
Σε επικίνδυνα νερά εισέρχεται η γαλλική οικονομία, καθώς η πολιτική αβεβαιότητα στη Γαλλία, οι ογκώδεις διαδηλώσεις και το δυσβάσταχτο δημόσιο χρέος ασκούν ασφυκτικές πιέσεις στα περιουσιακά στοιχεία της χώρας. Την ίδια ώρα, το ενδεχόμενο μιας δημοσιονομικής προσαρμογής «μνημονιακού τύπου» παύει να αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας, με τους διεθνείς αναλυτές να χτυπούν το καμπανάκι του κινδύνου.
Τη Δευτέρα, τα γαλλικά κρατικά ομόλογα και οι μετοχές στο Χρηματιστήριο του Παρισιού βρέθηκαν εκ νέου στο «στόχαστρο» των επενδυτών, συμπαρασύροντας και το ευρωπαϊκό νόμισμα. Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου σημείωσε άλμα άνω των 10 μονάδων βάσης, παραμένοντας στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών και εκτινάσσοντας το κόστος δανεισμού για την κυβέρνηση, ενώ ανάλογη ανοδική τροχιά ακολούθησαν οι αποδόσεις των 2ετών και 30ετών τίτλων.
Ακριβότερο το γαλλικό χρέος από το ελληνικό
Το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο της τρέχουσας κρίσης είναι η διεύρυνση του λεγόμενου «OAT-Bund spread», δηλαδή της επιπλέον απόδοσης που απαιτούν οι αγορές για να διακρατήσουν γαλλικά ομόλογα έναντι των γερμανικών. Το spread έχει σκαρφαλώσει στα υψηλότερα επίπεδα από την Κρίση Χρέους της Ευρωζώνης στις αρχές της δεκαετίας του 2010.
Μάλιστα, οι γαλλικές αποδόσεις ξεπερνούν πλέον ακόμη και τις αντίστοιχες της Ελλάδας ή της Ιταλίας. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μια ιστορική ανατροπή στις αγορές, με τους επενδυτές να θεωρούν το γαλλικό χρέος πιο ρίσκο από το ελληνικό.
Η κατάσταση αυτή πλήττει καίρια και το χρηματιστήριο του Παρισιού, με τον δείκτη CAC 40 να καταγράφει σημαντικές απώλειες, δεχόμενος πιέσεις τόσο από τον τραπεζικό τομέα όσο και από τις εταιρείες πολυτελών ειδών, οι οποίες επηρεάζονται από την κάμψη των δαπανών στην Κίνα. Οι αγορές ανησυχούν πλέον ανοιχτά ότι η αύξηση του κόστους δανεισμού θα μετακυλιστεί στις επιχειρήσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για αυξήσεις φόρων και αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο.
«Ή θα ξεσηκωθούν οι αγορές ή ο λαός»
Η οικονομική αβεβαιότητα τροφοδοτείται άμεσα από τις εικόνες χάους στους δρόμους. Εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές πλημμύρισαν τις μεγάλες γαλλικές πόλεις, διαμαρτυρόμενοι για την πολιτική παράλυση, την ακρίβεια και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Οι συγκεντρώσεις σε Παρίσι, Λυών και Μασσαλία σημαδεύτηκαν από βίαια επεισόδια, πυρπολήσεις και περισσότερες από 2.000 συλλήψεις.
«Αν είστε διεθνής επενδυτής και σκέφτεστε αν θέλετε να επενδύσετε σε γαλλικά ομόλογα, αυτό δεν βοηθάει», σχολίασε ο Mike Bell της RBC BlueBay Asset Management. «Φαίνεται ότι είτε οι αγορές ομολόγων θα ξεσηκωθούν, είτε ο λαός θα ξεσηκωθεί, είτε και τα δύο», πρόσθεσε, υπογραμμίζοντας πως το γεγονός ότι οι ξένοι επενδυτές κατέχουν πλέον σχεδόν το 60% του γαλλικού χρέους αυξάνει κατακόρυφα τη μεταβλητότητα.
