
Η συμφωνία των 3 και πλέον δισ. ευρώ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι, αναμφίβολα, μια κομβική αμυντική επένδυση. Δεν αφορά όμως μια απλή αγορά μερικών ακόμη συστημάτων. Η Ελλάδα συνδέει ένα κρίσιμο τμήμα της αεράμυνάς της με ισραηλινά ραντάρ, αισθητήρες, λογισμικό και αρχιτεκτονική διοίκησης. Και όσο περισσότερο ένα σύστημα είναι δικτυωμένο, τόσο περισσότερο η συζήτηση παύει να αφορά μόνο στα όπλα και αρχίζει να αφορά στην πληροφορία. Ποιος τη συλλέγει; Ποιος την επεξεργάζεται; Και, τελικά, ποιος ελέγχει τη «μεγάλη εικόνα»;
Ο Άδωνις Γεωργιάδης έκανε λόγο για στρατηγική συμμαχία που «διασφαλίζει την ελευθερία» της Ελλάδας. Βαριά διατύπωση. Οι λέξεις στην εξωτερική πολιτική παράγουν δεσμεύσεις. Ποιο είναι το πραγματικό αντάλλαγμα πίσω από αυτές; Η Ελλάδα δεν αγοράζει μόνο ισραηλινό εξοπλισμό αλλά επενδύει σε μια βαθιά, σχεδόν ασφυκτική αλληλεξάρτηση βάσεων, επιχειρησιακής εικόνας και αμυντικής βιομηχανίας.
Και ύστερα, υπάρχει και ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» που όλοι κάνουν ότι δεν βλέπουν. Το Predator...
Δεν χρειάζονται θεωρίες συνωμοσίας για να αντιληφθεί κανείς το πρόβλημα. Η Intellexa δραστηριοποιήθηκε στην Ελλάδα, το ισραηλινής προέλευσης λογισμικό παρακολούθησης στοχοποίησε πολιτικούς, δημοσιογράφους και πρόσωπα που ανήκουν στον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος έστησε την όλη επιχείρηση. Είναι τι απέγιναν οι συνομιλίες και οι πληροφορίες που συλλέχθηκαν. Παρέμειναν εντός συνόρων; Αποτέλεσαν εργαλείο ασύμμετρης πίεσης για την αγορά του συγκεκριμένου οπλικού συστήματος;
Εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Η ίδια χώρα με την οποία χτίζουμε σήμερα μια βαθιά σχέση εξάρτησης μέσω του ευρύτερου οικοσυστήματος εταιρειών spyware, σχετίζεται με το μεγαλύτερο σκάνδαλο υποκλοπών της Μεταπολίτευσης.
Η Ελλάδα χρειάζεται τις συμμαχίες. Η εξωτερική πολιτική, όμως, δεν συγχωρεί τις ψευδαισθήσεις. Οι συμμαχίες είναι χρήσιμες όταν αυξάνουν την εθνική ισχύ. Γίνονται όμως θανάσιμες όταν η αποδέσμευση από αυτές συνδέεται με οδυνηρό κόστος σε επίπεδο εθνικής ασφάλειας. Και αυτό είναι κάτι που έπρεπε να το σκεφθούμε από πριν, όχι μετά. Γιατί η σημερινή ισραηλοτουρκική αντιπαράθεση μπορεί να κάνει τη σχέση Αθήνας–Τελ Αβίβ ιδιαίτερα χρήσιμη. Τα συμφέροντα, όμως, δεν είναι αιώνια. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, οι στρατηγικές προτεραιότητες μετακινούνται και οι αντίπαλοι γίνονται ξαφνικά εταίροι.
Τελικά πώς ακριβώς οικοδομήθηκε η σχέση μας με το Τελ Αβίβ; Ποια ήταν τα ελληνικά ανταλλάγματα; Ποιο είναι το επιχειρησιακό και πληροφοριακό αποτύπωμά της; Και τι ασφαλιστικές δικλίδες υπάρχουν ώστε η εθνική ασφάλεια να παραμένει εθνική, ακόμη και όταν οι σημερινοί μας σύμμαχοι, αύριο αποκτήσουν διαφορετικές προτεραιότητες.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο αν αγοράζουμε την πιο σύγχρονη «Ασπίδα». Το ζητούμενο είναι να μην αγοράσουμε μαζί της και μια εξάρτηση που δεν θα μπορεί αργότερα να αντικατασταθεί. Και ακόμη περισσότερο, να μην ανακαλύψουμε ότι, μαζί με τα κλειδιά της αεράμυνάς μας, παραδώσαμε και τα αντικλείδια του εθνικού μας στρατηγείου.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης έκανε λόγο για στρατηγική συμμαχία που «διασφαλίζει την ελευθερία» της Ελλάδας. Βαριά διατύπωση. Οι λέξεις στην εξωτερική πολιτική παράγουν δεσμεύσεις. Ποιο είναι το πραγματικό αντάλλαγμα πίσω από αυτές; Η Ελλάδα δεν αγοράζει μόνο ισραηλινό εξοπλισμό αλλά επενδύει σε μια βαθιά, σχεδόν ασφυκτική αλληλεξάρτηση βάσεων, επιχειρησιακής εικόνας και αμυντικής βιομηχανίας.
Και ύστερα, υπάρχει και ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» που όλοι κάνουν ότι δεν βλέπουν. Το Predator...
Δεν χρειάζονται θεωρίες συνωμοσίας για να αντιληφθεί κανείς το πρόβλημα. Η Intellexa δραστηριοποιήθηκε στην Ελλάδα, το ισραηλινής προέλευσης λογισμικό παρακολούθησης στοχοποίησε πολιτικούς, δημοσιογράφους και πρόσωπα που ανήκουν στον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος έστησε την όλη επιχείρηση. Είναι τι απέγιναν οι συνομιλίες και οι πληροφορίες που συλλέχθηκαν. Παρέμειναν εντός συνόρων; Αποτέλεσαν εργαλείο ασύμμετρης πίεσης για την αγορά του συγκεκριμένου οπλικού συστήματος;
Εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Η ίδια χώρα με την οποία χτίζουμε σήμερα μια βαθιά σχέση εξάρτησης μέσω του ευρύτερου οικοσυστήματος εταιρειών spyware, σχετίζεται με το μεγαλύτερο σκάνδαλο υποκλοπών της Μεταπολίτευσης.
Η Ελλάδα χρειάζεται τις συμμαχίες. Η εξωτερική πολιτική, όμως, δεν συγχωρεί τις ψευδαισθήσεις. Οι συμμαχίες είναι χρήσιμες όταν αυξάνουν την εθνική ισχύ. Γίνονται όμως θανάσιμες όταν η αποδέσμευση από αυτές συνδέεται με οδυνηρό κόστος σε επίπεδο εθνικής ασφάλειας. Και αυτό είναι κάτι που έπρεπε να το σκεφθούμε από πριν, όχι μετά. Γιατί η σημερινή ισραηλοτουρκική αντιπαράθεση μπορεί να κάνει τη σχέση Αθήνας–Τελ Αβίβ ιδιαίτερα χρήσιμη. Τα συμφέροντα, όμως, δεν είναι αιώνια. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, οι στρατηγικές προτεραιότητες μετακινούνται και οι αντίπαλοι γίνονται ξαφνικά εταίροι.
Τελικά πώς ακριβώς οικοδομήθηκε η σχέση μας με το Τελ Αβίβ; Ποια ήταν τα ελληνικά ανταλλάγματα; Ποιο είναι το επιχειρησιακό και πληροφοριακό αποτύπωμά της; Και τι ασφαλιστικές δικλίδες υπάρχουν ώστε η εθνική ασφάλεια να παραμένει εθνική, ακόμη και όταν οι σημερινοί μας σύμμαχοι, αύριο αποκτήσουν διαφορετικές προτεραιότητες.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο αν αγοράζουμε την πιο σύγχρονη «Ασπίδα». Το ζητούμενο είναι να μην αγοράσουμε μαζί της και μια εξάρτηση που δεν θα μπορεί αργότερα να αντικατασταθεί. Και ακόμη περισσότερο, να μην ανακαλύψουμε ότι, μαζί με τα κλειδιά της αεράμυνάς μας, παραδώσαμε και τα αντικλείδια του εθνικού μας στρατηγείου.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου