GuidePedia

0


Βασιλης Διαμαντακος 
Ο Ισραηλινός ΥΠΕΞ απαντά στις κατηγορίες της Άγκυρας περί «αποσταθεροποίησης» στρέφοντας τον προβολέα στην τουρκική παρουσία στο 36% της Κύπρου. Πίσω από τη ρητορική σύγκρουση κρύβεται μια πολύ μεγαλύτερη μάχη για Συρία, Ανατολική Μεσόγειο, αμυντικές συμμαχίες και την περιφερειακή τάξη μετά τον πόλεμο με το Ιράν

Η αντιπαράθεση Ισραήλ–Τουρκίας έχει πλέον ξεπεράσει κατά πολύ τη Γάζα και αρχίζει να αποκτά χαρακτηριστικά μιας μακροχρόνιας στρατηγικής σύγκρουσης για το ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο στην Ανατολική Μεσόγειο και στη μεταπολεμική Μέση Ανατολή.

Η νέα μετωπική επίθεση του Ισραηλινού υπουργού Εξωτερικών Γκίντεον Σαάρ κατά του Χακάν Φιντάν είναι χαρακτηριστική αυτής της αλλαγής.

Ο Φιντάν είχε κατηγορήσει εκ νέου το Ισραήλ ότι αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες αποσταθεροποίησης της περιοχής και ότι ακολουθεί επεκτατική πολιτική. Η ισραηλινή απάντηση επιχείρησε να αντιστρέψει πλήρως το επιχείρημα: η Τουρκία, σύμφωνα με την ισραηλινή γραμμή, δεν μπορεί να εμφανίζεται ως κριτής της περιφερειακής νομιμότητας όταν εξακολουθεί να διατηρεί στρατιωτική παρουσία στο βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Και η αναφορά στο 36% της Κύπρου δεν αποτελεί τυχαία επικοινωνιακή βολή.

Σύμφωνα με την Κυπριακή Δημοκρατία, περισσότερο από το 36% της επικράτειάς της παραμένει υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή μετά τα γεγονότα του 1974. Η θέση αυτή επαναλήφθηκε επισήμως και στις εκδηλώσεις της 20ής Ιουλίου 2026.

Ο Φιντάν άνοιξε το μέτωπο – Ο Σαάρ έφερε την Κύπρο στο τραπέζι

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών έχει υιοθετήσει το τελευταίο διάστημα ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα έναντι του Ισραήλ.

Τον Ιούλιο είχε υποστηρίξει ότι το Ισραήλ έχει μετατραπεί σε «πρόβλημα» για την ευρύτερη διεθνή κοινότητα και είχε ζητήσει την επιβολή κυρώσεων. Η αντίδραση του Σαάρ ήταν ήδη εξαιρετικά σκληρή, κατηγορώντας τον Τούρκο ομόλογό του ακόμη και για ρητορική που, κατά την ισραηλινή ερμηνεία, συνιστά υποκίνηση σε γενοκτονία.

Το νέο επεισόδιο δείχνει ότι η διπλωματική κόντρα δεν αποκλιμακώνεται.

Αντιθέτως, κάθε πλευρά αρχίζει να χτυπά πλέον τα πιο ευαίσθητα ιστορικά και γεωπολιτικά σημεία της άλλης.

Και για την Τουρκία, η Κύπρος είναι ένα από αυτά. 

Γιατί το “36%” είναι τόσο ισχυρό ισραηλινό επιχείρημα

Η ισραηλινή λογική είναι απλή:

η Άγκυρα κατηγορεί το Ισραήλ για κατοχή, επεκτατισμό και δημιουργία τετελεσμένων, ενώ την ίδια στιγμή η ίδια υποστηρίζει ένα καθεστώς στο βόρειο τμήμα της Κύπρου το οποίο αναγνωρίζεται διεθνώς μόνο από την Τουρκία.

Η Κυπριακή Δημοκρατία αναφέρει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να ελέγχει στρατιωτικά περισσότερο από το 36% του εδάφους της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι περιπτώσεις Κύπρου και Παλαιστινιακών Εδαφών είναι νομικά ή ιστορικά ταυτόσημες.

Σημαίνει όμως ότι η Ιερουσαλήμ έχει εντοπίσει ένα ιδιαίτερα ευάλωτο σημείο στην τουρκική επιχειρηματολογία περί κατοχής και διεθνούς δικαίου.

Και φαίνεται αποφασισμένη να το χρησιμοποιήσει.
Το ακόμα μεγαλύτερο μήνυμα: Το Ισραήλ “ανακαλύπτει” την Κύπρο ως γεωπολιτικό όπλο

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο για Αθήνα και Λευκωσία.

Η Κύπρος δεν εμφανίζεται πλέον στις ισραηλινοτουρκικές σχέσεις απλώς ως φιλικό κράτος του Ισραήλ.

Αρχίζει να μετατρέπεται σε κομμάτι της ίδιας της αντιπαράθεσης Ιερουσαλήμ–Άγκυρας.

Η τάση είχε διαφανεί ήδη τους προηγούμενους μήνες, όταν ο Φιντάν χαρακτήρισε τη στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δυνητική απειλή για την Τουρκία και άλλες μουσουλμανικές χώρες.

Για την Άγκυρα, η τριμερής συνεργασία αρχίζει να διαβάζεται όχι ως απλή διπλωματική συνεννόηση, αλλά ως σχηματιζόμενος στρατηγικός άξονας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Και για το Ισραήλ, αντιστρόφως, Ελλάδα και Κύπρος αποκτούν μεγαλύτερη αξία όσο επιδεινώνεται η σχέση του με την Τουρκία. 

Η Συρία είναι ίσως το πραγματικό πεδίο της σύγκρουσης

Πίσω όμως από τις δημόσιες δηλώσεις για την Κύπρο βρίσκεται ένα ακόμη πιο άμεσο στρατηγικό πρόβλημα:

η Συρία.

Τουρκία και Ισραήλ θέλουν διαφορετικά πράγματα από την επόμενη ημέρα της χώρας.

Η Άγκυρα επιδιώκει μια Συρία με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση που θα περιορίσει την κουρδική αυτονομία και θα βρίσκεται πολιτικά κοντά στην Τουρκία.

Το Ισραήλ ενδιαφέρεται πρωτίστως για την ασφάλεια των βόρειων συνόρων του, τη διατήρηση στρατηγικού βάθους και την αποτροπή συγκέντρωσης εχθρικών στρατιωτικών δυνάμεων κοντά στα Υψίπεδα του Γκολάν.

Αυτό δημιουργεί έναν δυνητικά επικίνδυνο μηχανισμό τριβής.

Η Τουρκία έχει στρατιωτική παρουσία και μεγάλη πολιτική επιρροή στη Συρία.

Το Ισραήλ έχει αποδείξει ότι είναι έτοιμο να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ όταν θεωρεί ότι απειλούνται ζωτικά του συμφέροντα.

Οι δύο χώρες επομένως μπορούν να βρεθούν στο ίδιο θέατρο επιχειρήσεων με διαφορετικούς στόχους.
Κι όμως, κανείς δεν θέλει ευθεία σύγκρουση

Αυτό είναι επίσης σημαντικό.

Παρά τη σκληρή ρητορική, ο ίδιος ο Φιντάν είχε δηλώσει μόλις τον Ιούλιο ότι δεν υπάρχει λόγος να υπάρξει “ανοιχτή σύγκρουση” μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.

Δεν πρόκειται για αντίφαση.

Πρόκειται για κλασική στρατηγική αποτροπής.

Άγκυρα και Ιερουσαλήμ ανεβάζουν τη ρητορική πίεση, δημιουργούν συμμαχίες και ενισχύουν τα στρατιωτικά τους εργαλεία, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούν να διατηρούν μηχανισμούς ώστε η αντιπαράθεση να μη μετατραπεί σε άμεσο πόλεμο.

Το πρόβλημα είναι ότι όσο αυξάνονται τα κοινά πεδία στρατιωτικής παρουσίας, τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος λάθους υπολογισμού.
Η τριμερής Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ αποκτά διαφορετικό βάρος

Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η σχέση Αθήνας–Λευκωσίας–Ιερουσαλήμ αποκτά σαφώς μεγαλύτερη στρατηγική αξία.

Περιλαμβάνει πλέον:

ενεργειακές υποδομές,

αμυντικές συνεργασίες,

κοινές ασκήσεις,

θαλάσσια ασφάλεια,

τεχνολογική συνεργασία,

και τον Great Sea Interconnector.

Το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και μελλοντικά Κύπρου–Ισραήλ δημιουργεί ένα φυσικό ενεργειακό τόξο που συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο με το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα.

Για την Τουρκία, οποιαδήποτε στρατηγική αρχιτεκτονική αναπτύσσεται στην περιοχή χωρίς την ίδια προκαλεί καχυποψία.

Για Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ, αντιθέτως, αποτελεί εργαλείο γεωπολιτικής ανθεκτικότητας.
Και η αμυντική διάσταση βαθαίνει

Η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται ταυτόχρονα σε περίοδο ταχύτατης στρατιωτικής αναβάθμισης.

Η Ελλάδα ενισχύει το ναυτικό και την αεροπορική της ισχύ.

Το Ισραήλ διαθέτει ήδη τη στρατιωτική υπεροχή και την ισχυρότερη τεχνολογική βάση της περιοχής.

Η Τουρκία επενδύει τεράστια ποσά στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία, από drones και πυραύλους έως το μαχητικό KAAN.

Άρα η αντιπαράθεση δεν διεξάγεται μόνο σε επίπεδο διπλωματίας.

Διεξάγεται και μέσω διαμόρφωσης συσχετισμών ισχύος για την επόμενη δεκαετία.
Το F-35 είναι ακόμη ένα μέτωπο

Το Ισραήλ παρακολουθεί επίσης στενά το ενδεχόμενο επανόδου της Τουρκίας στο πρόγραμμα των αμερικανικών F-35.

Η Άγκυρα απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα μετά την αγορά του ρωσικού συστήματος S-400.

Η προοπτική επανεξέτασης της υπόθεσης από την κυβέρνηση Τραμπ προκαλεί ισραηλινές επιφυλάξεις, ακριβώς επειδή η στρατηγική σχέση Άγκυρας–Ιερουσαλήμ έχει επιδεινωθεί δραματικά. Σε σχετικές συζητήσεις, Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν επικαλεστεί μεταξύ άλλων και την τουρκική παρουσία στην Κύπρο ως μέρος της επιχειρηματολογίας τους απέναντι σε ενίσχυση των τουρκικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.

Άρα η αναφορά του Σαάρ στην Κύπρο δεν είναι μόνο ρητορική.

Εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια να επηρεαστεί και η δυτική αντίληψη για την Τουρκία.
Η αρμενική γενοκτονία άνοιξε ακόμη ένα ρήγμα

Το τελευταίο διάστημα το Ισραήλ έκανε και μία άλλη κίνηση με τεράστιο συμβολικό βάρος.

Η ισραηλινή κυβέρνηση ενέκρινε πρόταση για επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, με τον Σαάρ να δηλώνει ότι αποτελεί «ηθικό καθήκον» του εβραϊκού κράτους.

Για δεκαετίες, το Ισραήλ απέφευγε μια τέτοια κίνηση εν μέρει λόγω των σχέσεών του με την Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν.

Η αλλαγή αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ότι οι παλιές αναστολές εξαφανίζονται όσο η τουρκοϊσραηλινή σχέση επιδεινώνεται.

Κύπρος και Αρμενία, δηλαδή δύο εξαιρετικά ευαίσθητοι ιστορικοί φάκελοι για την Τουρκία, αρχίζουν να εμφανίζονται πολύ εντονότερα στην ισραηλινή διπλωματική ρητορική.

Αυτό δύσκολα θεωρείται σύμπτωση.
Ο πόλεμος των αφηγημάτων έχει πλέον αρχίσει

Η σύγκρουση Τουρκίας–Ισραήλ διεξάγεται σε τρία επίπεδα.

Στο πρώτο βρίσκεται η στρατιωτική ισχύς.

Στο δεύτερο οι περιφερειακές συμμαχίες.

Και στο τρίτο η νομιμοποίηση.

Η Τουρκία παρουσιάζει το Ισραήλ ως δύναμη κατοχής και αποσταθεροποίησης.

Το Ισραήλ απαντά:

«Κοιτάξτε την Κύπρο».

Και αυτό είναι στρατηγικά σημαντικό, επειδή μεταφέρει τη συζήτηση από το Ισραήλ στο ιστορικό αποτύπωμα της ίδιας της Τουρκίας.
Για Αθήνα και Λευκωσία δημιουργείται ευκαιρία – αλλά και κίνδυνος

Η όξυνση της αντιπαράθεσης μπορεί να ενισχύσει την αξία Ελλάδας και Κύπρου στα μάτια του Ισραήλ.

Αλλά χρειάζεται προσοχή.

Αθήνα και Λευκωσία έχουν συμφέρον από ισχυρή στρατηγική σχέση με το Ισραήλ.

Δεν έχουν όμως συμφέρον να εμφανιστούν ως προκεχωρημένο μέτωπο μιας ισραηλινοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Η ελληνική στρατηγική παραδοσιακά επιδιώκει να οικοδομεί συνεργασίες χωρίς να τις παρουσιάζει ως αντικατάσταση ή περικύκλωση τρίτων χωρών.

Αυτό θα γίνει ακόμη δυσκολότερο όσο Τουρκία και Ισραήλ αντιμετωπίζουν η μία την άλλη όλο και περισσότερο ως ανταγωνιστές.
Το πραγματικό παιχνίδι είναι η επόμενη περιφερειακή τάξη

Το σημαντικότερο συμπέρασμα βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή σύγκρουση δεν αφορά απλώς δύο υπουργούς Εξωτερικών που ανταλλάσσουν βαριές δηλώσεις.

Η Τουρκία επιδιώκει να γίνει κεντρικός πόλος του μουσουλμανικού κόσμου, ενισχύει τη συνεργασία της με Σαουδική Αραβία και Πακιστάν και διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στη Συρία.

Το Ισραήλ, από την άλλη, ενισχύει τους δεσμούς του με Ελλάδα, Κύπρο και άλλους περιφερειακούς εταίρους και επιδιώκει να αποτρέψει τη δημιουργία στρατηγικού περιβάλλοντος που θα περιορίζει την ελευθερία κινήσεών του.

Και έτσι η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά μια νέα διαχωριστική γραμμή.

Όχι ακόμη στρατιωτικό μέτωπο. Αλλά πλέον σαφώς έναν ανταγωνισμό δύο περιφερειακών δυνάμεων που διεκδικούν χώρο, συμμάχους και δικαίωμα να καθορίζουν τους κανόνες.

Η Κύπρος μπήκε τώρα ανοιχτά σε αυτή τη σύγκρουση.

Και το γεγονός ότι ο Ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών επέλεξε να απαντήσει στον Χακάν Φιντάν υπενθυμίζοντας την τουρκική κατοχή πάνω από του 36% της Κυπριακής Δημοκρατίας δείχνει ότι η Ιερουσαλήμ είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει στο εξής έναν φάκελο που επί χρόνια χειριζόταν πολύ πιο προσεκτικά. Και αν αυτό γίνει σταθερή γραμμή της ισραηλινής διπλωματίας, τότε δεν θα πρόκειται απλώς για ακόμη ένα επεισόδιο στον καβγά Σαάρ–Φιντάν. Θα αποτελεί νέα παράμετρο στη γεωπολιτική εξίσωση Ελλάδας, Κύπρου, Τουρκίας και Ισραήλ.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top