GuidePedia

0


Θοδωρής Καλούδης
Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών γύρω από τους S-400 και τα F-35 δίνουν την εντύπωση ότι οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται ένα βήμα πριν από μια νέα αρχή. Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, η αισιοδοξία που εκφράζει η Άγκυρα, οι πληροφορίες για μεταβίβαση των ρωσικών πυραύλων σε τρίτη χώρα και οι επαφές με τη Μόσχα δημιουργούν την εικόνα ότι το πολυετές αδιέξοδο ίσως πλησιάζει στο τέλος του.

Αν όμως δει κανείς προσεκτικά όσα συμβαίνουν, θα διαπιστώσει ότι η πραγματική συζήτηση δεν αφορά πλέον τους S-400. Οι πύραυλοι αποτελούν απλώς το τελευταίο εμπόδιο μιας πολύ βαθύτερης κρίσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Άγκυρα. Και αυτή η κρίση δεν αντιμετωπίζεται με τεχνικές λύσεις ούτε με προσωπικές σχέσεις μεταξύ δύο ηγετών.

Τι αποκάλυψε το Bloomberg

Το αποκαλυπτικό δημοσίευμα του Bloomberg ότι η Τουρκία επιδιώκει τη συγκατάθεση της Ρωσίας για να μεταβιβάσει τους S-400 σε τρίτη χώρα επιβεβαιώνει ότι η Άγκυρα αναζητεί επειγόντως μια φόρμουλα εξόδου. Είχε προηγηθεί η πρόταση επιστροφής των συστημάτων στη Ρωσία, αλλά και η ιδέα να παραμείνουν στην Τουρκία υπό αμερικανική εποπτεία. Καμία από αυτές τις λύσεις δεν έγινε αποδεκτή. Σήμερα εμφανίζεται μια νέα εκδοχή: η μεταφορά τους σε άλλη χώρα, πιθανόν στον Κόλπο, ώστε να αρθεί το βασικό επιχείρημα των Ηνωμένων Πολιτειών για τη διατήρηση των κυρώσεων CAATSA και τον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35.

Η ίδια η στάση του Χακάν Φιντάν είναι αποκαλυπτική. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών απέφυγε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τα σχετικά δημοσιεύματα. Προτίμησε να επαναλάβει ότι «δεν πρέπει να υπάρχουν κυρώσεις μεταξύ συμμάχων» και ότι, εφόσον υπάρχει πολιτική βούληση από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τον Ντόναλντ Τραμπ, μπορεί να βρεθεί λύση. Με άλλα λόγια, η Άγκυρα επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το τεχνικό επίπεδο στο πολιτικό.
Στρατηγικά, θεσμικά, νομοθετικά εμπόδια

Εδώ όμως αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.

Ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί πράγματι να επιθυμεί μια νέα προσέγγιση με την Τουρκία. Οι δηλώσεις του δείχνουν ότι αναγνωρίζει τον γεωπολιτικό ρόλο της χώρας και επιθυμεί να αποκαταστήσει έναν δίαυλο επικοινωνίας με τον Ερντογάν. Αυτό, όμως, απέχει πολύ από το να σημαίνει ότι η Τουρκία επιστρέφει αυτόματα στο πρόγραμμα των F-35.

Τα εμπόδια δεν είναι πλέον μόνο πολιτικά. Είναι θεσμικά, νομοθετικά και στρατηγικά. Οι κυρώσεις CAATSA εξακολουθούν να ισχύουν, ενώ το Section 1245 του αμερικανικού αμυντικού νόμου απαγορεύει ουσιαστικά τη μεταφορά F-35 όσο η Τουρκία διατηρεί τους S-400. Ακόμη όμως και αν οι πύραυλοι απομακρυνθούν, τίποτε δεν υποχρεώνει το Κογκρέσο να εγκρίνει την επανένταξη της Άγκυρας. Αυτό άλλωστε υπογράμμισαν και Αμερικανοί γερουσιαστές τις τελευταίες ημέρες, ξεκαθαρίζοντας ότι η μεταφορά των S-400 σε τρίτη χώρα δεν αρκεί από μόνη της για να εξαφανίσει τις ανησυχίες ασφαλείας.

Η στάση αυτή αντανακλά μια ευρύτερη αλλαγή στην αμερικανική στρατηγική σκέψη. Τα σημαντικότερα think tanks της Ουάσιγκτον, όπως το Foundation for Defense of Democracies (FDD) και το Jewish Institute for National Security of America (JINSA), υποστηρίζουν ότι το ζήτημα δεν είναι πλέον οι ίδιοι οι S-400. Το πρόβλημα είναι η αξιοπιστία της Τουρκίας ως συμμάχου. Οι σχέσεις της με τη Ρωσία, οι επιλογές της στη Συρία, η στάση της απέναντι στη Χαμάς, οι εντάσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο και η συνολική πορεία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής έχουν δημιουργήσει ένα βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης, το οποίο δεν εξαφανίζεται με μια τεχνική διευθέτηση.

Γεωοικονομία και ασφάλεια: Η νέα στρατηγική εικόνα

Υπάρχει όμως και μια ακόμη βαθύτερη εξέλιξη, η οποία εξηγεί γιατί η υπόθεση των F-35 δεν αντιμετωπίζεται πλέον στην Ουάσιγκτον ως ένα απλό εξοπλιστικό ζήτημα. Ο κόσμος περνά σταδιακά από τη γεωπολιτική στη γεωοικονομία. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν οργανώνουν πλέον τις συμμαχίες τους μόνο για να αντιμετωπίσουν στρατιωτικές απειλές, αλλά για να προστατεύσουν ενεργειακές υποδομές, κρίσιμες τεχνολογίες, αλυσίδες εφοδιασμού, θαλάσσιους διαδρόμους μεταφοράς και επενδύσεις δισεκατομμυρίων. Η ασφάλεια μετατρέπεται σε προϋπόθεση της οικονομικής ισχύος.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, τα F-35 αποκτούν έναν ευρύτερο στρατηγικό ρόλο. Δεν αποτελούν απλώς το πιο προηγμένο μαχητικό αεροσκάφος της Δύσης. Αποτελούν τον βασικό πυλώνα της αμερικανικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας που καλείται να προστατεύσει τις νέες ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές από τον Περσικό Κόλπο έως την Ανατολική Μεσόγειο και την Ευρώπη. Ο υπό διαμόρφωση διάδρομος India–Middle East–Europe Economic Corridor (IMEC), οι ενεργειακές υποδομές της Ανατολικής Μεσογείου, τα νέα δίκτυα ηλεκτρικής διασύνδεσης, τα υποθαλάσσια καλώδια δεδομένων και, στο επόμενο στάδιο, οι υποδομές της οικονομίας της τεχνητής νοημοσύνης συνθέτουν μια ενιαία στρατηγική εικόνα.

Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι οι χώρες που βρίσκονται στον πυρήνα αυτών των σχεδιασμών -το Ισραήλ, η Ελλάδα και, σύμφωνα με τις αμερικανικές επιδιώξεις, η Σαουδική Αραβία- εντάσσονται σταδιακά στην «οικογένεια» των F-35. Η επιλογή αυτή δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι οικονομική, ενεργειακή και τεχνολογική.

Αντίθετα, η Τουρκία δεν βρίσκεται σήμερα στον ίδιο βαθμό ενσωματωμένη σε αυτούς τους σχεδιασμούς. Και αυτό εξηγεί γιατί το πραγματικό ερώτημα του Αμερικανικού Συστήματος δεν είναι πλέον αν η Άγκυρα θα απομακρύνει τους S-400, αλλά αν μπορεί να επανενταχθεί σε μια νέα δυτική αρχιτεκτονική εμπιστοσύνης, όπου η γεωοικονομία καθορίζει πλέον τις συμμαχίες περισσότερο από τη γεωγραφία.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top