GuidePedia

0


Σαφές μήνυμα στήριξης στην αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ έστειλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, στον απόηχο της συμφωνίας για την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα», του νέου πολυεπίπεδου ελληνικού συστήματος αεράμυνας και αντιβαλλιστικής προστασίας.

Η τοποθέτηση της Ουάσιγκτον αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική βαρύτητα, καθώς έρχεται αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας στο Τελ Αβίβ και δείχνει ότι η αμυντική σύγκλιση Αθήνας και Ιερουσαλήμ αντιμετωπίζεται θετικά από τις ΗΠΑ ως μέρος της ευρύτερης αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, απαντώντας σε ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «οι ΗΠΑ χαιρετίζουν τη συνεργασία μεταξύ της Ελλάδας και του Ισραήλ, η οποία προωθεί τους κοινούς μας στόχους στον τομέα της ασφάλειας».

Η φράση αυτή μόνο τυχαία δεν είναι.

Η Ουάσιγκτον ουσιαστικά αναγνωρίζει ότι η εμβάθυνση της ελληνοϊσραηλινής στρατιωτικής συνεργασίας δεν αποτελεί μια απλή διμερή προμήθεια οπλικών συστημάτων, αλλά συνδέεται με ευρύτερους κοινούς στόχους ασφαλείας ΗΠΑ, Ελλάδας και Ισραήλ.
Η αμερικανική «σφραγίδα» στην ελληνοϊσραηλινή συνεργασία

Η αντίδραση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί έρχεται σε μία περίοδο κατά την οποία η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε χώρο αυξημένου στρατηγικού ανταγωνισμού.

Η Ελλάδα ενισχύει ραγδαία την αμυντική της συνεργασία με το Ισραήλ, όχι μόνο μέσω αγορών οπλικών συστημάτων, αλλά και μέσω κοινών ασκήσεων, ανταλλαγής τεχνογνωσίας, συνεργασίας στην αεράμυνα, στα UAV, στους πυραύλους και στα προηγμένα δίκτυα διοίκησης και ελέγχου.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί πλέον το μεγαλύτερο και πιο σύνθετο κομμάτι αυτής της συνεργασίας.

Και το γεγονός ότι οι ΗΠΑ σπεύδουν να τη χαρακτηρίσουν συμβατή με τους «κοινούς στόχους ασφαλείας» προσδίδει στο πρόγραμμα μία πολύ ευρύτερη πολιτική διάσταση.
Συμφωνία δισεκατομμυρίων για τον νέο ελληνικό θόλο

Η ελληνική και η ισραηλινή πλευρά έχουν προχωρήσει στην υπογραφή διακρατικής συμφωνίας συνολικού ύψους περίπου 3,035 δισ. ευρώ για την ανάπτυξη της νέας πολυεπίπεδης αεράμυνας.

Το πρόγραμμα δεν περιορίζεται σε μία κλασική αγορά αντιαεροπορικών πυραύλων.

Αντίθετα, στόχος είναι η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εθνικού δικτύου αεράμυνας και αντιβαλλιστικής προστασίας, ικανού να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα διαφορετικού τύπου απειλές.

Βαλλιστικοί πύραυλοι.

Πύραυλοι cruise.

Μαχητικά αεροσκάφη.

UAV.

Μικρά drones.

Κατευθυνόμενα πυρομαχικά.

Και κάθε σύγχρονη εναέρια απειλή που μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικό ύψος και απόσταση.

Αυτή είναι η πραγματική φιλοσοφία της «Ασπίδας του Αχιλλέα»: καμία απειλή να μην αντιμετωπίζεται από ένα και μοναδικό σύστημα και καμία περιοχή να μην εξαρτάται από μία μόνο γραμμή άμυνας.
Η πολυστρωματική άμυνα που αλλάζει τα δεδομένα

Το νέο ελληνικό σύστημα βασίζεται στη λογική της πολυστρωματικής αεράμυνας.

Σήμερα, διαφορετικά αντιαεροπορικά συστήματα μπορούν να λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό ως ξεχωριστές «νησίδες», προστατεύοντας συγκεκριμένες περιοχές ή εγκαταστάσεις.

Η νέα αρχιτεκτονική επιχειρεί να καταργήσει ακριβώς αυτή τη λογική.

Ραντάρ, αισθητήρες, κέντρα διοίκησης και μονάδες πυρός θα λειτουργούν ως ένα ενιαίο δίκτυο, ανταλλάσσοντας δεδομένα σε πραγματικό χρόνο.

Έτσι, μία εναέρια απειλή μπορεί να εντοπιστεί πολύ πριν εισέλθει στην περιοχή ευθύνης μιας συγκεκριμένης μονάδας και να ανατεθεί αυτομάτως στο καταλληλότερο όπλο για αναχαίτιση.

Αυτό σημαίνει μεγαλύτερο χρόνο αντίδρασης, καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πυραύλων και, κυρίως, πολλαπλές ευκαιρίες καταστροφής του ίδιου στόχου.
David’s Sling, BARAK MX και SPYDER στην πρώτη γραμμή

Στην «καρδιά» της νέας ελληνικής αεράμυνας βρίσκονται τρία από τα πλέον γνωστά ισραηλινά συστήματα:

David’s Sling, BARAK MX και SPYDER.

Τα τρία συστήματα έχουν διαφορετικούς ρόλους και ακριβώς γι’ αυτό δημιουργούν ένα πολυεπίπεδο πλέγμα προστασίας.

Το SPYDER καλείται να καλύψει κυρίως μικρότερες και χαμηλότερες αποστάσεις, αντιμετωπίζοντας αεροσκάφη, UAV, drones και άλλες άμεσες αεροπορικές απειλές.

Το BARAK MX προσφέρει μεγαλύτερη εμβέλεια και ευελιξία, επιτρέποντας αντιμετώπιση ευρέος φάσματος στόχων.

Το David’s Sling αποτελεί το ανώτερο επίπεδο του δικτύου, με ικανότητες απέναντι σε πολύ πιο απαιτητικές απειλές, μεταξύ άλλων πυραυλικά συστήματα μεγάλων αποστάσεων.

Ο στόχος είναι ξεκάθαρος: αν μία απειλή ξεπεράσει το πρώτο επίπεδο άμυνας, να υπάρχει δεύτερο – και εάν απαιτείται, τρίτο.

Τα ELM-2084 ως «μάτια» της Ασπίδας

Κρίσιμο ρόλο αναμένεται να έχουν και τα προηγμένα ισραηλινά radar ELM-2084.

Τα συγκεκριμένα radar δεν αποτελούν απλώς αισθητήρες εντοπισμού.

Θα λειτουργούν ως βασικοί κόμβοι του νέου δικτύου, παρέχοντας έγκαιρη προειδοποίηση, παρακολούθηση στόχων και δεδομένα εμπλοκής.

Στο σύγχρονο πεδίο μάχης, άλλωστε, το ποιος βλέπει πρώτος τον στόχο είναι συχνά εξίσου σημαντικό με το ποιος διαθέτει τον ισχυρότερο πύραυλο.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που φέρνει το ελληνικό πρόγραμμα.
Το ελληνικό C2 είναι ο πραγματικός «εγκέφαλος»

Το πιο σημαντικό στοιχείο της «Ασπίδας του Αχιλλέα» δεν είναι μόνο οι εκτοξευτές ή οι αναχαιτιστικοί πύραυλοι.

Είναι το Command and Control System, το περίφημο C2.

Πρόκειται για τον πραγματικό «εγκέφαλο» ολόκληρης της αρχιτεκτονικής.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, το σύστημα διοίκησης και ελέγχου θα είναι ελληνικής κατασκευής, με αξιοποίηση ισραηλινής τεχνογνωσίας.

Μέσω αυτού θα συγκεντρώνονται σε πραγματικό χρόνο δεδομένα από όλα τα διαθέσιμα radar και τους αισθητήρες.

Το C2 θα δημιουργεί μία κοινή επιχειρησιακή εικόνα και θα αποφασίζει ποια μονάδα πυρός διαθέτει την καλύτερη θέση και το κατάλληλο όπλο για κάθε στόχο.

Αυτό είναι που μετατρέπει την «Ασπίδα του Αχιλλέα» από μία απλή αγορά πυραύλων σε ένα πραγματικό δικτυοκεντρικό σύστημα πολέμου.
Ένα radar εντοπίζει – άλλο σύστημα μπορεί να χτυπά

Η μεγαλύτερη αλλαγή στη φιλοσοφία της ελληνικής αεράμυνας είναι ότι ο αισθητήρας που θα εντοπίζει μία απειλή δεν χρειάζεται να ανήκει στο ίδιο σύστημα που θα την καταρρίψει.

Για παράδειγμα, ένα επίγειο radar μπορεί να εντοπίσει έναν στόχο.

Τα δεδομένα του μπορούν να μεταδοθούν μέσω του C2 σε άλλη μονάδα.

Και η αναχαίτιση να πραγματοποιηθεί από διαφορετικό σύστημα το οποίο βρίσκεται δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά.

Αυτό είναι το μοντέλο του σύγχρονου δικτυοκεντρικού πολέμου.

Η πληροφορία δεν παραμένει εγκλωβισμένη μέσα σε ένα radar, ένα αεροσκάφος ή έναν εκτοξευτή.

Διακινείται άμεσα σε ολόκληρο το δίκτυο.
Στο ίδιο δίκτυο μαχητικά, UAV και πολεμικά πλοία

Η φιλοδοξία του προγράμματος είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Το C2 δεν σχεδιάζεται για να «βλέπει» αποκλειστικά τα David’s Sling, BARAK MX, SPYDER και ELM-2084.

Στόχος είναι σταδιακά να ενσωματωθεί σχεδόν ολόκληρο το ελληνικό επιχειρησιακό οικοσύστημα.

Μαχητικά αεροσκάφη.

UAV.

Επίγεια radar.

Συστήματα ηλεκτρονικής επιτήρησης.

Μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού.

Όλα μπορούν να μετατραπούν σε κόμβους ενός ενιαίου δικτύου.

Ένα ελληνικό μαχητικό μπορεί, για παράδειγμα, να εντοπίζει έναν στόχο και να μεταφέρει τα δεδομένα του στο δίκτυο χωρίς να χρειάζεται το ίδιο να πραγματοποιήσει την αναχαίτιση.

Αντίστοιχα, μία φρεγάτα μπορεί να τροφοδοτεί την κοινή επιχειρησιακή εικόνα με δεδομένα από τα δικά της radar.

Η ξηρά, ο αέρας και η θάλασσα αρχίζουν έτσι να αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο πεδίο μάχης.
Γιατί η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα αντιαεροπορικό πρόγραμμα

Το πρόγραμμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή αλλάζει τη φιλοσοφία με την οποία η Ελλάδα οργανώνει την αεράμυνά της.

Δεν πρόκειται απλώς για αντικατάσταση παλαιότερων συστημάτων.

Πρόκειται για μετάβαση από την αποσπασματική άμυνα στη δικτυοκεντρική άμυνα.

Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρος ο εθνικός εναέριος χώρος μπορεί σταδιακά να προστατεύεται ως μία ενιαία επιχειρησιακή περιοχή.

Σε ένα περιβάλλον όπου τα drones, οι βαλλιστικοί πύραυλοι και τα πυρομαχικά ακριβείας αλλάζουν ριζικά τον χαρακτήρα του πολέμου, η δυνατότητα ταχείας ανταλλαγής δεδομένων αποκτά καθοριστική σημασία.

Η ταχύτητα της πληροφορίας γίνεται πλέον όπλο.
Το μήνυμα προς την Ανατολική Μεσόγειο

Η αμερικανική δήλωση έρχεται να δώσει στο πρόγραμμα και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Η Ουάσιγκτον δεν σχολίασε απλώς μία ελληνική προμήθεια.

Χαιρέτισε ρητά τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ ως εργαλείο προώθησης κοινών στόχων ασφαλείας.

Αυτό ενισχύει την εικόνα ενός ευρύτερου πλέγματος συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, στο οποίο Αθήνα, Ιερουσαλήμ και Ουάσιγκτον συγκλίνουν σε κρίσιμους τομείς άμυνας και ασφάλειας.

Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι διπλό.

Από τη μία πλευρά αποκτά ένα από τα πιο προηγμένα πολυεπίπεδα συστήματα αεράμυνας στην περιοχή.

Από την άλλη, η επιλογή αυτή συνδέει ακόμη περισσότερο την ελληνική αμυντική αρχιτεκτονική με Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

Δημοσίευση σχολίου

 
Top