GuidePedia

0


Η δημοκρατική πλειοψηφία αυξάνει την πίεση στον Τραμπ για τον πόλεμο, τις αμυντικές δαπάνες και τις εξοπλιστικές συμφωνίες. Οι τουρκικοί S-400, η παρέμβαση Πάππα και η ευκαιρία για μια οργανωμένη ελληνική και ευρωπαϊκή διπλωματική πρωτοβουλία.

Η Άγκυρα μπορεί να διαθέτει ανοιχτή γραμμή με τον Ντόναλντ Τραμπ. Από τον Ιανουάριο, όμως, θα πρέπει να αντιμετωπίσει ένα διαφορετικό Κογκρέσο — με Δημοκρατικούς επικεφαλής επιτροπών, περισσότερες απαιτήσεις ενημέρωσης και αυξημένη διάθεση ελέγχου των προεδρικών επιλογών.

Η εκλογική ανατροπή της 3ης Νοεμβρίου δημιουργεί νέους όρους στην Ουάσιγκτον. Για την Ευρώπη, την Ελλάδα και την Κύπρο προσφέρει πρόσθετους διαύλους συνεργασίας. Για την Τουρκία δυσκολεύει την προσπάθεια να μετατρέψει την προσωπική συνεννόηση με τον Λευκό Οίκο σε γρήγορες αποφάσεις για κυρώσεις και προηγμένα οπλικά συστήματα.

Το αποτέλεσμα δεν προδικάζει μια φιλελληνική αμερικανική πολιτική σε κάθε ζήτημα. Αυξάνει, ωστόσο, τη σημασία της κοινοβουλευτικής διπλωματίας και των τεκμηριωμένων επιχειρημάτων απέναντι στις πολιτικές συναλλαγές της προεδρίας.

Ο Τραμπ παραμένει ισχυρός, αλλά αποκτά ισχυρότερο αντίβαρο

Η απώλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας περιορίζει την ευχέρεια της κυβέρνησης να προωθεί την ατζέντα της με την υποστήριξη μιας ενιαίας κομματικής πλειοψηφίας.

Οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να καθορίζουν τις προτεραιότητες των επιτροπών, να οργανώνουν ακροάσεις, να ζητούν έγγραφα και να χρησιμοποιούν τη διαπραγμάτευση της χρηματοδότησης για να επιβάλλουν όρους λογοδοσίας.

Η Γερουσία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του ρόλου της στην έγκριση ανώτατων αξιωματούχων, πρέσβεων και ομοσπονδιακών δικαστών.

Ο πρόεδρος, από την άλλη, διατηρεί σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες και το δικαίωμα βέτο. Η εκλογική ήττα δεν ισοδυναμεί με ακινητοποίηση της εξωτερικής του πολιτικής.

Γι’ αυτό και ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς προειδοποίησε μετά τις εκλογές:

«Ο Τραμπ κυβέρνησε τα τελευταία δύο χρόνια σε μεγάλο βαθμό παρακάμπτοντας το Κογκρέσο. Γιατί να αλλάξει αυτό τώρα;»

Η ευρωπαϊκή στρατηγική οφείλει επομένως να αξιοποιήσει το νέο αντίβαρο, διατηρώντας παράλληλα λειτουργικές σχέσεις με την αμερικανική εκτελεστική εξουσία.
Το Πεντάγωνο μπροστά σε δημόσιες εξηγήσεις

Η πιο άμεση αλλαγή αναμένεται στον έλεγχο της αμυντικής πολιτικής.

Ο Άνταμ Σμιθ, ο οποίος αναμένεται να επιστρέψει στην προεδρία της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής, έχει ήδη προσδιορίσει ως προτεραιότητες τον πόλεμο στο Ιράν, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις αμυντικές συμβάσεις.

Μιλώντας στο Punchbowl News, χαρακτήρισε την απουσία δημόσιας διαφάνειας για τον πόλεμο «ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα» και προανήγγειλε δημόσιες ακροάσεις.

