Πώς η Ayandeh Bank πυροδότησε την εξέγερση στο Ιράν
Η πιο ισχυρή ένδειξη ότι το Ιράν όδευε προς κατάρρευση δεν προήλθε από την καταπιεσμένη οργή της αντιπολίτευσης ή τις ματαιωμένες προσδοκίες των νέων που διεκδικούν περισσότερη προσωπική ελευθερία. Ήρθε από την κατάρρευση μιας τράπεζας.
Στα τέλη του περασμένου έτους, η Ayandeh Bank —διοικούμενη από πρόσωπα προσκείμενα στο καθεστώς και επιβαρυμένη με ζημιές σχεδόν 5 δισ. δολαρίων από ένα χαρτοφυλάκιο επισφαλών δανείων— κατέρρευσε.
Η κυβέρνηση απορρόφησε το «κουφάρι» της σε κρατική τράπεζα και τύπωσε τεράστιες ποσότητες χρήματος σε μια προσπάθεια να καλύψει τις ζημιές.
Το πρόβλημα θάφτηκε προσωρινά, αλλά δεν λύθηκε.
Αντίθετα, η χρεοκοπία της Ayandeh εξελίχθηκε σε σύμβολο και καταλύτη μιας οικονομικής αποσύνθεσης που τελικά πυροδότησε τις διαδηλώσεις οι οποίες σήμερα συνιστούν τη σοβαρότερη απειλή για το καθεστώς από την ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας πριν από μισό αιώνα.
Η κατάρρευση αποκάλυψε με ωμό τρόπο ότι το ιρανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα —καταπονημένο από χρόνια κυρώσεων, κακής πιστοδότησης και εξάρτησης από πληθωριστικό χρήμα— είχε καταστεί βαθιά αφερέγγυο και χωρίς ρευστότητα. Τουλάχιστον πέντε ακόμη τράπεζες θεωρούνται εξίσου ευάλωτες.
Η κρίση στο χειρότερο δυνατό timing
Η κρίση ξέσπασε τη χειρότερη δυνατή στιγμή. Η αξιοπιστία της ιρανικής κυβέρνησης είχε ήδη δεχθεί σοβαρό πλήγμα από τον 12ήμερο πόλεμο με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ τον Ιούνιο, που κατέδειξε την αδυναμία της να προστατεύσει τον πληθυσμό της.
Παράλληλα, η ηγεσία αρνήθηκε να υποχωρήσει στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα, απομακρύνοντας κάθε προοπτική άρσης κυρώσεων.
Τον Νοέμβριο, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ απείλησαν με νέα πλήγματα εάν το Ιράν επιχειρούσε να ανασυγκροτήσει το βαλλιστικό ή το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Το ήδη πιεσμένο νόμισμα της χώρας, το ριάλ, εισήλθε σε νέα καθοδική δίνη, χωρίς ουσιαστικά μέσα αναχαίτισης.
Οι αμερικανικές ενέργειες επιβολής κυρώσεων απέκοψαν το Ιράν από τη ζωτικής σημασίας ροή δολαρίων μέσω Ιράκ, περιόρισαν δραστικά τα έσοδα σε σκληρό νόμισμα από τις εξαγωγές πετρελαίου και «πάγωσαν» τα συναλλαγματικά αποθέματα στο εξωτερικό.
Ύστερα από δεκαετίες αυτοσχέδιων λύσεων και αδιαφανών χρηματοροών για τη διατήρηση μιας πληγωμένης οικονομίας σε λειτουργία, η Τεχεράνη βρέθηκε σε αδιέξοδο.
Δεν διέθετε πλέον εργαλεία για να αντιμετωπίσει τη διογκούμενη κρίση ή να καλύψει τις ανάγκες ενός ολοένα πιο απελπισμένου πληθυσμού. Εκατοντάδες έμποροι —μια κοινωνική ομάδα που παραδοσιακά απέχει από τις μαζικές διαδηλώσεις— κατέβηκαν στους δρόμους της Τεχεράνης ζητώντας ανακούφιση.
«Επρόκειτο για μια εξαιρετικά διασυνδεδεμένη και διεφθαρμένη τράπεζα, κάτι που υπογράμμισε ότι το ίδιο το τραπεζικό σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός πλουτισμού των καλά συνδεδεμένων», δήλωσε ο Adnan Mazarei, πρώην αναπληρωτής διευθυντής του τμήματος Μέσης Ανατολής και Κεντρικής Ασίας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Όπως σημείωσε, η κατάρρευση προστέθηκε σε «ένα κρεσέντο απώλειας νομιμοποίησης του καθεστώτος μετά την ισραηλινή επίθεση».
Η Ayandeh Bank και οι δεσμοί με την εξουσία
Η Ayandeh Bank ιδρύθηκε το 2013 από τον Ali Ansari, Ιρανό επιχειρηματία που συγχώνευσε δύο κρατικές τράπεζες με μια τρίτη που είχε ιδρύσει ο ίδιος.
Προερχόμενος από μία από τις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας, διαθέτει πολυτελή έπαυλη στο βόρειο Λονδίνο και θεωρείται πολιτικά προσκείμενος στον πρώην συντηρητικό πρόεδρο Mahmoud Ahmadinejad.
Το Ηνωμένο Βασίλειο επέβαλε κυρώσεις στον Ansari πέρυσι, λίγες ημέρες μετά την κατάρρευση της Ayandeh, χαρακτηρίζοντάς τον «διεφθαρμένο Ιρανό τραπεζίτη και επιχειρηματία» που βοήθησε στη χρηματοδότηση των Φρουρών της Επανάστασης.
Ο ίδιος, σε δήλωσή του τον Οκτώβριο, απέδωσε την αποτυχία της τράπεζας σε «αποφάσεις και πολιτικές πέραν του ελέγχου της».
Η Ayandeh προσέφερε τα υψηλότερα επιτόκια στην ιρανική αγορά, προσελκύοντας εκατομμύρια καταθέτες και δανειζόμενη μαζικά από την κεντρική τράπεζα, η οποία τύπωνε χρήμα για να τη διατηρεί στη ζωή. Όπως και άλλες προβληματικές τράπεζες, είχε τεράστιο όγκο μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Η μεγαλύτερη επένδυσή της ήταν το Iran Mall, που άνοιξε το 2018 —ένα έργο ακραίας πολυτέλειας, σε πλήρη αντίθεση με τη στασιμότητα της υπόλοιπης οικονομίας.
Διπλάσιο σε μέγεθος από το Πεντάγωνο, το συγκρότημα περιλαμβάνει κινηματογράφο IMAX, βιβλιοθήκη, πισίνες, αθλητικές εγκαταστάσεις, εσωτερικούς κήπους, εκθεσιακό χώρο αυτοκινήτων και αίθουσα κατόπτρων εμπνευσμένη από περσικό αυτοκρατορικό παλάτι του 16ου αιώνα.
Σύμφωνα με οικονομολόγους και Ιρανούς αξιωματούχους, το έργο αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτοχρηματοδότησης: η τράπεζα δάνειζε ουσιαστικά τις ίδιες τις εταιρείες του ιδιοκτήτη της.
Όταν κατέρρευσε, το ημιεπίσημο πρακτορείο Tasnim ανέφερε ότι πάνω από το 90% των πόρων της ήταν δεσμευμένοι σε έργα υπό τη δική της διαχείριση.
Ένα σύστημα στα όρια
Η Ayandeh βρισκόταν για χρόνια στο στόχαστρο πολιτικών, συντηρητικών και μεταρρυθμιστών, που ζητούσαν το κλείσιμό της, προειδοποιώντας ότι η στήριξή της από την κεντρική τράπεζα τροφοδοτούσε τον πληθωρισμό.
Τον Οκτώβριο, ο επικεφαλής της δικαιοσύνης Gholamhossein Mohseni-Ejei κάλεσε δημόσια την κεντρική τράπεζα να παρέμβει, απειλώντας με νομικά μέτρα. Την επόμενη ημέρα ανακοινώθηκε η διάλυση της τράπεζας.
Το κράτος ανέλαβε τα χρέη της και την υποχρέωσε να συγχωνευθεί με τη μεγαλύτερη κρατική τράπεζα, την Bank Melli.
Σύμφωνα με οικονομολόγους, τουλάχιστον πέντε ακόμη τράπεζες, μεταξύ τους και η Bank Sepah, αντιμετωπίζουν παρόμοιο κίνδυνο.
Ο διευθυντής εποπτείας τραπεζών της κεντρικής τράπεζας χαρακτήρισε πέρυσι την Ayandeh «σχήμα Ponzi».
Για πολλούς Ιρανούς, συμβόλιζε ένα σύστημα που διοχέτευσε τους λιγοστούς πόρους σε μια προνομιούχα ελίτ.
Οικονομική κατάρρευση και κοινωνική έκρηξη
Το ριάλ έχασε το 84% της αξίας του έναντι του δολαρίου το 2025, ενώ οι τιμές τροφίμων αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό 72%. Οι μισθοί δεν ακολούθησαν.
Καταστηματάρχες αδυνατούσαν να τιμολογήσουν προϊόντα, εισαγωγείς κατέγραφαν ζημιές πριν καν πουλήσουν. «Η ιρανική μεσαία τάξη έχει καταστραφεί», δήλωσε 43χρονη καλλιτέχνιδα από την Τεχεράνη.
Παράλληλα, η κυβέρνηση προώθησε σκληρά μέτρα λιτότητας, περικόπτοντας επιδοτήσεις ύψους 10 δισ. δολαρίων, καταργώντας ευνοϊκές ισοτιμίες εισαγωγών και μειώνοντας επιδοτήσεις στο ψωμί και τα καύσιμα.
Οι διαδηλώσεις ξέσπασαν στα τέλη του έτους και εξαπλώθηκαν σε δεκάδες πόλεις, παρά το μπλακάουτ στο διαδίκτυο και την αιματηρή καταστολή, με εκατοντάδες νεκρούς σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ό,τι κι αν συμβεί με τις κινητοποιήσεις, η πίεση στο καθεστώς από τα βαθιά, δομικά οικονομικά προβλήματα και τις εξωτερικές πιέσεις δεν πρόκειται να εκλείψει.
«Αν μπορούσαν να ξοδέψουν για να βγουν από την κρίση, θα το είχαν ήδη κάνει», σημείωσε ο Erik Meyersson, επικεφαλής στρατηγικής αναδυόμενων αγορών στη SEB.
«Το γεγονός ότι κατέφυγαν σε τέτοια βία δείχνει πόσο δύσκολη έχει γίνει η κατάσταση για το καθεστώς».
πηγήΟι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.