
ByΘοδωρής Καλούδης
Ο ελληνικός αμυντικός θόλος δεν είναι απλώς μια μεγάλη προμήθεια ισραηλινών πυραύλων. Είναι μια διαφορετική αντίληψη για την άμυνα της χώρας, που περιορίζει το πλεονέκτημα της Τουρκίας σε drones και πυραυλικά συστήματα και συνδέει στενότερα την Ελλάδα με το Ισραήλ και την Κύπρο.
Η απόφαση για την κατασκευή της «Ασπίδας του Αχιλλέα» ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει αντιδράσεις στην Τουρκία. Όχι μόνο επειδή πρόκειται για ένα μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα, κόστους έως 3,5 δισ. ευρώ. Ούτε απλώς επειδή η τεχνολογία θα είναι, σε μεγάλο βαθμό, ισραηλινή.
Αυτό που ανησυχεί περισσότερο την Άγκυρα είναι ότι ο ελληνικός αμυντικός θόλος μπορεί να αλλάξει ορισμένα από τα δεδομένα πάνω στα οποία στηρίζεται εδώ και χρόνια η τουρκική στρατιωτική στρατηγική στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και, παράλληλα, φέρνει ακόμη πιο κοντά την Ελλάδα, το Ισραήλ και την Κύπρο. Όχι πλέον μόνο σε επίπεδο διπλωματικών συνεννοήσεων και κοινών ασκήσεων, αλλά στη δημιουργία μιας εν δυνάμει κοινής αμυντικής αρχιτεκτονικής.
Δεν είναι ένα ελληνικό Iron Dome
Η εύκολη περιγραφή είναι ότι η Ελλάδα αγοράζει ένα δικό της Iron Dome. Δεν είναι ακριβώς έτσι.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» σχεδιάζεται ως ένα ενιαίο δίκτυο ραντάρ, αισθητήρων, κέντρων διοίκησης και διαφορετικών αναχαιτιστικών συστημάτων. Στόχος είναι να δημιουργηθούν επάλληλες ζώνες προστασίας απέναντι σε αεροσκάφη, βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Στον συνολικό σχεδιασμό περιλαμβάνονται επίσης η αντιμετώπιση απειλών από τη θάλασσα, η προστασία από εχθρικά πλοία και η επιτήρηση του υποθαλάσσιου χώρου.
Ο Νίκος Δένδιας, μετά τη συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ στις 23 Ιουλίου, μίλησε για «επάλληλους θόλους πάνω από ολόκληρη την ελληνική επικράτεια» και για ένα ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Το χρονοδιάγραμμα που έδωσε προβλέπει πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία μέσα σε 35 μήνες. Στο έργο θα συμμετάσχει και η ελληνική αμυντική βιομηχανία, με ποσοστό που θα ξεπερνά το 25% και οικονομικό αντικείμενο άνω των 700 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του υπουργείου Εθνικής Άμυνας.
Με άλλα λόγια, δεν αγοράζεται ένα ακόμη μεμονωμένο οπλικό σύστημα. Επιχειρείται να δημιουργηθεί η ομπρέλα κάτω από την οποία θα λειτουργεί ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής άμυνας.
Η απόφαση για την κατασκευή της «Ασπίδας του Αχιλλέα» ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει αντιδράσεις στην Τουρκία. Όχι μόνο επειδή πρόκειται για ένα μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα, κόστους έως 3,5 δισ. ευρώ. Ούτε απλώς επειδή η τεχνολογία θα είναι, σε μεγάλο βαθμό, ισραηλινή.
Αυτό που ανησυχεί περισσότερο την Άγκυρα είναι ότι ο ελληνικός αμυντικός θόλος μπορεί να αλλάξει ορισμένα από τα δεδομένα πάνω στα οποία στηρίζεται εδώ και χρόνια η τουρκική στρατιωτική στρατηγική στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και, παράλληλα, φέρνει ακόμη πιο κοντά την Ελλάδα, το Ισραήλ και την Κύπρο. Όχι πλέον μόνο σε επίπεδο διπλωματικών συνεννοήσεων και κοινών ασκήσεων, αλλά στη δημιουργία μιας εν δυνάμει κοινής αμυντικής αρχιτεκτονικής.
Δεν είναι ένα ελληνικό Iron Dome
Η εύκολη περιγραφή είναι ότι η Ελλάδα αγοράζει ένα δικό της Iron Dome. Δεν είναι ακριβώς έτσι.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» σχεδιάζεται ως ένα ενιαίο δίκτυο ραντάρ, αισθητήρων, κέντρων διοίκησης και διαφορετικών αναχαιτιστικών συστημάτων. Στόχος είναι να δημιουργηθούν επάλληλες ζώνες προστασίας απέναντι σε αεροσκάφη, βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Στον συνολικό σχεδιασμό περιλαμβάνονται επίσης η αντιμετώπιση απειλών από τη θάλασσα, η προστασία από εχθρικά πλοία και η επιτήρηση του υποθαλάσσιου χώρου.
