
Θοδωρής Καλούδης
Οι εκλογές σε Μεκλεμβούργο-Πομερανία και Βερολίνο αποκάλυψαν μια χώρα που δυσκολεύεται να μετατρέψει την οικονομική ισχύ της σε πολιτική σταθερότητα. Η AfD κυριαρχεί πλέον σε μεγάλο μέρος της ανατολικής Γερμανίας, η Αριστερά κερδίζει την πρωτεύουσα και η Χριστιανοδημοκρατία καταγράφει ιστορική καθίζηση. Ο Φρίντριχ Μερτς παραμένει καγκελάριος – αλλά δεν ελέγχει πλέον τον πολιτικό χρόνο.
Οι δύο περιφερειακές εκλογές της Κυριακής ήταν σίγουρα ακόμη μία δυσάρεστη βραδιά για τη γερμανική κυβέρνηση. Ήταν όμως και κάτι πιό σημαντικό: διαμόρφωσαν την εικόνα μιας χώρας που μετακινείται ταυτόχρονα προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις: προς την εθνικιστική Δεξιά στην ανατολική περιφέρεια και προς τη ριζοσπαστική Αριστερά στη μεγαλύτερη μητρόπολή της, το Βερολίνο.
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, η AfD αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με περίπου 37%, υπερδιπλασιάζοντας το ποσοστό της. Το SPD της δημοφιλούς πρωθυπουργού Μανουέλα Σβέζιγκ άντεξε κοντά στο 35,5%, αλλά η CDU περιορίστηκε λίγο πάνω από το όριο του 5% – το χειρότερο αποτέλεσμα της ιστορίας της σε κρατιδιακές εκλογές. Στο Βερολίνο, η Αριστερά ήρθε πρώτη με περίπου 24,5%, η CDU υποχώρησε στο 20% και η AfD ενισχύθηκε κοντά στο 16%.
Τα τελικά αποτελέσματα ενδέχεται να αλλάξουν οριακά την κοινοβουλευτική αριθμητική. Δεν αλλάζουν, όμως, το πολιτικό μήνυμα: η Γερμανία δεν διαθέτει πλέον ένα ισχυρό πολιτικό κέντρο ικανό να απορροφά τις κοινωνικές πιέσεις.
Δεν κέρδισε μόνο η AfD – έχασε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση
Η προφανής ανάγνωση είναι η νέα άνοδος της AfD. Η βαθύτερη εξέλιξη, όμως, βρίσκεται στην κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς τα κόμματα που κυβερνούν.
Σύμφωνα με την ανάλυση του γερμανικού δημόσιου δικτύου ARD, το 59% των ψηφοφόρων στο Μεκλεμβούργο και το 53% στο Βερολίνο θεωρούσαν ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση «άξιζε ένα μάθημα». Μόλις ένας στους δέκα εμφανιζόταν αισιόδοξος για την κατάσταση της χώρας, ενώ η αποδοχή του Μερτς είχε υποχωρήσει σε μονοψήφια επίπεδα.
Οι ψηφοφόροι δεν διαμαρτύρονται για ένα μόνο ζήτημα. Αντιδρούν σε ένα συσσωρευμένο αίσθημα οικονομικής και κοινωνικής υποχώρησης:
στις υψηλές τιμές ενέργειας και καυσίμων,
στην πίεση του κόστους ζωής,
στην κρίση της γερμανικής βιομηχανίας,
στην αβεβαιότητα για συντάξεις και κοινωνικές παροχές,
στη μετανάστευση και στην αίσθηση απώλειας ελέγχου,
στην αναποτελεσματικότητα του κράτους και των δημόσιων υποδομών.
Όπως σχολιάζει το Reuters, η οικονομία δείχνει πλέον κάποιες ενδείξεις ανάκαμψης, αλλά αυτή στηρίζεται κυρίως στις δημόσιες δαπάνες για υποδομές και άμυνα. Η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει ασθενής, ενώ ο μηχανολογικός κλάδος οδεύει προς τέταρτο συνεχόμενο έτος μείωσης της παραγωγής. Με άλλα λόγια, οι βελτιωμένοι μακροοικονομικοί δείκτες δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε αίσθημα ασφάλειας για τα νοικοκυριά.
Οι δύο περιφερειακές εκλογές της Κυριακής ήταν σίγουρα ακόμη μία δυσάρεστη βραδιά για τη γερμανική κυβέρνηση. Ήταν όμως και κάτι πιό σημαντικό: διαμόρφωσαν την εικόνα μιας χώρας που μετακινείται ταυτόχρονα προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις: προς την εθνικιστική Δεξιά στην ανατολική περιφέρεια και προς τη ριζοσπαστική Αριστερά στη μεγαλύτερη μητρόπολή της, το Βερολίνο.
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, η AfD αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με περίπου 37%, υπερδιπλασιάζοντας το ποσοστό της. Το SPD της δημοφιλούς πρωθυπουργού Μανουέλα Σβέζιγκ άντεξε κοντά στο 35,5%, αλλά η CDU περιορίστηκε λίγο πάνω από το όριο του 5% – το χειρότερο αποτέλεσμα της ιστορίας της σε κρατιδιακές εκλογές. Στο Βερολίνο, η Αριστερά ήρθε πρώτη με περίπου 24,5%, η CDU υποχώρησε στο 20% και η AfD ενισχύθηκε κοντά στο 16%.
Τα τελικά αποτελέσματα ενδέχεται να αλλάξουν οριακά την κοινοβουλευτική αριθμητική. Δεν αλλάζουν, όμως, το πολιτικό μήνυμα: η Γερμανία δεν διαθέτει πλέον ένα ισχυρό πολιτικό κέντρο ικανό να απορροφά τις κοινωνικές πιέσεις.
Δεν κέρδισε μόνο η AfD – έχασε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση
Η προφανής ανάγνωση είναι η νέα άνοδος της AfD. Η βαθύτερη εξέλιξη, όμως, βρίσκεται στην κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς τα κόμματα που κυβερνούν.
Σύμφωνα με την ανάλυση του γερμανικού δημόσιου δικτύου ARD, το 59% των ψηφοφόρων στο Μεκλεμβούργο και το 53% στο Βερολίνο θεωρούσαν ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση «άξιζε ένα μάθημα». Μόλις ένας στους δέκα εμφανιζόταν αισιόδοξος για την κατάσταση της χώρας, ενώ η αποδοχή του Μερτς είχε υποχωρήσει σε μονοψήφια επίπεδα.
Οι ψηφοφόροι δεν διαμαρτύρονται για ένα μόνο ζήτημα. Αντιδρούν σε ένα συσσωρευμένο αίσθημα οικονομικής και κοινωνικής υποχώρησης:
στις υψηλές τιμές ενέργειας και καυσίμων,
στην πίεση του κόστους ζωής,
στην κρίση της γερμανικής βιομηχανίας,
στην αβεβαιότητα για συντάξεις και κοινωνικές παροχές,
στη μετανάστευση και στην αίσθηση απώλειας ελέγχου,
στην αναποτελεσματικότητα του κράτους και των δημόσιων υποδομών.
Όπως σχολιάζει το Reuters, η οικονομία δείχνει πλέον κάποιες ενδείξεις ανάκαμψης, αλλά αυτή στηρίζεται κυρίως στις δημόσιες δαπάνες για υποδομές και άμυνα. Η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει ασθενής, ενώ ο μηχανολογικός κλάδος οδεύει προς τέταρτο συνεχόμενο έτος μείωσης της παραγωγής. Με άλλα λόγια, οι βελτιωμένοι μακροοικονομικοί δείκτες δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε αίσθημα ασφάλειας για τα νοικοκυριά.
Η «παγίδα Μερτς»
Ο καγκελάριος χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «καταστροφή», ανέλαβε την ευθύνη, αλλά ξεκαθάρισε ότι θα παραμείνει και θα επιμείνει στις μεταρρυθμίσεις. «Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν», δήλωσε, παρουσιάζοντάς τες ως αντίδοτο στο «αυταρχικό δηλητήριο».
Εδώ βρίσκεται και το πολιτικό του αδιέξοδο: Εάν υποχωρήσει από τις αλλαγές στη φορολογία, στις συντάξεις, στη γραφειοκρατία και στην αγορά εργασίας, θα ακυρώσει τον βασικό λόγο για τον οποίο εξελέγη. Εάν επιμείνει χωρίς άμεσα και ορατά αποτελέσματα, κινδυνεύει να βαθύνει την κοινωνική δυσαρέσκεια και να προσφέρει νέο χώρο στην AfD.
Ο Μερτς έχει επομένως χρόνο θεσμικά, αλλά πολύ λιγότερο πολιτικό χρόνο. Οι πρωθυπουργοί των κρατιδίων της CDU εξακολουθούν να τον στηρίζουν, κυρίως επειδή δεν υπάρχει έτοιμη και αδιαμφισβήτητη διάδοχη λύση. Η στήριξη αυτή δεν αποτελεί λευκή επιταγή. Αν οι δημοσκοπήσεις δεν αλλάξουν και οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις δεν αρχίσουν να αποδίδουν, η εσωκομματική συζήτηση θα μετακινηθεί από το «αν» στο «πότε» θα αντικατασταθεί.
Η AfD κερδίζει, αλλά ακόμη δεν κυβερνά
Παρά την πρωτιά της στο Μεκλεμβούργο, η AfD παραμένει απομονωμένη από τα υπόλοιπα κόμματα και δύσκολα θα σχηματίσει κυβέρνηση. Σύμφωνα με τα Γερμανικά μέσα, το SPD μπορεί να διατηρήσει την εξουσία με μια ευρύτερη συμμαχία, πιθανότατα με την Αριστερά και τους Πράσινους. Στο Βερολίνο είναι αριθμητικά δυνατή είτε μια κυβέρνηση Αριστεράς-Πρασίνων-SPD είτε ένας συνασπισμός CDU-Πρασίνων-SPD.
Αυτό, όμως, δημιουργεί μια επικίνδυνη αντίφαση. Η AfD κερδίζει τις εκλογές, αλλά οι άλλοι συνασπίζονται για να μην κυβερνήσει. Θεσμικά, η επιλογή είναι απολύτως νόμιμη. Πολιτικά, επιτρέπει στην άκρα Δεξιά να εμφανίζεται ως η μόνη πραγματική αντιπολίτευση απέναντι σε ένα ενιαίο «σύστημα».
Όσο μεγαλώνει η AfD, τόσο πιο σύνθετοι και ετερογενείς γίνονται οι συνασπισμοί που απαιτούνται για τον αποκλεισμό της. Και όσο δυσκολότερα κυβερνούν αυτοί οι συνασπισμοί, τόσο περισσότερο ενισχύεται η επιχειρηματολογία της.
Το γερμανικό πρόβλημα είναι πλέον ευρωπαϊκό
Η Γερμανία δεν αντιμετωπίζει άμεσο θεσμικό κενό. Διαθέτει ισχυρό Σύνταγμα, ομοσπονδιακές ισορροπίες και – μετά την ναζιστική περιπέτειά της – βαθιά δημοκρατική παράδοση. Αντιμετωπίζει όμως κάτι διαφορετικό: σταδιακή απώλεια κυβερνησιμότητας σε μια στιγμή κατά την οποία η Ευρώπη χρειάζεται γερμανική ηγεσία.
Μια αποδυναμωμένη καγκελαρία δυσκολεύεται να ηγηθεί στην ευρωπαϊκή άμυνα, στην ανταγωνιστικότητα, στην ενεργειακή πολιτική και στη στήριξη της Ουκρανίας. Παράλληλα, η ενίσχυση μιας AfD με φιλορωσικές και ευρωσκεπτικιστικές θέσεις περιορίζει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια του Βερολίνου.
Ο Μερτς πιθανότατα θα παραμείνει – προς το παρόν. Αλλά η ουσία δεν είναι αν «μένει μέχρι να φύγει». Είναι αν προλαβαίνει, πριν φύγει, να αποδείξει ότι το δημοκρατικό κέντρο μπορεί ακόμη να παράγει ασφάλεια, ανάπτυξη και αποτελεσματική διακυβέρνηση.
Διότι η γερμανική κρίση δεν είναι πλέον μόνο κρίση ενός καγκελαρίου. Είναι η κρίση του πολιτικού μοντέλου πάνω στο οποίο στηρίχθηκε επί δεκαετίες η σταθερότητα ολόκληρης της Ευρώπης.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου