GuidePedia

0


Του Θοδωρή Καλούδη
Στη δημόσια συζήτηση τίθεται εδώ και καιρό ένα ελκυστικό ερώτημα: μήπως η Ουάσιγκτον μεταφέρει από την Τουρκία στην Ελλάδα το στρατηγικό της βάρος στην περιοχή; Όσοι θεωρούν ότι αυτή είναι μια σταθερή εξέλιξη στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο επικαλούνται τις αμερικανικές βάσεις, τα λιμάνια και τις υποδομές φυσικού αερίου για να υποστηρίξει ότι η Αθήνα γίνεται ο νέος στρατιωτικός και ενεργειακός κόμβος των ΗΠΑ. Πρόκειται για μια θεμιτή ερμηνεία. Τα διαθέσιμα στοιχεία στηρίζουν τη εκτίμηση αναβάθμισης της Ελλάδας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτόματα και κυριολεκτικά «αντικατάσταση» της Τουρκίας στις Αμερικανικές προτεραιότητες.

Η ελληνική αναβάθμιση έχει πράγματι υλική βάση. Η Σούδα αποτελεί εγκατάσταση του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού. Η Αλεξανδρούπολη έχει χρησιμοποιηθεί για τη μετακίνηση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων και εξοπλισμού προς την Ευρώπη. Στην ενέργεια, οι ελληνικές υποδομές εισαγωγής LNG και οι διασυνδέσεις προς τον Βορρά προσφέρουν μια διαδρομή κρίσιμης τροφοδοσίας για χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για μια διπλωματική διακήρυξη (στις Ελληνοαμερικανικές σχέσεις) περί «στρατηγικού εταίρου». Υπάρχουν λιμάνια, εγκαταστάσεις και δίκτυα που δίνουν πρακτικό περιεχόμενο στη σχέση.

Από εδώ, όμως, ως το συμπέρασμα ότι η Αμερική «εγκαταλείπει» την Τουρκία υπάρχει μεγάλη απόσταση. Η γεωγραφική θέση της Άγκυρας, η στρατιωτική της ισχύς και ο ρόλος της στο ΝΑΤΟ δεν μεταφέρονται στην Ελλάδα. Το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να υπογραμμίζει τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας και το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεών της. Η Ουάσιγκτον διατηρεί, επίσης, ξεχωριστό στρατηγικό διάλογο μαζί της, παρά τις γνωστές διαφωνίες τους. (δείτε σχετικό video του NATO)

Τι αλλάζει πραγματικά στο τρίγωνο ΗΠΑ – Ελλάδα – Τουρκία

Αυτό που φαίνεται να αλλάζει είναι ο βαθμός εξάρτησης των ΗΠΑ από μία μόνο χώρα για κάθε αποστολή στην περιοχή.Η Ελλάδα προσφέρει αξιόπιστες δυνατότητες πρόσβασης, μεταφοράς δυνάμεων και ενεργειακής διασύνδεσης.
Η Τουρκία παραμένει αναγκαία για άλλους υπολογισμούς της αμερικανικής πολιτικής.

Οι δύο σχέσεις δεν είναι ίδιες, ούτε όμως λειτουργούν και σαν μια θέση που αδειάζει για να την καταλάβει ο επόμενος.

Για την Αθήνα, αυτή η διάκριση έχει πολιτική σημασία. Αν εκλάβει την ενίσχυση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας ως απόδειξη ότι η Ουάσιγκτον θα πάρει αυτομάτως ελληνική θέση σε κάθε ελληνοτουρκική διαφορά, κινδυνεύει να διαβάσει λάθος τις αμερικανικές προτεραιότητες. Η Ουάσιγκτον θέλει μεγαλύτερη ασφάλεια και περισσότερες επιλογές στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν προκύπτει πως δίνοντας βάρος και σημασία στις ελληνικές υποδομές, ότι εγκαταλείπει την προσπάθεια να διατηρήσει λειτουργική σχέση και με την Άγκυρα. Αυτή είναι εκτίμηση που προκύπτει από την ταυτόχρονη αμερικανική συνεργασία με τις δύο χώρες, όπως προκύπτει από τα επίσημα δημοσιευμένα έγγραφα του State Department.

Το ουσιώδες ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ελλάδα «παίρνει τη θέση» της Τουρκίας. Είναι πώς θα μετατρέψει την αυξημένη χρησιμότητά της σε σταθερό στρατηγικό όφελος: με ισχυρές δικές της δυνατότητες, ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές που πράγματι λειτουργούν σε επίπεδο επιρροής – και, βέβαια, καθαρή διπλωματική γραμμή.

Δεν έχουν άδικο όσοι αναλυτές διαπιστώνουν μια πραγματική μετατόπιση της Ουάσινγκτον προς την Ελλάδα. Αλλά η εξέλιξη αυτή απέχει από το να αποτελεί τελειωμένη ανατροπή. Η ελληνική θέση έχει πράγματι ενισχυθεί. Το ζήτημα είναι να αξιοποιηθεί χωρίς αυταπάτες για τα όρια της αμερικανικής στήριξης.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top