
Θοδωρής Καλούδης
Η ουσιαστική απάντηση στο τουρκολιβυκό μνημόνιο θα κριθεί από το αν Ελλάδα και Αίγυπτος μετατρέψουν την κοινή αντίδρασή τους σε νέα συμφωνία θαλάσσιων ζωνών. Η επαναφορά των συνομιλιών ανοίγει αυτή τη δυνατότητα, χωρίς να προεξοφλεί το αποτέλεσμα. Για την Αθήνα προσφέρει ένα διπλωματικό εργαλείο. Για το Κάιρο θέτει ένα δυσκολότερο ερώτημα: πόσο μακριά θα προχωρήσει για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του απέναντι στην ενισχυμένη τουρκική παρουσία στη Λιβύη;
Η τηλεφωνική επικοινωνία Γεραπετρίτη-Αμπντελάτι, χθες 22 Οκτωβρίου, επιβεβαίωσε την κοινή απόρριψη της κύρωσης του μνημονίου και τη συνέχιση των διαβουλεύσεων για την επέκταση της συμφωνίας του 2020. Το Reuters συνέδεσε την εξέλιξη με την προοπτική επέκτασης της οριοθέτησης ανατολικότερα, προς την Κύπρο. Πρόκειται, ωστόσο, για διαπραγματευτική προοπτική, χωρίς ακόμη συμφωνημένη γραμμή ή ανακοινωμένο χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης.
Το μεγαλύτερο πολιτικό βάρος βρίσκεται στην αιγυπτιακή πλευρά. Η ανατολική Λιβύη αποτελούσε επί χρόνια προνομιακό πεδίο επιρροής του Καΐρου. Τώρα, όπως επισήμανε το Associated Press, οι βασικοί σύμμαχοι της Αιγύπτου στη χώρα υποστηρίζουν μια συμφωνία στην οποία εκείνη αντιτίθεται. Η Άγκυρα διεύρυνε έτσι την αποδοχή του μνημονίου πέρα από τους αρχικούς συμμάχους της στην Τρίπολη.
Αυτό εξηγεί γιατί η αιγυπτιακή αντίδραση υπερβαίνει την αλληλεγγύη προς την Ελλάδα. Το Κάιρο υποστηρίζει ότι το μνημόνιο προσβάλλει και δικά του κυριαρχικά δικαιώματα στην ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα. Η κοινή στάση στηρίζεται, επομένως, σε συγκεκριμένη σύγκλιση συμφερόντων, η οποία προσφέρει ουσιαστικότερο έρεισμα συνεργασίας από μια γενική πολιτική διαβεβαίωση.
Οι διεθνείς αναλύσεις φωτίζουν παράλληλα τα όρια της αιγυπτιακής επιρροής. Στην ιταλική Agenzia Nova, ειδικοί για τη Λιβύη συνδέουν την προσέγγιση της ανατολικής ηγεσίας με την Τουρκία και με τις πολιτικές φιλοδοξίες του Σαντάμ Χαφτάρ. Η ερμηνεία τους παραπέμπει σε αναζήτηση πρόσθετων στηριγμάτων και ανταλλαγμάτων. Για την Αθήνα, το συμπέρασμα είναι σαφές: οι σχέσεις με τη Βεγγάζη χρειάζονται διαρκή δουλειά και συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η αντιπαλότητά της με την Τρίπολη δεν εξασφαλίζει ελληνική επιρροή.
Η επέκταση της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας θα μπορούσε να απαντήσει σε αυτή τη μεταβολή. Ανατολικότερα του 28ου μεσημβρινού, το κρίσιμο ζήτημα είναι η βαρύτητα που θα αναγνωριστεί στις ελληνικές νησιωτικές ακτές κατά τη χάραξη της οριογραμμής. Μια συμφωνία που θα αποτυπώνει αυτά τα δικαιώματα θα ενίσχυε τη θέση της Ελλάδας απέναντι στην τουρκική προσέγγιση. Δεν θα έλυνε αυτομάτως τη διαφορά με την Άγκυρα, αλλά θα πρόσθετε μια έμπρακτη συμφωνία δύο κρατών υπέρ της ελληνικής επιχειρηματολογίας.
Εδώ αρχίζουν και οι δυσκολίες. Η αναγνώριση ότι τα νησιά διαθέτουν θαλάσσια δικαιώματα δεν προδικάζει πλήρη επήρεια κάθε νησιού στην τελική οριοθέτηση. Η διεθνής πρακτική συνυπολογίζει τη γεωγραφία και την επίτευξη δίκαιου αποτελέσματος. Η συμφωνία του 2020 υπήρξε ήδη προϊόν διαπραγμάτευσης και συμβιβασμών. Γι’ αυτό και οι αριθμητικές εκτιμήσεις περί «ποσοστών υποχώρησης» χρειάζονται σαφή μέθοδο και χαρτογραφική τεκμηρίωση για να αποκτήσουν πραγματικό νόημα.
Η δική μας εκτίμηση είναι ότι το Κάιρο θα επιδιώξει να χρησιμοποιήσει τις συνομιλίες και ως μήνυμα προς την Τουρκία, διατηρώντας περιθώρια συνεννόησης μαζί της. Δεν προκύπτει ακόμη ότι έχει αποφασίσει να αποδεχθεί το πολιτικό κόστος μιας εκτεταμένης οριοθέτησης.
Για την ελληνική διπλωματία, συνεπώς, η ευκαιρία είναι πραγματική, αλλά απαιτητική. Χρειάζεται να μετατρέψει τη σημερινή σύγκλιση σε διαπραγμάτευση με συνέχεια και μετρήσιμη πρόοδο. Η στρατηγική αξία της πρωτοβουλίας θα φανεί όταν οι δύο πλευρές αρχίσουν να συμφωνούν πάνω στον χάρτη. Εκεί θα κριθεί αν η αντίδρασή τους μπορεί να αλλάξει τους όρους της αντιπαράθεσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου