GuidePedia

0


Στα χαρτιά, η σύγκριση μοιάζει σχεδόν άνιση. Το γαλλικό Dassault Rafale, ένας δικινητήριος «αστακός» με δυνατότητα μεταφοράς πυρηνικών όπλων, προηγμένο σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου SPECTRA και πυραύλους αέρος-αέρος όπως ο Meteor, φαντάζει εκ πρώτης όψεως ανώτερο από το μονοκινητήριο F-16 Viper της Lockheed Martin – μια πλατφόρμα που σχεδιάστηκε αρχικά πριν από περισσότερες από πέντε δεκαετίες.
Ωστόσο, στη σύγχρονη αεροπορική πραγματικότητα, οι κλασικές αερομαχίες «σώμα με σώμα» (dogfights) ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Η μάχη για την αεροπορική κυριαρχία διεξάγεται πέραν του οπτικού πεδίου (Beyond Visual Range – BVR) και κρίνεται σε επίπεδο «συστήματος συστημάτων» (system-of-systems). Και εκεί ακριβώς κρύβεται το μεγάλο πλεονέκτημα των αμερικανικών μαχητικών.

Το «αόρατο» πλεονέκτημα του δικτυοκεντρικού πολέμου

Στις σύγχρονες επιχειρήσεις, ένα μαχητικό αεροσκάφος με υποδεέστερα τεχνικά χαρακτηριστικά μπορεί να επικρατήσει ενός θεωρητικά ανώτερου αντιπάλου, εφόσον είναι πλήρως ενσωματωμένο σε ένα ισχυρό πλέγμα αισθητήρων. Η σύνδεση σε πραγματικό χρόνο με επίγεια ραντάρ, αερομεταφερόμενα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, δορυφόρους και κέντρα διοίκησης μετατρέπει το αεροσκάφος από μεμονωμένη μονάδα σε έναν φονικό κόμβο δικτύου.
Η αποτελεσματικότητα αυτή δεν είναι μόνο στρατιωτική, αλλά και βαθύτατα γεωπολιτική. Οι αγορές εξοπλισμών δεν αποτελούν ποτέ αμιγώς επιχειρησιακές αποφάσεις. Αεροσκάφη όπως το σουηδικό Saab JAS-39 Gripen, αν και τεχνολογικά προηγμένα, αντιμετωπίζουν δυσκολίες στις διεθνείς εξαγωγές, καθώς η παραγωγός χώρα δεν διαθέτει την παγκόσμια γεωπολιτική ισχύ, τη διπλωματική επιρροή ή τη μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ που διαθέτουν οι ΗΠΑ ή η Γαλλία.

Η γεωπολιτική κάλυψη των ΗΠΑ

Οι ΗΠΑ, κατέχοντας το 42% των παγκόσμιων στρατιωτικών εξαγωγών σύμφωνα με τα στοιχεία του SIPRI (έναντι 9,8% της Γαλλίας), συνοδεύουν τα οπλικά τους συστήματα με ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα υποστήριξης.
Από την Ουκρανία, όπου η αξιοποίηση αμερικανικών πληροφοριών και δορυφορικών δικτύων όπως το Starlink διπλασιάζει την επιχειρησιακή αξία των F-16, μέχρι το Ισραήλ, το οποίο απολαμβάνει έγκαιρη προειδοποίηση και κάλυψη από ένα πολυεπίπεδο πλέγμα ραντάρ και αντιπυραυλικών συστημάτων (Patriot, THAAD) σε όλη τη Μέση Ανατολή, η αμερικανική τεχνολογική και πληροφοριακή ομπρέλα κάνει τη διαφορά στο πεδίο των επιχειρήσεων.
Αντίστοιχα, στην περιοχή του Ινδοειρηνικού, η παράδοση των πρώτων F-16V στην Ταϊβάν –στο πλαίσιο ενός συνολικού στόλου που θα ξεπεράσει τα 200 αεροσκάφη Viper έως το 2028– συνοδεύεται από την πλήρη αμερικανική υποστήριξη σε επίπεδο πληροφοριών και δορυφορικής επιτήρησης.

Η ελληνική επιλογή

Ενώ πολλές χώρες καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στη γαλλική αεροπορική υπεροχή και την αμερικανική δικτυοκεντρική υποδομή, η Ελλάδα ακολούθησε μια στρατηγική που αξιοποιεί τα δυνατά σημεία και των δύο κόσμων.
Η Πολεμική Αεροπορία δεν μπήκε στο δίλημμα «F-16V ή Rafale», αλλά επέλεξε να τα εντάξει ταυτόχρονα στο οπλοστάσιό της:Τα Rafale F3R προσφέρουν την απόλυτη αεροπορική υπεροχή, τη στρατηγική αποτροπή και τη δυνατότητα καίριων πληγμάτων σε μεγάλες αποστάσεις με πυραύλους Meteor και SCALP EG, δημιουργώντας μια αδιαπέραστη «ασπίδα».
Τα F-16 Viper, τα οποία αναβαθμίζονται στις εγκαταστάσεις της ΕΑΒ στην Τανάγρα με προηγμένα ραντάρ AESA, αποτελούν τη μαζική ραχοκοκαλιά του στόλου. Παράλληλα, εξασφαλίζουν την πλήρη διασύνδεση και ενσωμάτωση στα αμερικανικά και νατοϊκά δίκτυα πληροφοριών μέσω Link 16.

Συνδυάζοντας τη γαλλική ισχύ κρούσης με την αμερικανική δικτυοκεντρική υπεροχή, η Αθήνα κλειδώνει την αεροπορική κυριαρχία στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αποδεικνύοντας ότι στην εθνική άμυνα ο βέλτιστος δρόμος είναι η σύνθεση των κορυφαίων διαθέσιμων τεχνολογιών.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top