
Μόλις λίγες εβδομάδες χρειάστηκαν για να βρεθεί αντιμέτωπη με το πρώτο μεγάλο τεστ πραγματικής ισχύος η πολυσυζητημένη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν.
Η συμφωνία της 7ης Αυγούστου παρουσιάστηκε ως ένα νέο κεφάλαιο στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, ενώ η Άγκυρα μίλησε για συλλογική αποτροπή, κοινές στρατιωτικές δυνατότητες και βαθύτερη θεσμοποίηση της αμυντικής συνεργασίας.
Όμως η νέα κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα έφερε το θεωρητικό οικοδόμημα αντιμέτωπο με ένα πολύ πιο σκληρό ερώτημα:
Τι συμβαίνει όταν ένα από τα μέλη βρίσκεται πραγματικά υπό στρατιωτική πίεση;
Μέχρι στιγμής, η απάντηση που προκύπτει από το πεδίο είναι ότι το Ριάντ εξακολουθεί να αναζητεί κρίσιμη στρατιωτική υποστήριξη από την Ουάσιγκτον, την ώρα που η Τουρκία και το Πακιστάν δεν έχουν εμπλακεί σε κοινή στρατιωτική επιχείρηση στο πλαίσιο της συμφωνίας.
Οι Χούθι αλλάζουν τα δεδομένα στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ
Η κατάσταση στην Υεμένη έχει επιδεινωθεί δραματικά.
Οι Χούθι κατέλαβαν τη Μόκα και το στρατηγικής σημασίας νησί Περίμ —γνωστό και ως Μαγιούν— στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, αποκτώντας αυξημένη δυνατότητα να απειλήσουν μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες στον κόσμο. Reuters και άλλα διεθνή μέσα επιβεβαίωσαν την προέλαση κατά μήκος της Ερυθράς Θάλασσας και την κατάληψη θέσεων που επιτρέπουν στους Χούθι να ασκήσουν ακόμη μεγαλύτερη πίεση στη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Το Μπαμπ ελ Μαντέμπ μετατρέπεται έτσι σε δεύτερο τεράστιο γεωπολιτικό σημείο πίεσης, παράλληλα με τα Στενά του Ορμούζ.
Για τη Σαουδική Αραβία το πρόβλημα είναι τεράστιο.
Οι επιθέσεις έχουν ήδη επηρεάσει ενεργειακές εγκαταστάσεις και την κρίσιμη East-West Pipeline, ενώ οι Χούθι έχουν ενισχύσει την πίεσή τους στη σαουδαραβική επικράτεια. Στις 16 Σεπτεμβρίου, η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ακόμη ότι αναχαίτισε drone νοτίως της Μέκκας, χαρακτηρίζοντας την ασφάλεια της ιερής πόλης «κόκκινη γραμμή». Οι Χούθι αρνήθηκαν ότι στόχευαν τη Μέκκα.
Το Ριάντ τηλεφώνησε στον Τραμπ – όχι στους νέους συμμάχους του
Εδώ βρίσκεται το στοιχείο που έχει ιδιαίτερο γεωπολιτικό βάρος.
Σύμφωνα με το Axios, ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν τηλεφώνησε δύο φορές στον Ντόναλντ Τραμπ, ζητώντας τελικά άμεσες αμερικανικές επιδρομές εναντίον των Χούθι καθώς η κατάσταση γύρω από τη Μόκα επιδεινωνόταν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να αρνήθηκε να εγκρίνει τα πλήγματα, ενώ η Ουάσιγκτον συμφώνησε να συνεχίσει να παρέχει πληροφορίες και δεδομένα στοχοποίησης στη Σαουδική Αραβία.
Αυτή η εικόνα αποτελεί ίσως το σημαντικότερο μέχρι σήμερα τεστ της Συμφωνίας της Μέκκας.
Γιατί όταν η κατάσταση πέρασε από τις πολιτικές διακηρύξεις στη στρατιωτική πραγματικότητα, η κρίσιμη τηλεφωνική γραμμή παρέμεινε εκείνη μεταξύ Ριάντ και Ουάσιγκτον.
Ο επικεφαλής της CENTCOM, ναύαρχος Brad Cooper, βρέθηκε επίσης στη Σαουδική Αραβία για συντονισμό, ενώ αργότερα συναντήθηκε με τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στην Τζέντα.
Πού είναι η «συλλογική άμυνα» της Μέκκας;
Η αντίθεση είναι εμφανής.
Στις 7 Αυγούστου, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε χαρακτηρίσει τη συμφωνία εργαλείο «συλλογικής αποτροπής», ενώ το τουρκικό υπουργείο Άμυνας υποστήριζε ότι στόχος ήταν η ενίσχυση των κοινών στρατιωτικών δυνατοτήτων Τουρκίας, Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας.
Στις 31 Αυγούστου, ο Χακάν Φιντάν προχώρησε ακόμη περισσότερο.
Μίλησε για τη δημιουργία μιας «νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας και συνεργασίας», υποστηρίζοντας ότι η συμμαχία δημιουργήθηκε με προοπτική διεύρυνσης.
Κι όμως, στην πρώτη μεγάλη κρίση που αγγίζει άμεσα τη σαουδαραβική ασφάλεια, δεν έχει μέχρι στιγμής ενεργοποιηθεί κάποια κοινή τουρκοπακιστανοσαουδαραβική στρατιωτική επιχείρηση.
Το Πακιστάν μάλιστα δήλωσε στις 10 Σεπτεμβρίου ότι δεν είχε συζητηθεί στρατιωτική απάντηση στο πλαίσιο της Συμφωνίας της Μέκκας απέναντι στις επιθέσεις των Χούθι.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η συμφωνία είναι χωρίς σημασία ή ότι δεν μπορεί να αποκτήσει επιχειρησιακό περιεχόμενο στο μέλλον.
Σημαίνει όμως ότι η πολιτική ρήτρα συλλογικής άμυνας δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε έναν μηχανισμό άμεσης κοινής πολεμικής αντίδρασης αντίστοιχο με τις μεγάλες ώριμες στρατιωτικές συμμαχίες.
Οι δυνατότητες των ΗΠΑ δύσκολα αντικαθίστανται
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Μία σύγχρονη επιχείρηση εναντίον των Χούθι δεν απαιτεί απλώς μαχητικά αεροσκάφη.
Απαιτεί συνεχή ISR — πληροφορίες, επιτήρηση και αναγνώριση — δορυφορική εικόνα, ακριβή στοχοποίηση κινητών εκτοξευτών, εναέριο ανεφοδιασμό, ηλεκτρονικό πόλεμο, αντιπυραυλική άμυνα, ναυτική παρουσία και δυνατότητα επαναλαμβανόμενων πληγμάτων μεγάλης ακρίβειας.
Οι Χούθι διαθέτουν αποκεντρωμένη διοίκηση, κινητούς πυραυλικούς εκτοξευτές, drones και υπόγειες εγκαταστάσεις. Γι’ αυτό και προηγούμενες αεροπορικές εκστρατείες έδειξαν πόσο δύσκολο είναι να εξαλειφθεί η συγκεκριμένη απειλή μόνο μέσω αεροπορικών πληγμάτων.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται σήμερα να επιλέγει στήριξη χωρίς πλήρη στρατιωτική εμπλοκή.
Οι ΗΠΑ παρέχουν πληροφοριακή και επιχειρησιακή υποστήριξη στη Σαουδική Αραβία, αλλά έχουν μέχρι τώρα αποφύγει νέα μεγάλης κλίμακας εκστρατεία εναντίον των Χούθι, καθώς η στρατηγική τους προτεραιότητα παραμένει ευρύτερα το Ιράν και η ασφάλεια των κρίσιμων θαλάσσιων οδών.
Η μεγάλη αντίφαση για την Άγκυρα
Για την Τουρκία η κατάσταση δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο τεστ αξιοπιστίας της νέας περιφερειακής στρατηγικής της.
Η Άγκυρα παρουσίασε τη Συμφωνία της Μέκκας ως βήμα προς περισσότερη περιφερειακή αυτονομία στον τομέα της ασφάλειας, χωρίς όμως να τη χαρακτηρίζει συμμαχία εναντίον συγκεκριμένου κράτους. Η τουρκική κυβέρνηση έχει επισήμως τονίσει ότι το σύμφωνο δεν στρέφεται κατά του Ιράν, του Ισραήλ ή οποιασδήποτε άλλης χώρας.
Ταυτόχρονα, η περιφερειακή ρητορική της Άγκυρας έχει γίνει ιδιαίτερα φιλόδοξη.
Η Τουρκία επιδιώκει να εμφανιστεί ως δύναμη που μπορεί να διαδραματίσει αυτόνομο ρόλο από τον Περσικό Κόλπο μέχρι τη Μεσόγειο.
Η Υεμένη όμως αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη πίστα για τέτοιους σχεδιασμούς.
Γιατί εδώ δεν αρκεί η πολιτική αλληλεγγύη.
Χρειάζονται δυνατότητες που πρέπει να βρίσκονται διαθέσιμες επί 24ώρου βάσεως και να μπορούν να χρησιμοποιηθούν μέσα σε ώρες.
Και το μήνυμα προς Ελλάδα και Ισραήλ;
Στην Ελλάδα και στο Ισραήλ, η Συμφωνία της Μέκκας παρακολουθείται κυρίως υπό το πρίσμα των μεταβαλλόμενων περιφερειακών συσχετισμών.
Η Αθήνα και το Ισραήλ υπέγραψαν στις 31 Αυγούστου συμφωνία περίπου 3 δισ. ευρώ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», με συστήματα David’s Sling, BARAK MX και SPYDER, ενισχύοντας περαιτέρω την αμυντική τους συνεργασία.
Από τουρκικής πλευράς έχουν παράλληλα υπάρξει σκληρές δημόσιες δηλώσεις για το Ισραήλ και προειδοποιητικές τοποθετήσεις προς την Ελλάδα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η Συμφωνία της Μέκκας έχει επισήμως προσδιορίσει κάποια από τις δύο χώρες ως αντίπαλο. Αντίθετα, τα τρία συμβαλλόμενα κράτη δηλώνουν επίσημα ότι η συμφωνία είναι αμυντική και δεν στρέφεται κατά συγκεκριμένης χώρας.
Το πρώτο τεστ δείχνει το χάσμα ανάμεσα στις διακηρύξεις και στην ισχύ
Το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί μέχρι σήμερα είναι περισσότερο σύνθετο από το σύνθημα «άνθρακας ο χρυσός».
Η Συμφωνία της Μέκκας είναι πολιτικά υπαρκτή και περιλαμβάνει σοβαρή ρήτρα συλλογικής άμυνας. Επιχειρησιακά, όμως, βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της βήματα.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου