GuidePedia

0

Η ευθύνη για την αποτυχία ασφαλείας, η Γάζα και η αβέβαιη κοινοβουλευτική πλειοψηφία καθορίζουν την επόμενη ημέρα

Μαριάννα Γαλανοπούλου
Περίπου 7,3 εκατομμύρια Ισραηλινοί προσέρχονται σήμερα Τρίτη (27/10) στις κάλπες, στις πρώτες βουλευτικές εκλογές μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, η αναμέτρηση αποτελεί κρίσιμη δοκιμασία έπειτα από σχεδόν τρία χρόνια πολέμων, κοινωνικής πόλωσης και διεθνούς κριτικής.

Η ψηφοφορία εξελίσσεται σε μια άτυπη «ψήφο εμπιστοσύνης» προς τον πρωθυπουργό, καθώς οι πολίτες καλούνται να αξιολογήσουν τόσο την αποτυχία αποτροπής της επίθεσης όσο και τη στρατιωτική απάντηση που ακολούθησε. Στο επίκεντρο βρίσκονται επίσης η διαχείριση του πολέμου στη Γάζα, οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και η αντιπαράθεση για τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.

Ο Νετανιάχου προβάλλει την εμπειρία του και τα στρατιωτικά αποτελέσματα των τελευταίων ετών ως εγγύηση για την ασφάλεια της χώρας. Απέναντί του, ο πρώην αρχηγός του γενικού επιτελείου των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ επιχειρεί να συσπειρώσει όσους ζητούν αλλαγή ηγεσίας και διερεύνηση των ευθυνών για την 7η Οκτωβρίου.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν αμφίρροπη αναμέτρηση, χωρίς εξασφαλισμένη πλειοψηφία για κανένα από τα δύο βασικά στρατόπεδα. Το αποτέλεσμα, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο στην κάλπη, αλλά και στις διαπραγματεύσεις που θα ακολουθήσουν για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Η 7η Οκτωβρίου στοιχειώνει την προεκλογική εκστρατεία

Η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, κατά την οποία σκοτώθηκαν περίπου 1.200 άνθρωποι και 251 απήχθησαν, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη αποτυχία ασφαλείας στην ιστορία του σύγχρονου Ισραήλ. Ο αιφνιδιασμός των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών και των ενόπλων δυνάμεων κλόνισε την εμπιστοσύνη στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.

Η αντιπολίτευση θεωρεί ότι η χώρα χρειάζεται πλήρη διερεύνηση των παραλείψεων που επέτρεψαν στη Χαμάς να εξαπολύσει την επίθεση. Έχει δεσμευτεί να προωθήσει τη συγκρότηση κρατικής επιτροπής έρευνας, ώστε να αποσαφηνιστούν οι ευθύνες και να εξεταστούν οι αποφάσεις που προηγήθηκαν της καταστροφής.

Ο Νετανιάχου, από την πλευρά του, αποφεύγει να αποδεχθεί την αποκλειστική πολιτική ευθύνη και υπογραμμίζει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν. Η στάση του απέναντι στο αίτημα για ανεξάρτητη έρευνα έχει εξελιχθεί σε ένα από τα βασικά σημεία αντιπαράθεσης της προεκλογικής περιόδου.

Για τους επικριτές του, η λογοδοσία δεν μπορεί να αναβάλλεται επ’ αόριστον. Για τους υποστηρικτές του, η προτεραιότητα παραμένει η αντιμετώπιση των απειλών και η αποτροπή νέων επιθέσεων.

Ο Νετανιάχου ποντάρει στην ασφάλεια και στον Τραμπ

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός στηρίζει την εκστρατεία του στην εικόνα του έμπειρου ηγέτη που μπορεί να διαχειριστεί τις απειλές σε πολλαπλά μέτωπα. Προβάλλει τα πλήγματα κατά της Χαμάς στη Γάζα και της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, ενώ επιμένει ότι η αντιμετώπιση του Ιράν παραμένει κεντρική προτεραιότητα.

Η σχέση του με τον Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί επίσης σημαντικό στοιχείο της επιχειρηματολογίας του. Ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε δημόσια την υποστήριξή του στον Νετανιάχου πριν από την ψηφοφορία, παρέμβαση που προσφέρει στον πρωθυπουργό ένα ισχυρό διεθνές επιχείρημα προς το εκλογικό σώμα.

Ο Νετανιάχου έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων στρατιωτικών ενεργειών κατά του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι η απειλή δεν έχει εξαλειφθεί. Η προοπτική αυτή αναδεικνύει το ευρύτερο περιφερειακό διακύβευμα των εκλογών, καθώς οι επιλογές της επόμενης κυβέρνησης θα επηρεάσουν τις σχέσεις του Ισραήλ με την Ουάσιγκτον και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, ο πρωθυπουργός βρίσκεται αντιμέτωπος με δίκες για υποθέσεις διαφθοράς, τις οποίες αρνείται. Οι υποθέσεις αυτές, μαζί με τις επιθέσεις του κατά της δικαστικής εξουσίας, τροφοδοτούν την κριτική ότι η παραμονή του στην εξουσία συνδέεται και με την προσωπική πολιτική του επιβίωση.
Γάζα και Δυτική Όχθη στο επίκεντρο της διεθνούς κριτικής

Η διεθνής εικόνα του Ισραήλ έχει επιβαρυνθεί από τις συνέπειες του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας. Οι εκτεταμένες καταστροφές, οι απώλειες αμάχων και οι μαζικοί εκτοπισμοί έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, ενώ η ισραηλινή στρατιωτική δράση βρίσκεται στο επίκεντρο διπλωματικών και νομικών αντιπαραθέσεων.

