
Βασιλης Διαμαντακος
Η σύγκρουση του 2026 στη Μέση Ανατολή δεν άλλαξε μόνο τις στρατιωτικές ισορροπίες. Ανέδειξε και έναν νέο διπλωματικό πρωταγωνιστή. Το Πακιστάν, με τη στήριξη του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και της Τουρκίας, εξελίσσεται σε κρίσιμο διαμεσολαβητή ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη, αναδιαμορφώνοντας τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής.
Η στρατιωτική αναμέτρηση μεταξύ Ισραήλ, Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν το 2026 άφησε πίσω της δύο παράλληλες πραγματικότητες.
Η πρώτη ήταν ορατή: εκτεταμένες επιθέσεις, σημαντικές απώλειες στην ιρανική στρατιωτική ηγεσία και μια νέα περίοδος αστάθειας στη Μέση Ανατολή.
Η δεύτερη εξελίχθηκε σχεδόν αθόρυβα, μακριά από τα πεδία των συγκρούσεων. Και αυτή αφορά την ανάδειξη του Πακιστάν ως ενός από τους βασικούς διπλωματικούς παίκτες της νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη βρέθηκαν να χρησιμοποιούν έναν κοινά αποδεκτό δίαυλο επικοινωνίας, με το Ισλαμαμπάντ και τη Ντόχα να αναλαμβάνουν ρόλο εγγυητών της διαδικασίας.
Η “συμφωνία του Ισλαμαμπάντ” άλλαξε τις ισορροπίες
Η μεγαλύτερη διπλωματική εξέλιξη των τελευταίων μηνών ήταν η υπογραφή του λεγόμενου Islamabad Memorandum of Understanding, το οποίο δημιούργησε το πρώτο επίσημο πλαίσιο συνομιλιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν μετά τη σύγκρουση.
Το μνημόνιο δεν έλυσε τις διαφορές των δύο πλευρών.
Δημιούργησε όμως κάτι ίσως σημαντικότερο:
έναν μόνιμο μηχανισμό επικοινωνίας, τεχνικών διαπραγματεύσεων και αποκλιμάκωσης κρίσεων.
Στη συνέχεια ακολούθησε η Σύνοδος της Λίμνης της Λουκέρνης (Lake Lucerne Summit), όπου αποφασίστηκε η δημιουργία Ανώτατης Επιτροπής, ομάδων εργασίας για το πυρηνικό πρόγραμμα, τις κυρώσεις και έναν μηχανισμό αποτροπής επεισοδίων στον Περσικό Κόλπο και στον Στενό του Ορμούζ.
Το Πακιστάν δεν είναι πλέον “παρατηρητής”
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, το Πακιστάν αντιμετωπιζόταν κυρίως ως χώρα με επιρροή στο Αφγανιστάν.
Σήμερα όμως φαίνεται να αποκτά πολύ ευρύτερο γεωπολιτικό ρόλο.
Διατηρεί στενές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Διατηρεί ανοικτούς διαύλους με το Ιράν.
Έχει στρατηγικές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία.
Συνεργάζεται στενά με το Κατάρ και την Τουρκία.
Αυτός ο συνδυασμός του επιτρέπει να συνομιλεί σχεδόν με όλους τους βασικούς παίκτες της Μέσης Ανατολής χωρίς να θεωρείται άμεσος αντίπαλος από καμία πλευρά.
Αμερικανικά και διεθνή μέσα περιγράφουν πλέον το Ισλαμαμπάντ ως τον βασικό διαμεσολαβητή της μεταπολεμικής περιόδου μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Το “αντίβαρο” στην ισραηλινή στρατηγική
Η νέα διπλωματική συμμαχία που διαμορφώθηκε γύρω από το Πακιστάν δεν είχε στόχο να σταματήσει τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, επιδίωξε κυρίως να αποτρέψει την ανεξέλεγκτη επέκταση της σύγκρουσης προς τον Λίβανο, τη Συρία και τον Περσικό Κόλπο, διατηρώντας ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές των συγκρούσεων.
Ήταν πολιτική.
Να μην επιτρέψει η στρατιωτική υπεροχή να μετατραπεί αυτόματα σε μια νέα περιφερειακή τάξη πραγμάτων χωρίς τη συμμετοχή των αραβικών κρατών.
Οι Συμφωνίες του Αβραάμ παραμένουν “παγωμένες”
Ένα ακόμη στοιχείο που δείχνει τη νέα ισορροπία είναι η στάση σημαντικών αραβικών χωρών απέναντι στις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Παρά τις αμερικανικές πιέσεις, ούτε η Σαουδική Αραβία ούτε το Κατάρ ούτε το Πακιστάν προχώρησαν σε διαδικασία εξομάλυνσης των σχέσεών τους με το Ισραήλ κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.
Η κοινή θέση ήταν ότι χωρίς ουσιαστική πρόοδο στο Παλαιστινιακό δεν μπορεί να υπάρξει συνολική πολιτική συμφωνία.
Οι εσωτερικές αντιθέσεις παραμένουν
Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ενιαία.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εμφανίζονται περισσότερο κοντά στις αμερικανικές και ισραηλινές επιλογές.
Η Σαουδική Αραβία συνεχίζει να ισορροπεί ανάμεσα στις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον και την ανάγκη διατήρησης διαύλων με την Τεχεράνη.
Η Τουρκία ακολουθεί τη δική της αυτόνομη περιφερειακή στρατηγική.
Επομένως, δεν πρόκειται για μια απολύτως συμπαγή συμμαχία αλλά για ένα δίκτυο κρατών με κοινά συμφέροντα στη διαχείριση της κρίσης.
Το μεγάλο ερώτημα για το 2027
Οι αναλυτές θεωρούν ότι οι επόμενοι δώδεκα μήνες θα είναι καθοριστικοί.
Το πιθανότερο σενάριο είναι η διατήρηση μιας εύθραυστης εκεχειρίας, με περιοδικές εντάσεις αλλά χωρίς γενικευμένη ανάφλεξη.
Ένα δεύτερο σενάριο προβλέπει ρήγματα στο μέτωπο των αραβικών χωρών, ιδιαίτερα εάν Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ακολουθήσουν διαφορετικές στρατηγικές απέναντι στο Ιράν.
Το τρίτο –και πιο επικίνδυνο– αφορά μια νέα μεγάλη στρατιωτική κρίση στον Στενό του Ορμούζ ή στον Λίβανο, που θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα ολόκληρο το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων.
Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα
Για δεκαετίες η Μέση Ανατολή λειτουργούσε γύρω από ένα τρίγωνο ισχύος: Ουάσιγκτον, Τελ Αβίβ και Τεχεράνη.
Η κρίση του 2026 φαίνεται ότι προσθέτει έναν τέταρτο πόλο.
Το Πακιστάν δεν εξελίσσεται σε στρατιωτική υπερδύναμη της περιοχής.
Αναδεικνύεται όμως σε διπλωματικό κόμβο, ικανό να συνομιλεί ταυτόχρονα με αντίπαλα στρατόπεδα και να λειτουργεί ως γέφυρα εκεί όπου οι απευθείας δίαυλοι έχουν καταρρεύσει.
Αν αυτή η νέα αρχιτεκτονική αντέξει στον χρόνο, τότε η μεγαλύτερη γεωπολιτική αλλαγή που άφησε πίσω του ο πόλεμος του 2026 ίσως να μην αφορά τις στρατιωτικές ισορροπίες, αλλά τη μετατόπιση του κέντρου της περιφερειακής διπλωματίας από τις παραδοσιακές δυνάμεις του Κόλπου προς έναν νέο άξονα με επίκεντρο το Ισλαμαμπάντ.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου