GuidePedia

0


Η νέα δέσμευση για αμυντικές δαπάνες ίσως ενισχύσει τη στρατιωτική αποτροπή, αλλά προκαλεί ήδη έντονες ανησυχίες για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα πολλών χωρών της Συμμαχίας και αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το μέλλον της δυτικής ισχύος.

Η απόφαση του ΝΑΤΟ να θέσει ως νέο στόχο αμυντικών δαπανών το 5% του ΑΕΠ έως το 2035 παρουσιάστηκε ως ιστορική απάντηση στη ρωσική απειλή και στη νέα εποχή γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Ωστόσο, πίσω από την εικόνα της ενότητας, αναπτύσσεται μια ολοένα πιο έντονη συζήτηση: μπορεί η Δύση να αντέξει οικονομικά έναν τόσο φιλόδοξο επανεξοπλισμό ή κινδυνεύει να υπονομεύσει την ίδια τη δημοσιονομική της σταθερότητα;

Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Αφορά τη σχέση ανάμεσα στην ασφάλεια και την οικονομία, δύο πυλώνες που πλέον δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ανεξάρτητα.
Η νέα αρχιτεκτονική του 5%

Η συμφωνία προβλέπει ότι έως το 2035 τα κράτη-μέλη θα διαθέτουν συνολικά 5% του ΑΕΠ για άμυνα και ασφάλεια, εκ των οποίων 3,5% θα αφορά καθαρά στρατιωτικές δαπάνες και έως 1,5% θα μπορεί να κατευθύνεται σε κρίσιμες υποδομές, κυβερνοασφάλεια, ανθεκτικότητα, πολιτική προστασία και αμυντική βιομηχανία. Παράλληλα, προβλέπεται αναθεώρηση της προόδου το 2029.

Η αλλαγή αυτή σηματοδοτεί τη μεγαλύτερη μεταβολή στη στρατηγική του ΝΑΤΟ από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Η αμερικανική πίεση και οι ευρωπαϊκές επιφυλάξεις

Η αύξηση των αμυντικών δαπανών αποτέλεσε διαχρονικό αίτημα του Τραμπ, ο οποίος υποστήριξε ότι οι Ευρωπαίοι απολαμβάνουν την αμερικανική στρατιωτική προστασία χωρίς να αναλαμβάνουν το αντίστοιχο οικονομικό βάρος.

Ωστόσο, η αποδοχή του στόχου δεν σημαίνει ότι όλες οι χώρες διαθέτουν τις ίδιες δυνατότητες εφαρμογής.

Η Γερμανία, η Πολωνία, οι σκανδιναβικές χώρες και τα κράτη της ανατολικής πτέρυγας εμφανίζονται περισσότερο έτοιμα να αυξήσουν γρήγορα τις δαπάνες, καθώς διαθέτουν μικρότερα επίπεδα δημόσιου χρέους και μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο.

Αντίθετα, η Ιταλία, η Γαλλία, το Βέλγιο και κυρίως η Ισπανία αντιμετωπίζουν πολύ δυσκολότερη εξίσωση. Οι οικονομίες τους χαρακτηρίζονται από υψηλό δημόσιο χρέος, χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και έντονες κοινωνικές πιέσεις για διατήρηση των κοινωνικών δαπανών.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Μαδρίτη επιχείρησε μέχρι την τελευταία στιγμή να εξαιρεθεί από τον νέο στόχο, χαρακτηρίζοντας το 5% «μη ρεαλιστικό» και «αντιπαραγωγικό». 

Το παράδοξο της αμερικανικής απαίτησης

Εδώ αναδεικνύεται η μεγαλύτερη αντίφαση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν από τους συμμάχους τους να αυξήσουν δραστικά τις αμυντικές τους δαπάνες, την ώρα που η ίδια η αμερικανική οικονομία εμφανίζει ολοένα μεγαλύτερες δημοσιονομικές ανισορροπίες.

Το αμερικανικό δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ενώ το δημόσιο χρέος συνεχίζει να αυξάνεται ταχύτερα από την οικονομική ανάπτυξη. Παράλληλα, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους απορροφά πλέον τεράστιους πόρους του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, περιορίζοντας τον δημοσιονομικό χώρο για μελλοντικές πολιτικές.

Όπως έχει επισημάνει ο ιστορικός Niall Ferguson,

«Οι μεγάλες δυνάμεις που πληρώνουν περισσότερα για τόκους από ό,τι για την άμυνά τους δεν παραμένουν μεγάλες δυνάμεις για πολύ.»

Η επισήμανση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου η Ουάσιγκτον επιχειρεί να χρηματοδοτεί ταυτόχρονα υψηλές στρατιωτικές δαπάνες, φορολογικές ελαφρύνσεις και αυξημένες κοινωνικές υποχρεώσεις.
Η οικονομία γίνεται πλέον ζήτημα ασφάλειας

Η εμπειρία της Ουκρανίας απέδειξε ότι η αποτροπή απαιτεί ισχυρή στρατιωτική βιομηχανία, παραγωγική βάση και επαρκή αποθέματα πυρομαχικών.

Όμως, εξίσου κρίσιμο είναι να διατηρούνται υγιή δημόσια οικονομικά.

Εάν η χρηματοδότηση της άμυνας οδηγήσει σε εκτίναξη του δημόσιου χρέους, οι κυβερνήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με υψηλότερο κόστος δανεισμού, περιορισμένες δυνατότητες επενδύσεων και αυξημένες κοινωνικές αντιδράσεις.

Η Reuters επισημαίνει ότι ήδη διαμορφώνονται δύο ταχύτητες εντός της Συμμαχίας: οι χώρες με δημοσιονομικό χώρο επιταχύνουν τις στρατιωτικές επενδύσεις, ενώ οι πιο υπερχρεωμένες δυσκολεύονται να ακολουθήσουν χωρίς σημαντικές περικοπές αλλού. 

Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης επιστρέφει

Η νέα πραγματικότητα αναζωπυρώνει και μια παλαιότερη ευρωπαϊκή συζήτηση.

Πόσο μπορεί η Ευρώπη να βασίζεται διαρκώς στις Ηνωμένες Πολιτείες όταν η αμερικανική πολιτική αλλάζει δραστικά ανάλογα με τον εκάστοτε πρόεδρο;

Οι πιέσεις του Trump προς τους Ευρωπαίους συμμάχους, οι εμπορικές αντιπαραθέσεις, αλλά και οι διαφορετικές προσεγγίσεις απέναντι στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή έχουν ενισχύσει τη συζήτηση περί «στρατηγικής αυτονομίας».

Η αύξηση των αμυντικών δαπανών δεν αποσκοπεί μόνο στην ενίσχυση του ΝΑΤΟ, αλλά και στη δημιουργία μιας ισχυρότερης ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας με μικρότερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ.
Το πραγματικό δίλημμα

Η βασική πρόκληση δεν είναι αν πρέπει να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες.

Οι περισσότερες δυτικές κυβερνήσεις συμφωνούν ότι μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία η εποχή του «μερίσματος της ειρήνης» έχει οριστικά τελειώσει.

Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό:

Ποιο είναι το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στη στρατιωτική αποτροπή και στη δημοσιονομική βιωσιμότητα;

Διότι μια Συμμαχία που ενισχύει την άμυνά της αλλά αποδυναμώνει τις οικονομίες των μελών της κινδυνεύει να δημιουργήσει νέες εσωτερικές ανισορροπίες.
Η νέα εποχή του ΝΑΤΟ

Το ΝΑΤΟ εισέρχεται στην πιο απαιτητική περίοδο από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Η Ρωσία παραμένει η βασική στρατιωτική απειλή, η Κίνα εξελίσσεται σε συστημικό ανταγωνιστή, ενώ η Μέση Ανατολή εξακολουθεί να τροφοδοτεί ενεργειακή και γεωπολιτική αστάθεια.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αύξηση των αμυντικών δαπανών είναι πιθανότατα αναπόφευκτη.

Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν καταρρέουν μόνο όταν χάνουν πολέμους. Καταρρέουν και όταν η οικονομική τους βάση αδυνατεί να στηρίξει τις στρατηγικές τους φιλοδοξίες.

Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει σήμερα η Βορειοατλαντική Συμμαχία: όχι η έλλειψη όπλων, αλλά η δυσκολία να χρηματοδοτήσει μακροπρόθεσμα την ασφάλειά της χωρίς να υπονομεύσει την ίδια την οικονομική ανθεκτικότητα των δημοκρατιών που καλείται να προστατεύσει.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top