Ο Νίκος Δένδιας, μετά τη συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ στις 23 Ιουλίου, μίλησε για «επάλληλους θόλους πάνω από ολόκληρη την ελληνική επικράτεια» και για ένα ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Το χρονοδιάγραμμα που έδωσε προβλέπει πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία μέσα σε 35 μήνες. Στο έργο θα συμμετάσχει και η ελληνική αμυντική βιομηχανία, με ποσοστό που θα ξεπερνά το 25% και οικονομικό αντικείμενο άνω των 700 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του υπουργείου Εθνικής Άμυνας.
Με άλλα λόγια, δεν αγοράζεται ένα ακόμη μεμονωμένο οπλικό σύστημα. Επιχειρείται να δημιουργηθεί η ομπρέλα κάτω από την οποία θα λειτουργεί ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής άμυνας.
Γιατί επιλέχθηκε το Ισραήλ
Η επιλογή του Ισραήλ δεν είναι συγκυριακή. Οι Ισραηλινοί διαθέτουν κάτι που δεν αγοράζεται εύκολα μαζί με έναν πύραυλο: πραγματική επιχειρησιακή εμπειρία απέναντι σε μαζικές και ταυτόχρονες επιθέσεις.
Τα ισραηλινά συστήματα έχουν δοκιμαστεί σε επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους, drones και πυραύλους cruise. Αυτό ακριβώς το είδος της απειλής θέλει να αντιμετωπίσει η Ελλάδα. Όχι απαραίτητα μια μεμονωμένη εισβολή αεροσκάφους, αλλά μια επίθεση κορεσμού, με πολλά διαφορετικά όπλα να πλήττουν ταυτόχρονα.
Το Reuters μετέδωσε ότι ο πυρήνας της ελληνικής αρχιτεκτονικής θα αποτελείται από ραντάρ και πυραυλικά συστήματα των Rafael και Israel Aerospace Industries. Η ακριβής σύνθεση παραμένει απόρρητη. Ωστόσο, ισραηλινές πηγές αναφέρονται στο David’s Sling για την ανώτερη ζώνη αναχαίτισης, στο Barak MX για το μεσαίο επίπεδο και στο SPYDER για τις χαμηλότερες ζώνες και την αντιμετώπιση αεροσκαφών, ελικοπτέρων και drones.
Βεβαίως, αυτή η συνεργασία δεν αρχίζει σήμερα. Ελλάδα και Ισραήλ λειτουργούν ήδη το διεθνές κέντρο αεροπορικής εκπαίδευσης στην Καλαμάτα, πραγματοποιούν τακτικές κοινές ασκήσεις και συνεργάζονται στην κυβερνοάμυνα, στα μη επανδρωμένα μέσα και στην αντιμετώπιση σμηνών drones.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» έρχεται να δώσει σε αυτή τη σχέση μεγαλύτερο βάθος και, κυρίως, διάρκεια.
Η ισραηλινή ανάγνωση είναι πιο καθαρή
Στην Αθήνα, η κυβέρνηση επιμένει -ορθώς- στον αμυντικό χαρακτήρα του προγράμματος. Στο Ισραήλ, όμως, οι αναλύσεις είναι λιγότερο διπλωματικές.
Η Jerusalem Post χαρακτήρισε τη συμφωνία μέρος μιας αναπτυσσόμενης περιφερειακής συμμαχίας απέναντι στην Τουρκία. Κατά την ισραηλινή εφημερίδα, η πολιτική του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αποτελεί κοινό πρόβλημα για την Ελλάδα και το Ισραήλ, ενώ η Κύπρος συμπληρώνει το τρίγωνο αυτής της σύγκλισης.
Το αμερικανοϊσραηλινό JINSA πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα. Σε ειδική έκθεσή του υποστηρίζει ότι ο ελληνικός θόλος θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Προτείνει τη διασύνδεση ελληνικών και ισραηλινών συστημάτων, στενότερη συνεργασία με την Κύπρο, κοινή προστασία ενεργειακών εγκαταστάσεων και υποθαλάσσιων καλωδίων και μεγαλύτερη εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών. Θα μπορούσε, μάλιστα, να δημιουργηθεί μια επιχειρησιακή γέφυρα ανάμεσα στην ευρωπαϊκή διοίκηση των ΗΠΑ, την EUCOM, και τη διοίκηση της Μέσης Ανατολής, τη CENTCOM. [JINSA – The Shields of Achilles and David]
Αυτή είναι ασφαλώς μια αμερικανοϊσραηλινή πρόταση και όχι μια ειλημμένη ελληνική απόφαση. Δείχνει, όμως, τις δυνατότητες που άλλοι βλέπουν πίσω από το πρόγραμμα.
Τι φοβάται η Άγκυρα
Η Τουρκία έχει επενδύσει συστηματικά στα drones, στους πυραύλους cruise, στους βαλλιστικούς πυραύλους και στη δυνατότητα εκτόξευσης μεγάλου αριθμού όπλων ταυτόχρονα. Η λογική είναι σχετικά απλή: ακόμη και μια ισχυρή αεράμυνα μπορεί να κορεστεί, όταν καλείται να αντιμετωπίσει πολλές απειλές την ίδια στιγμή.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» κατασκευάζεται ακριβώς για να περιορίσει αυτό το πλεονέκτημα. Να εντοπίζει εγκαίρως τις απειλές, να τις αξιολογεί και να επιλέγει το κατάλληλο -και οικονομικά αναλογικό- μέσο αναχαίτισης.
Υπάρχει και κάτι ακόμη. Μέχρι σήμερα η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να απαντά σε μεγάλο αριθμό παραβιάσεων και κινήσεων της τουρκικής αεροπορίας με απογείωση μαχητικών. Ένα πυκνό και δικτυωμένο σύστημα επιτήρησης και αεράμυνας μειώνει την εξάρτηση από αυτήν την πρακτική. Δυσκολεύει τον αιφνιδιασμό και αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας.
Ιδιαίτερη ενόχληση προκαλεί στην Άγκυρα και το ενδεχόμενο κάλυψης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Το τουρκικό SETA, που εκφράζει συχνά απόψεις κοντά στην κυβέρνηση Ερντογάν, κατηγορεί την Αθήνα ότι ενισχύει τη «στρατιωτικοποίηση» των νησιών και δημιουργεί ένα νέο δίλημμα ασφαλείας. Η ίδια ανάλυση εμφανίζει τον Νίκο Δένδια ως «εμμονικό με την Τουρκία» και επιχειρεί να παρουσιάσει τον θόλο ως επιθετικό σύστημα.
Η επιχειρηματολογία είναι προβλέψιμη. Αλλά είναι και αποκαλυπτική.
Διότι ένα αμυντικό σύστημα δεν αφαιρεί εδάφη ούτε μεταβάλλει σύνορα. Περιορίζει, όμως, την αποτελεσματικότητα της απειλής. Και στην τουρκική στρατηγική η απειλή χρήσης στρατιωτικής ισχύος -από το casus belli έως τη «Γαλάζια Πατρίδα»- αποτελεί σταθερό εργαλείο άσκησης πίεσης.
Η μεγαλύτερη εικόνα
Ο ελληνικός θόλος δεν έρχεται μόνος του. Συνδυάζεται με τα F-35, τις φρεγάτες Belharra, τους εκτοξευτές PULS, τα Heron και την απόκτηση δυνατοτήτων πλήγματος σε μεγαλύτερη απόσταση.
Η εικόνα που σχηματίζεται είναι αρκετά καθαρή: η Ελλάδα επιχειρεί να καταστήσει πολύ δυσκολότερο ένα πρώτο τουρκικό πλήγμα και, συγχρόνως, να διατηρεί τη δυνατότητα ανταπόδοσης. Πρόκειται για τη βασική αρχή της αποτροπής. Η άλλη πλευρά πρέπει να γνωρίζει ότι δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει γρήγορο και εύκολο αποτέλεσμα.
Αυτό είναι που ενοχλεί πραγματικά την Τουρκία. Όχι μόνο η αγορά ισραηλινών πυραύλων, αλλά η σταδιακή αφαίρεση του πλεονεκτήματος που της δίνουν η αριθμητική υπεροχή, τα drones και οι επιθέσεις κορεσμού.
Κυρίως, όμως, την ενοχλεί ότι η ελληνική άμυνα παύει να είναι μια απομονωμένη εθνική υπόθεση. Συνδέεται τεχνολογικά και επιχειρησιακά με το Ισραήλ, αγγίζει την Κύπρο και μπορεί, σε μια επόμενη φάση, να ενταχθεί σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό με αμερικανική υποστήριξη.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», επομένως, δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα θα αντιμετωπίζει έναν πύραυλο ή ένα drone. Αν ολοκληρωθεί όπως σχεδιάζεται, θα αλλάξει τη βάση πάνω στην οποία υπολογίζεται η στρατιωτική ισορροπία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Και η Άγκυρα το έχει αντιληφθεί εγκαίρως
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου