
Η οργή του ψηφοφόρου που δυσκολεύεται να βγάλει το μήνα είναι το πιο επικίνδυνο πολιτικό νόμισμα της εποχής μας. Το ισχυρό μήνυμα που έστειλαν οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, με την συντριπτική ήττα των Ρεπουμπλικάνων του Ντόναλντ Τραμπ, διαβάζεται ήδη με έκδηλο εκνευρισμό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η κύρια αιτία αυτής της πολιτικής ανατροπής δεν ήταν άλλη από τη συσσωρευμένη δυσφορία για το κόστος ζωής — την ίδια ακριβώς πυρίτιδα που απειλεί να ανατινάξει το πολιτικό σκηνικό στην Ευρώπη.
Η περίπτωση του Αμερικανού προέδρου λειτουργεί πλέον ως ένα ξεκάθαρο προειδοποιητικό καμπανάκι για όσους βρίσκονται στην εξουσία. Ο Τραμπ ανέβηκε στην εξουσία κατηγορώντας την προηγούμενη διακυβέρνηση για τον πληθωρισμό και υποσχόμενος μείωση του κόστους διαβίωσης και νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας. Όπως επισημαίνει η Ιταλίδα ευρωβουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος, Ιρένε Τινάλι, αυτές οι υποσχέσεις δεν υλοποιήθηκαν ποτέ.
Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει μια θεμελιώδη αλήθεια της σύγχρονης πολιτικής: όταν δεξιοί λαϊκιστές ηγέτες αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση, βρισκόμενοι αντιμέτωποι με τις ίδιες δομικές δυσκολίες, αποτυγχάνουν εξίσου να προσφέρουν λύσεις. Το αποτέλεσμα είναι η οργή που τους ανέδειξε να στρέφεται αμείλικτα εναντίον τους.
Στο στόχαστρο οι κυβερνήσεις σε όλη την Ευρώπη
Με μια σειρά κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων να πλησιάζουν σε ισχυρές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης —από την Ισπανία και την Ιταλία μέχρι τη Γαλλία, την Ελλάδα και την Πολωνία— οι εν ενεργεία ηγέτες αισθάνονται την πίεση. Στην Ιταλία, η Πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με κύματα διαμαρτυριών για τις τιμές των καυσίμων και τη στεγαστική κρίση. Στην Ισπανία, η ακρίβεια κυριαρχεί στην προεκλογική ατζέντα, με το ακροδεξιό Vox να απειλεί το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Πέδρο Σάντσεθ.
Όπως παρατηρεί ο Ματιέ Γκαλάρ, διευθυντής ερευνών της εταιρείας δημοσκοπήσεων Ipsos, οι κυβερνώντες είναι ευάλωτοι ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης. Η ήττα του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία και η υποχώρηση των Σουηδών Δημοκρατών επιβεβαιώνουν ότι η εξουσία «φθείρει» τα ριζοσπαστικά κόμματα εξίσου γρήγορα με τα παραδοσιακά.
Το ταμείο της Λεπέν και το παράδοξο του κέντρου
Εκεί όμως που άλλοι βλέπουν απειλή, η Μαρίν Λεπέν και το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία βλέπουν μια χρυσή ευκαιρία. Έχοντας τοποθετήσει το κόστος ζωής στην καρδιά της ατζέντας της εδώ και χρόνια, η Λεπέν κεφαλαιοποιεί τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Υποσχόμενη προστασία των συνταξιούχων και μειώσεις στους φόρους ενέργειας, υιοθετεί ένα μήνυμα αλλαγής και ελπίδας —φτάνοντας στο σημείο να δανειστεί ακόμα και το σύνθημα «Renaissance» του Εμμανουέλ Μακρόν.
Απέναντι σε αυτό το κύμα, οι κεντρώες δυνάμεις μοιάζουν εγκλωβισμένες. Η προσήλωσή τους στον «οικονομικό ρασιοναλισμό» αποτυγχάνει να συγκινήσει μια κοινωνία που νιώθει ότι συμπιέζεται. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Δανή ευρωβουλευτής Σίγκριντ Φρις, «δεν μπορείς να πολεμήσεις τον λαϊκισμό προσπαθώντας να υπερασπιστείς το status quo».
Η ταξική ρωγμή της ακρίβειας
Η πίεση αυτή δεν είναι ομοιόμορφη· χτυπά πρωτίστως τα ασθενέστερα στρώματα και τη νεολαία. Τόσο στις ΗΠΑ όσο και στα προάστια των ευρωπαϊκών πόλεων, η ενέργεια και η στέγαση απορροφούν δυσανάλογο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος, τροφοδοτώντας διαμαρτυρίες και κοινωνική ένταση.
Το μάθημα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού είναι σαφές: η κάλπη του 2026 δεν θα κριθεί σε ιδεολογικές περιχαρακώσεις, αλλά στα ράφια των σούπερ μάρκετ και στους λογαριασμούς του ρεύματος. Κι όσο οι κυβερνώντες αδυνατούν να δώσουν πειστικές απαντήσεις, η οργή των ψηφοφόρων θα συνεχίσει να ανοίγει το δρόμο για τους πολιτικούς τους αντιπάλους.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου