
Βασιλης Διαμαντακος
Το ΚΥΣΕΑ άναψε το «πράσινο φως» για το μεγαλύτερο πρόγραμμα αεράμυνας που έχει υλοποιήσει ποτέ η χώρα. Με επένδυση άνω των 3 δισ. ευρώ, ισχυρή ελληνική βιομηχανική συμμετοχή που ξεπερνά τα 700 εκατ. ευρώ και ένα ελληνικής σχεδίασης σύστημα διοίκησης και ελέγχου, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» φιλοδοξεί να αλλάξει το επιχειρησιακό δόγμα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων απέναντι σε πυραύλους, drones και σύγχρονες υβριδικές απειλές.
Η απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) να εγκρίνει το νέο ολοκληρωμένο πρόγραμμα αεράμυνας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κινήσεις του εξοπλιστικού σχεδιασμού της τελευταίας δεκαετίας.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι ένα ακόμη οπλικό σύστημα. Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο δίκτυο αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και anti-drone άμυνας, το οποίο θα συνδέει αισθητήρες, ραντάρ, πυραυλικά συστήματα και μέσα ηλεκτρονικού πολέμου σε μία ενιαία επιχειρησιακή εικόνα.
35 μήνες μέχρι την πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας διευκρίνισε ότι ο χρονικός ορίζοντας των 35 μηνών αφορά την πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία του συστήματος και όχι απλώς την παραλαβή του εξοπλισμού.
Όπως εξήγησε, μέχρι τότε θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί όλες οι απαιτούμενες στρατιωτικές υποδομές, οι εγκαταστάσεις διοίκησης, τα κέντρα επιχειρήσεων και τα δίκτυα διασύνδεσης ώστε το σύστημα να μπορεί να λειτουργήσει ως ένα ενιαίο επιχειρησιακό σύνολο.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι εργασίες δεν περιορίζονται στην προμήθεια νέων πυραύλων ή ραντάρ.
Περιλαμβάνουν την αναβάθμιση στρατιωτικών εγκαταστάσεων στον Έβρο, στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και σε κρίσιμες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, με νέες ενεργειακές υποδομές, ασφαλή δίκτυα επικοινωνιών και αυξημένη ανθεκτικότητα απέναντι σε κυβερνοεπιθέσεις ή επιθέσεις κατά κρίσιμων υποδομών.
Το ελληνικό “νευρικό σύστημα” της άμυνας
Η καρδιά της νέας αρχιτεκτονικής δεν είναι οι πύραυλοι.
Είναι το νέο σύστημα Command and Control (C2), το οποίο εξελίσσεται σε ένα από τα πιο κρίσιμα στοιχεία του προγράμματος.
Ο Νίκος Δένδιας επιβεβαίωσε ότι η Ελλάδα εξασφάλισε πλήρη πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα (source code) του συστήματος διοίκησης και ελέγχου, τονίζοντας ότι για τέτοιου είδους κρίσιμα συστήματα αυτό αποτελεί προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας. Όπως είπε, οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν πρόκειται να αποκτούν συστήματα Command & Control χωρίς έλεγχο του πηγαίου κώδικα, καθώς κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε στρατηγική εξάρτηση από τον προμηθευτή.
Το νέο σύστημα περιγράφεται ως C5ISR-T, συνδυάζοντας:
Command
Control
Compute
Communications
Cyber
Intelligence
Surveillance
Reconnaissance
Targeting
Στην πράξη πρόκειται για ένα ενιαίο ψηφιακό δίκτυο που θα συλλέγει πληροφορίες από κάθε διαθέσιμο αισθητήρα, θα αξιολογεί απειλές σε πραγματικό χρόνο και θα υποδεικνύει το καταλληλότερο μέσο αναχαίτισης.
Control
Compute
Communications
Cyber
Intelligence
Surveillance
Reconnaissance
Targeting
Στην πράξη πρόκειται για ένα ενιαίο ψηφιακό δίκτυο που θα συλλέγει πληροφορίες από κάθε διαθέσιμο αισθητήρα, θα αξιολογεί απειλές σε πραγματικό χρόνο και θα υποδεικνύει το καταλληλότερο μέσο αναχαίτισης.
Η τεχνητή νοημοσύνη στο πεδίο μάχης
Η νέα αρχιτεκτονική εισάγει και στοιχεία τεχνητής νοημοσύνης, με δυνατότητα αυτόματης επεξεργασίας μεγάλου όγκου δεδομένων από ραντάρ, αισθητήρες, UAV και άλλα μέσα επιτήρησης.
Ο στόχος είναι η δραστική μείωση του χρόνου αντίδρασης απέναντι σε σύνθετες επιθέσεις κορεσμού, ιδιαίτερα απέναντι σε μαζική χρήση drones ή συνδυασμένες επιθέσεις πυραύλων και μη επανδρωμένων συστημάτων.
Πολυεπίπεδη προστασία
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» θα ενοποιήσει σε ένα επιχειρησιακό δίκτυο:
τα ισραηλινά συστήματα Spyder,
τα Barak MX,
το David’s Sling,
τα αναβαθμισμένα Patriot,
τα υπάρχοντα HAWK,
προηγμένα ραντάρ τεχνολογίας AESA,
καθώς και τα ήδη αναπτυγμένα συστήματα αντιμετώπισης drones.
Η διασύνδεση όλων αυτών δημιουργεί για πρώτη φορά ένα ενιαίο πλέγμα αεράμυνας που καλύπτει την ηπειρωτική χώρα και τα νησιά.
τα Barak MX,
το David’s Sling,
τα αναβαθμισμένα Patriot,
τα υπάρχοντα HAWK,
προηγμένα ραντάρ τεχνολογίας AESA,
καθώς και τα ήδη αναπτυγμένα συστήματα αντιμετώπισης drones.
Η διασύνδεση όλων αυτών δημιουργεί για πρώτη φορά ένα ενιαίο πλέγμα αεράμυνας που καλύπτει την ηπειρωτική χώρα και τα νησιά.
700 εκατ. ευρώ επιστρέφουν στην ελληνική οικονομία
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει το υπουργείο Εθνικής Άμυνας στη συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, η ελληνική πλευρά εξασφάλισε βιομηχανικό έργο άνω των 700 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 25% της συνολικής αξίας του προγράμματος, με συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στην παραγωγή, ολοκλήρωση και τεχνική υποστήριξη των συστημάτων.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει αυτή τη διάσταση όχι μόνο ως αντισταθμιστικό όφελος αλλά ως στρατηγική επένδυση στη δημιουργία εγχώριας τεχνογνωσίας.
Στόχος είναι η ελληνική αμυντική βιομηχανία να αποκτήσει ρόλο στην ευρωπαϊκή αλυσίδα παραγωγής και να δημιουργηθούν δυνατότητες εξαγωγών προς άλλες χώρες.
Από αγοραστής σε συμπαραγωγός
Σύμφωνα με πληροφορίες που διακινούνται στον αμυντικό χώρο, εξετάζεται ακόμη και η προοπτική ανάπτυξης παραγωγικής δυνατότητας στην Ελλάδα για συγκεκριμένα πυραυλικά υποσυστήματα αεράμυνας.
Εάν αυτό υλοποιηθεί, η χώρα θα κάνει ένα σημαντικό βήμα από τον ρόλο του αποκλειστικού εισαγωγέα σε εκείνον του συμπαραγωγού, ενισχύοντας τόσο την αυτάρκεια των Ενόπλων Δυνάμεων όσο και την τεχνολογική βάση της ελληνικής βιομηχανίας.
Μέρος της «Ατζέντας 2030»
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» εντάσσεται στη συνολική μεταρρύθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων μέσω της «Ατζέντας 2030», η οποία περιλαμβάνει ανανέωση εξοπλισμών, ενίσχυση της διαλειτουργικότητας, ανάπτυξη μη επανδρωμένων συστημάτων, δορυφορικές δυνατότητες και εκτεταμένο ψηφιακό μετασχηματισμό.
Νέο αμυντικό δόγμα
Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή ανέδειξαν ότι οι σύγχρονες απειλές δεν αντιμετωπίζονται πλέον μόνο με μαχητικά αεροσκάφη ή παραδοσιακά αντιαεροπορικά συστήματα. Οι επιθέσεις με drones, πυραύλους cruise, βαλλιστικούς πυραύλους και μέσα ηλεκτρονικού πολέμου απαιτούν ένα ολοκληρωμένο, διασυνδεδεμένο σύστημα που να λειτουργεί ως ενιαίο δίκτυο.
Η ελληνική απάντηση σε αυτή τη νέα πραγματικότητα είναι η «Ασπίδα του Αχιλλέα». Αν το χρονοδιάγραμμα των 35 μηνών τηρηθεί και η ελληνική βιομηχανική συμμετοχή εξελιχθεί όπως σχεδιάζεται, το πρόγραμμα δεν θα αποτελέσει μόνο τη μεγαλύτερη επένδυση στην αεράμυνα της χώρας, αλλά και σημείο καμπής για τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα οργανώνει την αποτροπή και την προστασία του εθνικού εναέριου χώρου τις επόμενες δεκαετίες.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου