GuidePedia

0


Κωστας Καλλιαντερης
Παρά τη θεαματική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, η Ελλάδα θα συνεχίσει να αποπληρώνει τα δάνεια των Μνημονίων για ακόμη τέσσερις δεκαετίες. Η εαρινή έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου αποκαλύπτει ότι οι συνολικές υποχρεώσεις προς τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και τα μεταμνημονιακά δάνεια ξεπερνούν σήμερα τα 230 δισ. ευρώ.

Η Ελλάδα μπορεί να έχει επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα και να εμφανίζει έναν από τους ταχύτερους ρυθμούς αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, όμως ο λογαριασμός της δημοσιονομικής κρίσης θα συνεχίσει να βαραίνει πολλές ακόμη γενιές φορολογουμένων.

Σύμφωνα με την Εαρινή Έκθεση 2026 του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ), η πλήρης αποπληρωμή των δανείων που έλαβε η χώρα κατά την περίοδο των Μνημονίων δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί πριν από το 2070, διατηρώντας την Ελλάδα σε καθεστώς μακροχρόνιων δημοσιονομικών υποχρεώσεων για ακόμη 44 χρόνια.

Από τα 288,7 δισ. ευρώ απομένουν πάνω από 211 δισ.

Κατά την περίοδο 2010-2018, η Ελλάδα άντλησε συνολικά 288,7 δισ. ευρώ μέσω των τριών προγραμμάτων οικονομικής στήριξης από:τις χώρες της Ευρωζώνης (GLF),
το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF),
και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM).

Μέχρι σήμερα έχουν αποπληρωθεί περίπου 77 δισ. ευρώ, ποσό που περιλαμβάνει και την πλήρη εξόφληση των δανείων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ύψους 32,1 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, το ανεξόφλητο υπόλοιπο εξακολουθεί να διαμορφώνεται στα 211,4 δισ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος των αποπληρωμών να εκτείνεται χρονικά έως το 2070. 

Τα διμερή δάνεια τελειώνουν το 2031

Από τα 52,9 δισ. ευρώ των διμερών δανείων που χορήγησαν οι χώρες της Ευρωζώνης στο πρώτο πρόγραμμα διάσωσης, απομένουν σήμερα περίπου 26,3 δισ. ευρώ.

Η Ελλάδα σχεδιάζει να συνεχίσει την πολιτική πρόωρων αποπληρωμών, με αποτέλεσμα το ανεξόφλητο υπόλοιπο να περιοριστεί στα περίπου 19 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026.

Στη συνέχεια προβλέπονται ετήσιες καταβολές περίπου 5 δισ. ευρώ, οδηγώντας στην πλήρη εξόφλησή τους το 2031.

Το μεγάλο βάρος παραμένει στο EFSF

Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους εξακολουθεί να αφορά τα δάνεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF).

Από τα συνολικά 141,8 δισ. ευρώ που εκταμιεύθηκαν, παραμένουν ανεξόφλητα περίπου 125,7 δισ. ευρώ.

Η ιδιαίτερα μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής των συγκεκριμένων δανείων σημαίνει ότι οι ετήσιες δόσεις θα συνεχιστούν έως και το 2070, αποτελώντας τον βασικό λόγο για τον οποίο η Ελλάδα θα διατηρεί χρηματοδοτικές υποχρεώσεις προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για πολλές ακόμη δεκαετίες.

Παράλληλα, τα 58,8 δισ. ευρώ που δανείστηκε η χώρα από τον ESM στο πλαίσιο του τρίτου Μνημονίου θα αποπληρώνονται από το 2034 έως το 2060. 

Άλλα 23 δισ. ευρώ από τα νέα ευρωπαϊκά δάνεια

Στις μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις της χώρας προστίθενται και τα νεότερα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία.

Συγκεκριμένα:περίπου 11,6 δισ. ευρώ αφορούν δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (EIB) και το πρόγραμμα SURE για τη στήριξη της απασχόλησης,
ενώ επιπλέον 11,4 δισ. ευρώ προέρχονται από το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF).

Η αποπληρωμή των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης θα ξεκινήσει το 2032, επεκτείνοντας ακόμη περισσότερο το χρονοδιάγραμμα των δημοσιονομικών υποχρεώσεων της χώρας.

Συνολικά, οι χρηματοδοτικές υποχρεώσεις που θα συνοδεύουν την Ελλάδα έως το 2070 ξεπερνούν πλέον τα 230 δισ. ευρώ.
Το χρέος μειώνεται, αλλά οι υποχρεώσεις παραμένουν

Παρά το μεγάλο ύψος των υποχρεώσεων, η εικόνα του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ παρουσιάζει σημαντική βελτίωση.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει:κάτω από το 140% του ΑΕΠ μέσα στα επόμενα χρόνια,
ενώ έως το 2029 εκτιμάται ότι θα κινηθεί ακόμη και κάτω από το 120% του ΑΕΠ.

Η αποκλιμάκωση αυτή δεν οφείλεται μόνο στις αποπληρωμές, αλλά κυρίως:στην υψηλή ονομαστική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας,
στον πληθωρισμό των τελευταίων ετών,
και στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων.
Τα πρωτογενή πλεονάσματα παραμένουν μονόδρομος

Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο επισημαίνει ότι η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διατήρηση ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων.

Σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα θα πρέπει να επιτυγχάνει κατά μέσο όρο πρωτογενή πλεονάσματα περίπου 2% του ΑΕΠ για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το 2025 τα πρωτογενή πλεονάσματα συνέβαλαν κατά 4,9 ποσοστιαίες μονάδες στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, ενώ για το 2026 η συμβολή τους εκτιμάται στις 3,2 μονάδες.
Η μεγάλη πρόκληση μετά τα Μνημόνια

Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η επίτευξη τόσο υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων επί δεκαετίες αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία.

Η πορεία του χρέους θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τη δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά και από παράγοντες όπως οι μελλοντικοί ρυθμοί ανάπτυξης, το κόστος δανεισμού στις διεθνείς αγορές, η εξέλιξη των επιτοκίων και η δυνατότητα της οικονομίας να συνεχίσει να παράγει ισχυρά φορολογικά έσοδα.

Με άλλα λόγια, μπορεί η περίοδος των Μνημονίων να έχει λήξει πολιτικά και θεσμικά, όμως οι οικονομικές της συνέπειες θα εξακολουθήσουν να συνοδεύουν τη χώρα για πολλές ακόμη δεκαετίες.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top