Στη Δυτική Όχθη, η επέκταση των ισραηλινών οικισμών και η βία εποίκων εντείνουν τις εντάσεις με τους Παλαιστινίους. Οι ακροδεξιοί κυβερνητικοί εταίροι του Νετανιάχου, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και Μπεζαλέλ Σμότριτς, έχουν υποστηρίξει σκληρές πολιτικές απέναντι στους Παλαιστινίους, περιλαμβανομένων προτάσεων για την απομάκρυνσή τους από τη Γάζα και την ενίσχυση του εποικισμού.

Η αντιπολίτευση εκτιμά ότι η σημερινή πολιτική έχει επιβαρύνει τις διεθνείς σχέσεις της χώρας και έχει περιορίσει τα περιθώρια διπλωματικών ελιγμών. Ωστόσο, δεν προτείνει ενιαία γραμμή σε όλα τα ζητήματα: αρκετοί από τους βασικούς αντιπάλους του Νετανιάχου υποστηρίζουν επίσης σκληρή στάση απέναντι στους περιφερειακούς αντιπάλους του Ισραήλ και απορρίπτουν την άμεση ίδρυση παλαιστινιακού κράτους.

Ο Άιζενκοτ και το στοίχημα της αντιπολίτευσης

Ο Γκάντι Άιζενκοτ επιχειρεί να εμφανιστεί ως αξιόπιστη εναλλακτική, συνδυάζοντας τη στρατιωτική του εμπειρία με την υπόσχεση για πιο υπεύθυνη διακυβέρνηση. Δίνει έμφαση στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, στην κρατική λογοδοσία και στην ανάγκη να μετατραπούν οι στρατιωτικές επιτυχίες σε σαφείς και επιτεύξιμους πολιτικούς στόχους.

Η αντιπολίτευση, ωστόσο, δεν κατεβαίνει στις εκλογές ως ενιαίο κόμμα. Ο Γκάντι Άιζενκοτ ηγείται του Yashar, ενώ ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ βρίσκεται επικεφαλής της κοινής εκλογικής λίστας B’Yachad, με τον Γιαΐρ Λαπίντ στη δεύτερη θέση. Στο ευρύτερο αντιπολιτευτικό στρατόπεδο συμμετέχουν επίσης ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν, επικεφαλής του Yisrael Beiteinu, και ο Γιαΐρ Γκολάν, ηγέτης των Δημοκρατών.

Οι πέντε πολιτικοί έχουν δεσμευτεί να συνεργαστούν με στόχο την απομάκρυνση του Νετανιάχου, παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους. Η συμφωνία τους ενισχύει την προσπάθεια συσπείρωσης, αλλά δεν εξαλείφει τις δυσκολίες που θα προκύψουν εάν χρειαστεί να μοιραστούν την εξουσία και να συμφωνήσουν σε ένα κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα.

Η μάχη των 61 εδρών

Η Κνεσέτ διαθέτει 120 έδρες και η συγκρότηση κυβέρνησης απαιτεί την εξασφάλιση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας 61 βουλευτών. Οι Ισραηλινοί ψηφίζουν κόμματα και όχι απευθείας πρωθυπουργό, ενώ το εκλογικό όριο για την είσοδο στη Βουλή είναι 3,25%.

Οι δημοσκοπήσεις δεν δίνουν σε κανένα από τα δύο βασικά στρατόπεδα σαφές προβάδισμα προς την πλειοψηφία. Έτσι, καθοριστική θα είναι η επίδοση των μικρότερων κομμάτων, καθώς και το ποιοι συνδυασμοί θα μπορέσουν να συμφωνήσουν σε κυβερνητική συνεργασία.

Ρόλο μπορεί να διαδραματίσουν και τα αραβικά κόμματα, που εκπροσωπούν περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού. Η συμμετοχή των Αράβων πολιτών του Ισραήλ έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η δυσαρέσκεια για τις διακρίσεις και την εγκληματικότητα στις αραβικές κοινότητες ενδέχεται να επηρεάσει την εκλογική τους κινητοποίηση.

Ωστόσο, η συνεργασία των αραβικών κομμάτων με τα κυριότερα εβραϊκά κόμματα της αντιπολίτευσης παραμένει δύσκολη. Οι επιφυλάξεις των πολιτικών αρχηγών περιορίζουν τις επιλογές για τον σχηματισμό κυβέρνησης και αυξάνουν τον κίνδυνο παρατεταμένου αδιεξόδου.

Οι κάλπες κλείνουν στις 22:00, ώρα Ελλάδας, και οι πρώτες εκτιμήσεις αναμένονται αμέσως μετά. Η καταμέτρηση θα δείξει τον συσχετισμό δυνάμεων, αλλά η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί από τις διαπραγματεύσεις για τη συγκρότηση κυβερνητικού συνασπισμού.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top