Ο Γκίντεον Ράχμαν προειδοποιεί: οι μηχανισμοί αποτροπής αποδυναμώνονται και ο πόλεμος πλησιάζει
Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις, η Ρωσία και η Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα, η Πολωνία προειδοποιεί για τον κίνδυνο επιθέσεων εντός της ΕΕ και η Κίνα ξεκινά εξαήμερες στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά κατά μήκος των ακτών της. Όλα αυτά συνέβησαν μέσα σε μία μόνο εβδομάδα. Για τον Γκίντεον Ράχμαν, επικεφαλής σχολιαστή διεθνών υποθέσεων των Financial Times, η σύμπτωση αυτή αποτυπώνει μια βαθύτερη αλλαγή: περιοχές που επί δεκαετίες θεωρούσαν την ειρήνη δεδομένη βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με την προοπτική ή και την πραγματικότητα του πολέμου.Το ερώτημα που θέτει στην ανάλυσή του είναι ευθύ: υπνοβατεί ο κόσμος προς έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο; Η απάντησή του είναι ανησυχητική, καθώς οι μηχανισμοί που θα μπορούσαν να τον αποτρέψουν αποδυναμώνονται, την ώρα που αυξάνονται επικίνδυνα οι πιθανότητες ενός καταστροφικού λάθους υπολογισμού.
Όταν το αδιανόητο γίνεται πραγματικότητα
Ο Ράχμαν γυρίζει πίσω στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου τον Φεβρουάριο του 2022, λίγες ημέρες πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Οι αμερικανικές και βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών ήταν κατηγορηματικές ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν επρόκειτο να επιτεθεί. Ωστόσο, ορισμένοι Ευρωπαίοι και Ουκρανοί συνομιλητές εξακολουθούσαν να ελπίζουν ότι επρόκειτο για μπλόφα ή για λανθασμένη εκτίμηση. Η συνύπαρξη γνώσης και δυσπιστίας είναι κρίσιμη για την επιχειρηματολογία του: οι προειδοποιήσεις μπορεί να είναι σαφείς, όμως η πεποίθηση ότι «αυτά δεν συμβαίνουν πια» παραμένει ισχυρότερη.
Περισσότερα από τέσσερα χρόνια αργότερα, η διεθνής ατμόσφαιρα έχει μεταμορφωθεί. Η αναφορά σε παγκόσμιο πόλεμο έχει περάσει στο καθημερινό λεξιλόγιο των ηγετών, οι οποίοι όμως διαφωνούν ριζικά για το πώς μπορεί να αποτραπεί.
Τραμπ και Ζελένσκι: δύο διαφορετικοί δρόμοι προς τον ίδιο φόβο
Στη σύγκρουσή τους στο Οβάλ Γραφείο τον Φεβρουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι ότι διακινδυνεύει έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη λογική του Αμερικανού προέδρου, η δυτική στήριξη προς την Ουκρανία μπορεί να παρασύρει τις ΗΠΑ σε άμεση αναμέτρηση με τη Ρωσία. Ο Ζελένσκι βλέπει τον κίνδυνο από την αντίθετη κατεύθυνση: η αποτυχία αναχαίτισης της ρωσικής επιθετικότητας θα ενθαρρύνει νέες επιθέσεις και θα φέρει πιο κοντά μια γενικευμένη σύρραξη.
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στο Κίεβο. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, έχει προειδοποιήσει τους Ευρωπαίους ότι πρέπει να προετοιμαστούν για πόλεμο σε κλίμακα ανάλογη με εκείνη που γνώρισαν προηγούμενες γενιές. Στην Ασία, ο Σι Τζινπίνγκ επικαλείται την «παγίδα του Θουκυδίδη», δηλαδή τον κίνδυνο σύγκρουσης ανάμεσα σε μια κυρίαρχη και μια ανερχόμενη δύναμη. Την ίδια στιγμή, σημειώνει ο Ράχμαν, η στρατιωτική ενίσχυση της Κίνας και η αυξανόμενη πίεση στην Ταϊβάν τροφοδοτούν την ένταση για την οποία προειδοποιεί ο ίδιος ο Κινέζος ηγέτης.
Τα δύο όρια που δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί
Τι θα συνιστούσε, όμως, παγκόσμιο πόλεμο; Ο αρθρογράφος των FT θέτει δύο βασικές προϋποθέσεις: οι ισχυρότερες χώρες του κόσμου να συγκρουστούν άμεσα και η αναμέτρηση να εκτείνεται σε περισσότερες ηπείρους. Κατά την εκτίμησή του, τα όρια αυτά δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί, αλλά οι υφιστάμενοι πόλεμοι συνδέονται όλο και περισσότερο μεταξύ τους.
Η συμμετοχή Βορειοκορεατών στρατιωτών στο πλευρό της Ρωσίας έχει ήδη προσδώσει νέα διεθνή διάσταση στον πόλεμο στην Ουκρανία. Παράλληλα, ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν διασταυρώνεται με την ουκρανική σύγκρουση: η Τεχεράνη θεωρείται ότι έχει λάβει ρωσική βοήθεια για τον εντοπισμό αμερικανικών στόχων, ενώ η Ουκρανία έχει προσφέρει τεχνογνωσία αντιμετώπισης drones στις χώρες του Κόλπου. Στην Ευρώπη, οι δολιοφθορές, οι εμπρησμοί και οι άλλες μορφές υβριδικών επιχειρήσεων που αποδίδονται στη Ρωσία αυξάνουν τον κίνδυνο ακούσιας κλιμάκωσης. Το όριο ανάμεσα στην ειρήνη και στον πόλεμο γίνεται έτσι ολοένα πιο δυσδιάκριτο.
Ο «άξονας» των αντιπάλων της Δύσης
Η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα δεν αποτελούν έναν απολύτως ενιαίο συνασπισμό, όμως οι δεσμοί τους είναι υπαρκτοί και ενισχύονται. Η Μόσχα και η Πιονγιάνγκ υπέγραψαν το 2024 συνθήκη αμοιβαίας άμυνας. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Σι Τζινπίνγκ έχουν διακηρύξει μια εταιρική σχέση «χωρίς όρια», ενώ η κινεζική οικονομική και τεχνολογική υποστήριξη έχει βοηθήσει τη Μόσχα να αντέξει τις δυτικές κυρώσεις.
Κοινό τους στοιχείο, κατά τον Ράχμαν, είναι η αμφισβήτηση της διεθνούς τάξης ασφαλείας υπό αμερικανική ηγεσία. Η Ρωσία θέλει να περιορίσει το ΝΑΤΟ, η Κίνα επιδιώκει να ανατρέψει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία στον Ειρηνικό, το Ιράν έχει επιτεθεί σε αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή και η Βόρεια Κορέα απειλεί τη Νότια Κορέα, η οποία στηρίζεται στην αμερικανική προστασία. Η πιθανότητα συντονισμένων κρίσεων σε Ευρώπη και Ασία περιπλέκει ακόμη περισσότερο τους σχεδιασμούς της Δύσης.
Γιατί πολλαπλασιάζονται οι συγκρούσεις
Η ανάλυση των FT συνδέει την αύξηση της πολεμικής βίας με τη μετατόπιση της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος. Το 1989, οι χώρες της G7 αντιπροσώπευαν περίπου τα δύο τρίτα της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής, ενώ το 2022 το μερίδιό τους είχε υποχωρήσει περίπου στο 43%. Αντίστοιχη ήταν η σχετική υποχώρησή τους στις παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες.
Η μεταβολή αυτή έχει διευρύνει τα περιθώρια δράσης δυνάμεων που επιθυμούν να αναθεωρήσουν την υφιστάμενη τάξη. Παράλληλα, η απογοήτευση των Αμερικανών από τους πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν ενίσχυσε την πολιτική πίεση για περιορισμό των διεθνών στρατιωτικών δεσμεύσεων. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον στο οποίο περισσότεροι ηγέτες φαίνονται πρόθυμοι να δοκιμάσουν τα όρια των αντιπάλων τους. Σύμφωνα με την καταμέτρηση του International Crisis Group που επικαλείται το άρθρο, βρίσκονται σε εξέλιξη 65 συγκρούσεις στον κόσμο, περισσότερες από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Οι «σφαίρες επιρροής» και τα όριά τους
Ένας ακόμη παράγοντας είναι η επιστροφή της αντίληψης ότι η ισχύς νομιμοποιεί τις διεκδικήσεις. Ο Ράχμαν εντάσσει σε αυτό το πλαίσιο τόσο τις εδαφικές φιλοδοξίες της Ρωσίας και της Κίνας όσο και τις δηλώσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία και τον Καναδά. Πίσω από την προσέγγιση αυτή βρίσκεται μια θεωρία: αν οι μεγάλες δυνάμεις αναγνωρίσουν η μία τη σφαίρα επιρροής της άλλης, μπορούν να αποφύγουν τη μεταξύ τους σύγκρουση.
Ο σχολιαστής των FT απορρίπτει τη λογική αυτή ως επισφαλή, για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή αγνοεί τη βούληση των μικρότερων χωρών· η Ουκρανία έχει ήδη αποδείξει ότι ένα κράτος μπορεί να αντισταθεί στρατιωτικά στην υποταγή του σε έναν ισχυρότερο γείτονα. Δεύτερον, επειδή τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων δεν χωρίζονται σε καθαρές γεωγραφικές ζώνες. Η Ταϊβάν έχει κρίσιμη σημασία για την παγκόσμια βιομηχανία προηγμένων ημιαγωγών, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αποδεχθεί την επιστροφή κρατών-μελών της στη ρωσική σφαίρα επιρροής.
Το πιο επικίνδυνο ερώτημα: πόσο αξιόπιστη είναι η αποτροπή
Στον πυρήνα της ανάλυσης βρίσκεται η αξιοπιστία της αποτροπής. Επί δεκαετίες, η αμερικανική στρατιωτική ισχύς, οι συμμαχικές δεσμεύσεις και ο φόβος πυρηνικής αναμέτρησης περιόριζαν τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Σήμερα, όμως, ο Ράχμαν θέτει ένα ερώτημα που δεν έχει αυτονόητη απάντηση: θα πολεμούσαν οι ΗΠΑ του Τραμπ για να υπερασπιστούν τις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία, την Ιαπωνία ή τη Βρετανία; Η αβεβαιότητα αυτή μπορεί να ενθαρρύνει έναν αντίπαλο να αναλάβει ένα ρίσκο που διαφορετικά θα απέφευγε.
Η ιστορία προσφέρει εδώ μια προειδοποίηση. Το 1914, η Γερμανία υποτίμησε την πιθανότητα βρετανικής επέμβασης για το Βέλγιο. Το 1939, ο Χίτλερ πίστεψε ότι η Βρετανία και η Γαλλία θα υποχωρούσαν ξανά, παρά την εγγύηση ασφαλείας προς την Πολωνία. Και στις δύο περιπτώσεις ο υπολογισμός αποδείχθηκε λανθασμένος. Σήμερα, ο Πούτιν πρέπει να σταθμίσει την αξιοπιστία του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ και ο Σι την πιθανότητα αμερικανικής αντίδρασης σε επίθεση στην Ταϊβάν.
Ο κίνδυνος, καταλήγει ο Ράχμαν, είναι κάποιος να θεωρήσει μια εγγύηση ασφαλείας κενή περιεχομένου και να ανακαλύψει το λάθος του αφού έχει ήδη αρχίσει ο πόλεμος.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου