GuidePedia

0


Θοδωρής Καλούδης
Την ίδια ημέρα ο Αμερικανός πρόεδρος απείλησε να «εξαφανίσει» την Ισλαμική Δημοκρατία, προέβλεψε συμφωνία μετά τις ενδιάμεσες εκλογές και ανακοίνωσε μια «πολύ καλή» συνάντηση με την ιρανική πλευρά. Οι αντιφάσεις δεν είναι τυχαίες. Αποτελούν βασικό στοιχείο της διαπραγματευτικής μεθόδου του – αλλά, σε συνθήκες πολέμου, μπορούν να προκαλέσουν περισσότερη αβεβαιότητα από όση πίεση ασκούν.

Η εικόνα που έδωσε ο Ντόναλντ Τραμπ από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ ήταν σχεδόν σχιζοφρενική: από τη μια πλευρά, παρουσίασε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως δύναμη ειρήνης και τον εαυτό του ως πρόεδρο που «κάνει συμφωνίες». Από την άλλη, έθεσε δημοσίως στο Ιράν ένα δίλημμα χωρίς ενδιάμεση ζώνη: συμφωνία και ανοικοδόμηση ή γρήγορη «εκμηδένιση» της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Λίγες ώρες αργότερα, όμως, ανακοίνωσε ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν μια «πολύ καλή», τρίωρη συνάντηση με την ιρανική αντιπροσωπεία. Στη συνέχεια περιόρισε ο ίδιος τη σημασία της δήλωσης, λέγοντας ότι οι απεσταλμένοι του, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, συναντήθηκαν με τους μεσολαβητές των συνομιλιών. Η Τεχεράνη δεν επιβεβαίωσε απευθείας συνάντηση.

Οι τέσσερις Τραμπ της ίδιας ημέρας

Στις δηλώσεις του συνυπήρχαν τέσσερα διαφορετικά μηνύματα:
Ο Τραμπ του πολέμου, που υπερασπίζεται την αμερικανική στρατιωτική επέμβαση και απειλεί με ολοκληρωτική κλιμάκωση.
Ο Τραμπ της συμφωνίας, που υπόσχεται ότι το Ιράν μπορεί να ανοικοδομηθεί και να γίνει «μεγαλύτερη χώρα από ποτέ».
Ο Τραμπ της οικονομικής ασφυξίας, που καλεί τη διεθνή κοινότητα να απομονώσει πλήρως την Τεχεράνη.
Ο Τραμπ του πολιτικού ημερολογίου, που προβλέπει συμφωνία μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, ενώ ταυτόχρονα διαβεβαιώνει ότι οι εκλογές δεν επηρεάζουν καθόλου τις αποφάσεις του.

Η αντίφαση είναι προφανής: εάν η απειλή από το Ιράν είναι τόσο άμεση ώστε να δικαιολογεί ακόμη και την «εκμηδένιση» του καθεστώτος, γιατί η συμφωνία μπορεί να περιμένει έως τις αμερικανικές εκλογές; Και εάν έχει ήδη πραγματοποιηθεί μια «πολύ καλή» συνάντηση, γιατί η δημόσια γλώσσα παραμένει απολύτως πολεμική;

Διαπραγματευτική μέθοδος, όχι απαραίτητα αλλαγή πολιτικής

Ο Τραμπ χρησιμοποιεί συστηματικά την ακραία απειλή για να μετακινήσει τον αντίπαλο προς το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Μεγεθύνει το κόστος της άρνησης, αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτή την πόρτα μιας συμφωνίας που θα παρουσιάσει ως προσωπικό θρίαμβο.

Υπό αυτή την έννοια, οι αντιφατικές δηλώσεις εξυπηρετούν τρεις στόχους.

Πρώτον, κρατούν την Τεχεράνη σε αβεβαιότητα για το πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να φτάσει η Ουάσιγκτον. Δεύτερον, επιτρέπουν στον Τραμπ να απευθύνεται ταυτόχρονα στους υποστηρικτές της στρατιωτικής πίεσης και σε μια αμερικανική κοινή γνώμη που θέλει τερματισμό του πολέμου. Τρίτον, δημιουργούν εκ των προτέρων δύο αφηγήματα επιτυχίας: Aν υπάρξει συμφωνία, θα οφείλεται στην πίεσή του. Aν οι συνομιλίες αποτύχουν, θα ισχυριστεί ότι εξάντλησε κάθε περιθώριο πριν κλιμακώσει.

Υπάρχει, όμως, μια σημαντική μετατόπιση. Η Ουάσιγκτον δεν φαίνεται πλέον να θεωρεί δεδομένη την άμεση στρατιωτική κατάρρευση του Ιράν. Η αναφορά σε συμφωνία, ανοικοδόμηση και διαπραγματεύσεις δείχνει ότι, πίσω από τη θριαμβευτική ρητορική, αναζητείται πολιτική έξοδος από έναν πόλεμο που πλησιάζει τους επτά μήνες χωρίς καθαρή κατάληξη.

Ο κίνδυνος της «δημιουργικής ασάφειας»

Η τακτική αυτή μπορεί να λειτουργεί στις εμπορικές διαπραγματεύσεις. Σε μια στρατιωτική κρίση, όμως, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος μιλά για «εκμηδένιση», η Τεχεράνη δεν γνωρίζει αν ακούει διαπραγματευτικό εκβιασμό, απειλή αλλαγής καθεστώτος ή προαναγγελία νέας επίθεσης.

Η ασάφεια αυξάνει επίσης το ενδεχόμενο εσφαλμένων υπολογισμών. Οι Ιρανοί μπορεί να θεωρήσουν ότι η Ουάσιγκτον έχει ήδη αποφασίσει την τελική κλιμάκωση και να κινηθούν προληπτικά. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ δυσκολεύονται να καταλάβουν ποια πολιτική καλούνται να υποστηρίξουν. Και οι μεσολαβητές δεν γνωρίζουν αν διαπραγματεύονται μια πραγματική συμφωνία ή απλώς αγοράζουν χρόνο μέχρι τις αμερικανικές εκλογές.

Το πραγματικό μήνυμα

Πίσω από τον θόρυβο, η ουσία είναι απλούστερη: ο Τραμπ θέλει συμφωνία, αλλά μόνο μια συμφωνία που θα μπορεί να παρουσιάσει ως παράδοση του Ιράν υπό την πίεση της αμερικανικής ισχύος. Δεν προσφέρει ακόμη έναν σαφή συμβιβασμό, αλλά προσφέρει στην Τεχεράνη την επιλογή να αποδεχθεί τους όρους του πριν η στρατιωτική απειλή γίνει πραγματικότητα.

Το πρόβλημα είναι ότι και το Ιράν χρειάζεται μια συμφωνία που δεν θα μοιάζει με συνθηκολόγηση. Επομένως, όσο ο δημόσιος λόγος της Ουάσιγκτον κινείται ανάμεσα στην ανοικοδόμηση και την «εκμηδένιση», το διπλωματικό παράθυρο παραμένει ανοιχτό, αλλά εξαιρετικά στενό.

Η στρατηγική του Τραμπ είναι να παράγει φόβο και αβεβαιότητα στον αντίπαλο. Στη συγκεκριμένη κρίση, όμως, η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή βρίσκεται αλλού: άλλο η ελεγχόμενη ασάφεια που οδηγεί σε συμφωνία και άλλο η σύγχυση που μπορεί να οδηγήσει, χωρίς πραγματική απόφαση καμίας πλευράς, στον επόμενο γύρο του πολέμου.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top