Για τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, αυτό σημαίνει περισσότερη πίεση να παρουσιάσει στόχους, κόστος και σχεδιασμό. Για τους Ευρωπαίους συμμάχους, σημαίνει ότι η συζήτηση για την αμερικανική στρατιωτική παρουσία θα διεξάγεται σε περισσότερα θεσμικά επίπεδα.

Οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες δεν εγγυώνται αλλαγή στρατηγικής. Μπορούν όμως να δυσκολέψουν την παράταση επιχειρήσεων χωρίς επαρκή ενημέρωση και να αυξήσουν το πολιτικό κόστος των ασαφών δεσμεύσεων.

Ουκρανία: Η μάχη αφορά και την εκτέλεση της βοήθειας

Για το Κίεβο, η νέα πλειοψηφία ανοίγει περιθώριο αναζήτησης πρόσθετης υποστήριξης. Η αποτελεσματικότητα θα κριθεί τόσο στην έγκριση πόρων όσο και στην πραγματική διάθεσή τους.

Υπάρχει συγκεκριμένο προηγούμενο: το αμερικανικό Government Accountability Office —GAO— έκρινε το 2020 ότι η παρακράτηση περίπου 214 εκατ. δολαρίων εγκεκριμένης αμυντικής βοήθειας προς την Ουκρανία το 2019 παραβίασε τη σχετική νομοθεσία.

Η αρχή που ανέδειξε ήταν ότι ο πρόεδρος δεν μπορεί να υποκαθιστά τις νομοθετημένες επιλογές του Κογκρέσου με τις δικές του πολιτικές προτεραιότητες.

Το προηγούμενο δεν επιλύει αυτομάτως κάθε σημερινή διαφωνία. Δείχνει, όμως, γιατί η ευρωπαϊκή διπλωματία πρέπει να παρακολουθεί τις πιστώσεις, τα χρονοδιαγράμματα και τους όρους υλοποίησης — πέρα από τις γενικές δηλώσεις υποστήριξης.

Μια διακομματική συνεργασία για την Ουκρανία παραμένει ουσιαστικό ζητούμενο, ιδίως σε τομείς όπου η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση χρειάζεται αμερικανική τεχνολογία, παραγωγή ή έγκριση μεταφοράς υλικού.
Τα τουρκικά F-35 δεν είναι προσωπική υπόθεση Τραμπ–Ερντογάν

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, το πιο απτό πεδίο ενδιαφέροντος αφορά τα εξοπλιστικά.

Η συζήτηση για ενδεχόμενη επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 υπόκειται σε συγκεκριμένους νομοθετικούς περιορισμούς. Η πολιτική βούληση του προέδρου δεν αρκεί για να τους παρακάμψει.

Το άρθρο 1245 του αμερικανικού αμυντικού νόμου για το οικονομικό έτος 2020 προβλέπει προϋποθέσεις για άρση της απαγόρευσης μεταφοράς των αεροσκαφών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μη κατοχή των S-400, αξιόπιστες διαβεβαιώσεις ότι η Άγκυρα δεν θα τους αποκτήσει ξανά και η προστασία της τεχνολογίας των F-35 από πρόσθετα ρωσικά συστήματα.

Το θέμα συνδέεται με τις κυρώσεις CAATSA, αλλά οι δύο νομικοί μηχανισμοί δεν ταυτίζονται. Μια πολιτική ανακοίνωση περί άρσης κυρώσεων δεν καταργεί από μόνη της όλους τους περιορισμούς στις μεταβιβάσεις οπλικών συστημάτων.

Η Υπηρεσία Έρευνας του Κογκρέσου επισημαίνει επίσης ότι μια πιθανή πώληση F-35 στην Τουρκία επηρεάζει τις στρατιωτικές ισορροπίες με την Ελλάδα και το Ισραήλ.
Η γραμμή Πάππα και το διακομματικό υπόβαθρο

Η εκλογή του Κρις Πάππα στη Γερουσία προσθέτει έναν συνομιλητή με ήδη διατυπωμένες θέσεις για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις και την Τουρκία.

Σε συνέντευξή του στην Καθημερινή τον Σεπτέμβριο είχε υποστηρίξει ότι η πώληση F-35 στην Άγκυρα δεν εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα. Είχε επίσης επισημάνει ότι η επίλυση του ζητήματος των S-400 δεν αρκεί από μόνη της για να κλείσει η ευρύτερη πολιτική συζήτηση.

Παράλληλα, κοινοβουλευτική επιστολή προς τα υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας είχε προειδοποιήσει ότι μεταφορά αεροσκαφών χωρίς τις προβλεπόμενες πιστοποιήσεις θα παραβίαζε την αμερικανική νομοθεσία.

Για την Αθήνα, η αξία τέτοιων παρεμβάσεων βρίσκεται στην τεκμηρίωση των αμερικανικών συμφερόντων ασφαλείας. Η ελληνική θέση γίνεται ισχυρότερη όταν συνδέεται με την προστασία συμμαχικής τεχνολογίας, τη σταθερότητα και την αποτροπή απειλών μεταξύ συμμάχων.
Οι κινητήρες του Kaan δείχνουν και τα όρια

Το προηγούμενο των αμερικανικών κινητήρων F110 για το τουρκικό Kaan προσφέρει μια χρήσιμη προειδοποίηση απέναντι στην υπεραισιοδοξία.

Όπως καταγράφει η Υπηρεσία Έρευνας του Κογκρέσου, η κυβέρνηση προχώρησε σε επίσημη κοινοποίηση σχεδιαζόμενης πώλησης, παρά την άτυπη αντίρρηση του Δημοκρατικού Γκρέγκορι Μικς. Ακολούθησε κοινοβουλευτική πρωτοβουλία για να εμποδιστεί η συναλλαγή.

Η υπόθεση δείχνει ότι μια επιτροπή μπορεί να ασκήσει πίεση, χωρίς κάθε αντίρρησή της να αποτελεί οριστικό φραγμό.

Εάν ο πρόεδρος αντιταχθεί σε νομοθετική προσπάθεια ανακοπής μιας πώλησης, ενδέχεται να απαιτηθούν πλειοψηφίες ικανές να υπερβούν το βέτο του. Η διακομματική δουλειά παραμένει συνεπώς καθοριστική ακόμη και με Δημοκρατικούς επικεφαλής.
Τι μπορούν να διεκδικήσουν Αθήνα και Λευκωσία

Η αλλαγή στην Ουάσιγκτον προσφέρει πεδία πρωτοβουλίας, αρκεί οι επιδιώξεις να είναι συγκεκριμένες:Έλεγχος των εξοπλιστικών μεταβιβάσεων, με επιχειρήματα για τη συμμαχική ασφάλεια και τη στρατιωτική ισορροπία.
Στήριξη ενεργειακών διασυνδέσεων, ως έργων ανθεκτικότητας και διαφοροποίησης της ευρωπαϊκής τροφοδοσίας.
Συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο, με έμφαση στην ασφάλεια υποδομών και θαλάσσιων οδών.
Σταθερές επαφές και με τα δύο κόμματα, ώστε οι συνεργασίες να αντέχουν στις επόμενες εκλογικές εναλλαγές.

Αυτό προϋποθέτει συντονισμό κυβέρνησης, κοινοβουλευτικών επαφών και ευρωπαϊκών θεσμών. Η ομογένεια και οι φιλικές πολιτικές σχέσεις έχουν μεγαλύτερη αξία όταν υποστηρίζουν ώριμες προτάσεις και σαφείς δεσμεύσεις.

Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έθεσε τη σχετική βάση, σχολιάζοντας τις αμερικανικές εκλογές:

«Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις υπερβαίνουν τους εκλογικούς κύκλους. Η στήριξη για την Ελλάδα είναι διακομματική».

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top