
Κωστας Καλλιαντερης
Η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει οριστικά τη στρατηγική των κυρώσεων και ανοίγει τον δρόμο στις αμερικανικές επενδύσεις στη μεταπολεμική Συρία. Το πρώτο Συριακο-Αμερικανικό Επιχειρηματικό Φόρουμ στη Δαμασκό δεν ήταν μια απλή οικονομική συνάντηση, αλλά η επίσημη έναρξη μιας νέας γεωπολιτικής στρατηγικής του Ντόναλντ Τραμπ. Στόχος δεν είναι μόνο η ανοικοδόμηση μιας χώρας που καταστράφηκε από τον πόλεμο, αλλά και ο περιορισμός της επιρροής της Ρωσίας, της Κίνας και του Ιράν στην καρδιά της Μέσης Ανατολής.
Από τις κυρώσεις στις επενδύσεις: Η μεγαλύτερη ανατροπή της αμερικανικής πολιτικής
Για σχεδόν δύο δεκαετίες η αμερικανική πολιτική απέναντι στη Συρία στηριζόταν στην απομόνωση.
Οι κυρώσεις, με κορυφαίο εργαλείο τον Caesar Act, απέκλεισαν τη Δαμασκό από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, αποτρέποντας ξένες επιχειρήσεις και τράπεζες από κάθε σοβαρή οικονομική συνεργασία.
Η κατάρρευση όμως του καθεστώτος Άσαντ στα τέλη του 2024 άλλαξε τα δεδομένα.
Η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε σταδιακά:στην έκδοση ειδικών αδειών συναλλαγών,
στην άρση βασικών κυρώσεων,
στην κατάργηση του Caesar Act,
στην αφαίρεση εκατοντάδων προσώπων και εταιρειών από τις λίστες κυρώσεων,
ενώ προανήγγειλε ακόμη και την άρση του χαρακτηρισμού της Συρίας ως κράτους που υποστηρίζει την τρομοκρατία.
Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ανατροπές αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή μετά τον πόλεμο στο Ιράκ.
Το πρώτο Business Forum ήταν η πραγματική πολιτική ανακοίνωση
Το Syrian-American Business Forum που πραγματοποιήθηκε στη Δαμασκό δεν είχε ως μοναδικό αντικείμενο τις επενδύσεις.
Στην πραγματικότητα αποτέλεσε την επίσημη επιβεβαίωση ότι η Ουάσιγκτον αλλάζει εργαλείο ισχύος.
Αντί για στρατιωτική πίεση ή οικονομικό αποκλεισμό, επιλέγει
πλέον: επενδύσεις,
τραπεζική επανένταξη,
ενεργειακά συμβόλαια,
ιδιωτικά κεφάλαια,
χρηματοδότηση ανοικοδόμησης.
Με άλλα λόγια, η οικονομία μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο άσκησης γεωπολιτικής επιρροής.
τραπεζική επανένταξη,
ενεργειακά συμβόλαια,
ιδιωτικά κεφάλαια,
χρηματοδότηση ανοικοδόμησης.
Με άλλα λόγια, η οικονομία μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο άσκησης γεωπολιτικής επιρροής.
Γιατί ο Τραμπ αλλάζει στρατηγική
Η νέα πολιτική βασίζεται σε τρεις μεγάλους γεωστρατηγικούς στόχους.
1. Να περιοριστεί η Ρωσία και η Κίνα
Παρότι η Μόσχα διατηρεί ακόμη τις στρατιωτικές της εγκαταστάσεις στη Χμεϊμίμ και στην Ταρτούς, η Ουάσιγκτον εκτιμά ότι η οικονομική παρουσία μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη από τη στρατιωτική.
Ταυτόχρονα επιδιώκει να περιορίσει την κινεζική διείσδυση στις υποδομές, στις τηλεπικοινωνίες και στις μεταφορές πριν αυτή αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα.
2. Να σταθεροποιηθεί η Συρία χωρίς νέα στρατιωτική εμπλοκή
Η αμερικανική διοίκηση θεωρεί ότι μία οικονομικά λειτουργική Συρία μειώνει:τις προσφυγικές ροές,
την πιθανότητα επιστροφής του ISIS,
την περιφερειακή αποσταθεροποίηση.
Με αυτόν τον τρόπο η οικονομική ανάπτυξη αντιμετωπίζεται ως εργαλείο ασφάλειας και όχι μόνο ως αναπτυξιακή πολιτική.
3. Να δημιουργηθεί ένας νέος φιλοδυτικός άξονας στη Μέση Ανατολή
Η Ουάσιγκτον συντονίζεται πλέον στενά με:την Τουρκία,
τη Σαουδική Αραβία,
το Κατάρ,
τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα,
χώρες που ήδη χρηματοδοτούν μεγάλα έργα ανοικοδόμησης.
Η αμερικανική παρουσία λειτουργεί ως πολιτική και χρηματοοικονομική «ομπρέλα», επιτρέποντας στις επενδύσεις να προχωρήσουν χωρίς τον φόβο δευτερογενών κυρώσεων.
216 δισ. δολάρια το στοίχημα της ανοικοδόμησης
Η οικονομική διάσταση είναι τεράστια.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, η ανοικοδόμηση της Συρίας απαιτεί περίπου 216 δισ. δολάρια, ενώ άλλες μελέτες ανεβάζουν το συνολικό κόστος ακόμη και στα 400 δισ. δολάρια.
Η ηλεκτροπαραγωγή εξακολουθεί να κινείται περίπου στο 20% των προπολεμικών επιπέδων, ενώ οι υποδομές αντιστοιχούν σε περισσότερο από το ένα τρίτο των συνολικών ζημιών της χώρας.
Οι αμερικανικοί ενεργειακοί κολοσσοί επιστρέφουν
Η νέα στρατηγική ανοίγει τον δρόμο και για την επιστροφή αμερικανικών εταιρειών ενέργειας.
Η Chevron και η ConocoPhillips έχουν ήδη ξεκινήσει διερευνητικές επαφές με τη νέα συριακή κρατική πετρελαϊκή εταιρεία, εξετάζοντας πιθανές επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η ενέργεια θα αποτελέσει το πρώτο μεγάλο πεδίο οικονομικού ανταγωνισμού στη μεταπολεμική Συρία.
Η Τουρκία είναι ο μεγάλος κερδισμένος – αλλά όχι ο μοναδικός
Παρά την επιστροφή των Ηνωμένων Πολιτειών, η Τουρκία παραμένει μέχρι στιγμής ο ισχυρότερος οικονομικός παίκτης στη Συρία.
Τουρκικές εταιρείες έχουν ήδη εξασφαλίσει συμβάσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων σε έργα υποδομών, ενώ η Άγκυρα διατηρεί καθοριστική επιρροή τόσο στην ασφάλεια όσο και στην οικονομία της χώρας.
Παράλληλα, Κατάρ, Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα χρηματοδοτούν μεγάλα έργα σε ενέργεια, λιμάνια, τουρισμό και τηλεπικοινωνίες.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί πλέον να εξασφαλίσει ότι δεν θα μείνει εκτός του νέου οικονομικού χάρτη της Συρίας, διατηρώντας παράλληλα τον δυτικό έλεγχο απέναντι στη ρωσική και κινεζική επιρροή.
Το Ισραήλ και το Ιράν παραμένουν οι μεγάλοι άγνωστοι
Παρά την οικονομική επαναπροσέγγιση της Δύσης με τη Δαμασκό, οι γεωπολιτικές εκκρεμότητες παραμένουν.
Το Ισραήλ συνεχίζει στρατιωτικές επιχειρήσεις σε συριακό έδαφος και διατηρεί δυνάμεις στη ζώνη ασφαλείας, ενώ το Ιράν καλείται να επαναπροσδιορίσει τη στρατηγική του μετά την απώλεια του διαδρόμου επιρροής που διέθετε επί καθεστώτος Άσαντ.
Οι εξελίξεις αυτές σημαίνουν ότι, παρά τη νέα οικονομική δυναμική, η σταθερότητα της Συρίας εξακολουθεί να εξαρτάται από τις ευρύτερες ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.
Το νέο αμερικανικό δόγμα για τη Συρία
Το πρώτο Συριακο-Αμερικανικό Επιχειρηματικό Φόρουμ σηματοδοτεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια επενδυτική πρωτοβουλία. Αποτελεί την επίσημη μετάβαση της αμερικανικής στρατηγικής από την πολιτική των κυρώσεων στην πολιτική της οικονομικής επιρροής. Η κυβέρνηση Τραμπ επενδύει στην πεποίθηση ότι οι τράπεζες, οι ενεργειακές συμφωνίες, οι ιδιωτικές επενδύσεις και η ανοικοδόμηση μπορούν να αποδειχθούν αποτελεσματικότερα εργαλεία ισχύος από την απομόνωση και τις κυρώσεις. Το αν αυτό το φιλόδοξο γεωοικονομικό εγχείρημα θα περιορίσει τελικά τη ρωσική, κινεζική και ιρανική επιρροή ή θα δημιουργήσει έναν νέο κύκλο ανταγωνισμού στη Μέση Ανατολή, θα κριθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς η Συρία μετατρέπεται ξανά σε έναν από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς και ενεργειακούς κόμβους της περιοχής.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου