκτημα σε βάρος.
Γιατί στην Πολωνία και στην Αργεντινή η εικόνα διαφέρει

Οι επιτυχίες πολιτικών που είχαν αμερικανική στήριξη στην Πολωνία και στην Αργεντινή εμποδίζουν τη γενίκευση ότι η εύνοια Τραμπ οδηγεί σε ήττα.

Όταν οι ψηφοφόροι συνδέουν τις ΗΠΑ με προστασία απέναντι σε μια κοντινή απειλή ή με οικονομική βοήθεια, η εξωτερική υποστήριξη μπορεί να ερμηνευθεί θετικά.

Το ερώτημα αλλάζει: από το εάν η χώρα υφίσταται πίεση, στο εάν ο συγκεκριμένος υποψήφιος μπορεί να εξασφαλίσει ασφάλεια, κεφάλαια ή ευνοϊκότερη μεταχείριση.

Η ίδια δημόσια δήλωση υποστήριξης μπορεί επομένως να αποκτήσει αντίθετο νόημα σε διαφορετικά εκλογικά σώματα.

Οι τρεις συνθήκες που κάνουν τη στήριξη βάρος

Ως αναλυτική υπόθεση, ο κίνδυνος εκλογικού κόστους αυξάνεται όταν συνυπάρχουν τρεις παράγοντες:Η ξένη δύναμη ασκεί ορατή πίεση στην οικονομία ή στους θεσμούς της χώρας.
Ο υποστηριζόμενος υποψήφιος δυσκολεύεται να εμφανιστεί ως ανεξάρτητος διαπραγματευτής.
Ο αντίπαλός του μπορεί πειστικά να διεκδικήσει τον ρόλο του υπερασπιστή της εθνικής κυριαρχίας.

Πρόκειται για πλαίσιο ερμηνείας, όχι για στατιστικά αποδεδειγμένο μοντέλο πρόβλεψης.

Σημαντικό ρόλο εξακολουθούν να παίζουν η κυβερνητική φθορά, η οικονομία, η αξιοπιστία των υποψηφίων και η οργάνωση της εκστρατείας.
Πώς μπορούν να προσαρμοστούν οι μεγάλες δυνάμεις;

Μια πιθανή προσαρμογή είναι η λιγότερο δημόσια πολιτική στήριξη, μέσω δικτύων, επαφών και οικονομικών κινήσεων που δεν εμφανίζονται ως προσωπική παρέμβαση υπέρ υποψηφίου.

Μια δεύτερη διαδρομή είναι η μετεκλογική κλιμάκωση: αμφισβήτηση αποτελεσμάτων, νέοι δασμοί ή κυρώσεις. Σε αυτή την περίπτωση, μια αποτυχημένη πολιτική επένδυση μπορεί να εξελιχθεί σε διακρατική κρίση.

Η τρίτη επιλογή είναι η προσαρμογή στο αποτέλεσμα, με συνεργασία με τον νικητή παρά τις προηγούμενες προτιμήσεις.

Οι τρεις διαδρομές δεν είναι ισοδύναμες. Η πρώτη επιδιώκει να περιορίσει την πολιτική έκθεση, η δεύτερη αυξάνει το κόστος της σύγκρουσης και η τρίτη δίνει προτεραιότητα στα διακρατικά συμφέροντα.

Το βασικό δίδαγμα είναι ότι η επιρροή έχει όρια. Μια μεγάλη δύναμη μπορεί να προσφέρει στήριξη σε έναν υποψήφιο· δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι οι πολίτες θα αποδεχθούν και το κόστος που συνοδεύει αυτή τη σχέση.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top