Παράλληλα, ο Bell έθεσε το δομικό πρόβλημα της χώρας: «Η Γαλλία πρέπει να βάλει σε τάξη τα δημοσιονομικά της και να αυξήσει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης. Δεν μπορείς να συνταξιοδοτείσαι στα 62 όταν το προσδόκιμο ζωής είναι στα 84. Αλλά αν συμβαίνουν αυτά πριν καν ξεκινήσει η συζήτηση, φανταστείτε τι θα γινόταν στους δρόμους αν προσπαθούσαν να το πάνε, για παράδειγμα, στα 68 όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο».
Ο φόβος για άνοδο της Λεπέν
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στην πολιτική αστάθεια. Η κυβέρνηση μειοψηφίας του πρωθυπουργού, Σεμπαστιάν Λεκορνί, δίνει μάχη για να περάσει τον προϋπολογισμό, μια διαδικασία που έχει ήδη «καταπιεί» δύο προηγούμενους πρωθυπουργούς.
Οι αγορές ζητούν επίμονα ένα αυστηρό πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης για να μαζευτεί το έλλειμμα που αγγίζει το 5% του ΑΕΠ, την ώρα που η οικονομική ανάπτυξη παραμένει αναιμική. Παράλληλα, η πολιτική αβεβαιότητα εντείνεται ενόψει των επόμενων προεδρικών εκλογών, με την ακροδεξιά, Μαρίν Λεπέν, να προηγείται στις δημοσκοπήσεις.
«Θα είναι δύσκολο να δούμε το δημοσιονομικό έλλειμμα να μειώνεται χωρίς επώδυνα μέτρα», προειδοποίησε η Sharon Bell της Goldman Sachs. «Οι φόροι ενδέχεται να αυξηθούν γενικά στη Γαλλία. Δημοσιονομική εξυγίανση σημαίνει είτε λιγότερες δαπάνες είτε περισσότερους φόρους. Και αυτά είναι πολύ δύσκολα αποφάσεις».
Στο βάθος… ΕΚΤ και πρόγραμμα «τύπου Ελλάδας»
Το μεγάλο ερώτημα που απασχολεί πλέον τους αναλυτές είναι αν και πότε θα παρέμβει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Σύμφωνα με την Goldman Sachs, η ΕΚΤ δεν επιθυμεί να ενεργοποιήσει έκτακτους μηχανισμούς στήριξης (όπως το εργαλείο TPI), εκτός αν οι αναταράξεις απειλήσουν τη ρευστότητα της αγοράς.
Ωστόσο, μια τέτοια παρέμβαση θα είχε βαρύ πολιτικό τίμημα: Θα απαιτούσε από τη Γαλλία να δεσμευτεί σε ένα μακροχρόνιο και εξαιρετικά αυστηρό πρόγραμμα δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων, αντίστοιχο με εκείνα που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους. Επιπλέον, η ΕΚΤ ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να παρέμβει αν μια χώρα δεν συμμορφώνεται με τον κανόνα για έλλειμμα κάτω του 3% του ΑΕΠ. Από την πλευρά του, ο Διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μουλέν, επιμένει ότι ο στόχος για μείωση του ελλείμματος στο 3% έως το 2029 είναι εφικτός, όμως οι αγορές παραμένουν βαθιά σκεπτικές.
Όπως καταλήγει ο Mike Bell της RBC BlueBay, η Γαλλία αντιμετωπίζει έναν «πολύ πραγματικό κίνδυνο» μιας δικής της κρίσης χρέους: «Αν προτείνατε στην κάλπη τα μέτρα που πραγματικά χρειάζονται, δεν θα εκλεγόσασταν ποτέ. Και αν προσπαθούσατε να τα επιβάλετε εκ των υστέρων, θα είχατε γενικευμένη εξέγερση στους δρόμους».
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου