
Aλέξανδρος Τάρκας
Η προμήθεια μαχητικών F-35 από την Τουρκία (των 6 ετοιμοπαράδοτων από το 2018 και, αργότερα, των υπολοίπων 94 της αρχικής παραγγελίας του 2012) είναι πλέον πολύ πιθανή, αλλά δεν θα πρέπει να θεωρείται και άμεσα υλοποιήσιμη. Οι εκκρεμότητες είναι πολλές και σημαντικές.
Με κορυφαίες -πέραν, ασφαλώς, του Κογκρέσου- την επαναβεβαίωση αποδέσμευσης του «πηγαίου κώδικα» (λογισμικό της Lockheed Martin για τις πτητικές αποστολές και το ραντάρ), τον υπολογισμό της απολεσθείσας αξίας των διακρατηθέντων αεροσκαφών και τις αναπροσαρμογές των χρονοδιαγραμμάτων και τιμών παραγωγής των μαχητικών και του οπλισμού τους.
Ωστόσο, ο πρόεδρος Ρ.Τ. Ερντογάν βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ στην επίτευξη του στόχου του. Γιατί, σε αντίθεση με το πολύ πρόσφατο παρελθόν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, τάσσεται για πρώτη φορά ευθέως υπέρ της προαπαιτούμενης άρσης των κυρώσεων CAATSA που ο ίδιος είχε προωθήσει τον Ιούλιο του 2017 και μπλόκαραν, νομοθετικά, την πώληση.
Ταυτόχρονα, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου επιβεβαίωσε, επίσης για πρώτη φορά, ότι συνεχίζονται οι επαφές για την άρση του κύριου εμποδίου, δια της παραχώρησης των τουρκικών S-400 σε τρίτη χώρα με τη σύμφωνη γνώμη της κατασκευάστριας Rosoboronexport/Rostec, όπως προέβλεπε η σχετική σύμβαση Μόσχας-Άγκυρας.
Σε κάθε περίπτωση, ό,τι και όποτε κι αν συμβεί, η υπόθεση έχει πάρει αρνητική τροπή για τα ελληνικά συμφέροντα. Η κυβέρνηση, παρά τις μεγαλοστομίες περί σημαντικής επιρροής και παρεμβατικής ισχύος του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, αγνοήθηκε πλήρως.
Ενδεχομένως, και άλλες ελληνικές κυβερνήσεις να μην είχαν μακροπρόθεσμη δυνατότητα παρέμβασης, όταν οι ΗΠΑ και η Ρωσία, για διαφορετικούς λόγους η καθεμία, επιθυμούν να διευκολύνουν την Τουρκία.
Πάντως, οι περισσότερες προηγούμενες κυβερνήσεις δεν θα αδρανούσαν και, σίγουρα, δεν θα έχτιζαν ανάλογους σαθρούς μύθους περί διεθνούς απήχησης των αντίστοιχων Πρωθυπουργών τους. Τα διαδραματισθέντα στην προ εβδομάδος σύνοδο του ΝΑΤΟ απέδειξαν πως ο βασιλιάς του Μαξίμου είναι γυμνός.
Μέσα σε μία μόνο ημέρα, ο κ. Μητσοτάκης έβλεπε άφωνος τα αμερικανικά F-35 να «πετούν» πολιτικά προς την Άγκυρα, τη Βρετανία να υπογράφει στρατηγική συμφωνία με την Τουρκία, τη Γαλλία να ανακοινώνει πως θα πωλήσει αντιαεροπορικά συστήματα στη γειτονική χώρα και τον γ.γ. της Συμμαχίας να απονέμει στην κ. Ερντογάν εύσημα παντός είδους. Επιπλέον, τα εξής τρία στοιχεία συμπληρώνουν την αρνητική εικόνα:
Πρώτον, από τις αρχές του 2025, η Αθήνα επαναπαύθηκε ότι η προμήθεια των τουρκικών F-35 θα μπλοκάρεται εσαεί από το Ισραήλ που, δικαίως, επεσήμαινε στην Ουάσιγκτον ότι η παραχώρησή τους θα οδηγήσει σε ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στη ΝΑ Μεσόγειο και την ευρύτερη περιοχή. Ορισμένες απόρρητες πληροφορίες για τα συζητηθέντα στην πρώτη επίσημη συνάντηση Τραμπ-Νετανιάχου, το Φεβρουάριο του 2025, προκάλεσαν ενθουσιασμό στον κ. Μητσοτάκη και τον υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Γεραπετρίτη. Πίστεψαν ότι το πρόβλημα θα λυνόταν από το ισραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ και ότι το Μαξίμου θα μπορούσε να το παρουσιάσει σαν δική του επιτυχία στην ελληνική κοινή γνώμη. Στη συνέχεια, αρκετές πρωτοβουλίες του Ισραηλινού πρεσβευτή στην Ουάσιγκτον, Μάικλ Λάιτερ, αξιολογήθηκαν ως ενισχυτικές της εν Αθήναις αισιοδοξίας.
Δεύτερον, στις 25 Ιουνίου 2025, ο κ. Γεραπετρίτης συναντήθηκε με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, στη Χάγη. Σύμφωνα με πηγές και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ο κ. Γεραπετρίτης πρόβαλε το (ορθό) επιχείρημα ότι, όσο διαρκούν το casus belli κατά της Ελλάδος και οι έντονες ανησυχίες του Ισραήλ, η αποδέσμευση των F-35 δεν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή. Ωστόσο, κατά τις ίδιες πηγές, ο κ. Ρούμπιο προανήγγειλε ότι ο Λευκός Οίκος θα έθετε αυτοβούλως το ζήτημα στο Κογκρέσο, όπως, δηλαδή, τώρα δημόσια προκύπτει από τις δηλώσεις Τραμπ για τις CAATSA. Ο κ. Ρούμπιο αποκάλυψε, μάλιστα, ότι ούτε ο Αμερικανός Πρόεδρος ούτε και ο ίδιος συμμερίζονται το επιχείρημα περί διατάραξης της ισχύος μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας και δεν δεσμεύονται από ανάλογες εκτιμήσεις. Επομένως, η ελληνική κυβέρνηση γνώριζε, εδώ και 13 μήνες, πως ο Λευκός Οίκος και το Στέητ Ντηπάρτμεντ όχι μόνον είχαν τη σκέψη ή πρόθεση, αλλά και ότι είχαν ήδη λάβει, επί της αρχής, την απόφαση να προχωρήσει το πρόγραμμα των τουρκικών F-35. Προφανώς, δεν «ξέφυγαν» όλα αυτά από τον κ. Ρούμπιο τυχαία ή επειδή, στο πρόσωπο του κ. Γεραπετρίτη, αντίκρυσε την ελληνική έκδοση ενός Κίσινγκερ ή Μπρεζίνσκι. Έκτοτε, οι κύριοι Μητσοτάκης και Γεραπετρίτης παρέμειναν άπρακτοι. Αν σήμερα η κυβέρνηση αποφάσιζε να διαμαρτυρηθεί στην Ουάσιγκτον, η απάντηση θα ήταν «σας το είχαμε πει από πέρυσι, γιατί αντιδράτε τώρα»;
Τρίτον, η ελληνική πλευρά έχει υποεκτιμήσει -ή και αγνοεί πλήρως- ότι η Τουρκία επικαλείται στους υποστηρικτές της (στο Κογκρέσο και αλλού), το επιχείρημα ότι χρειάζεται τα F-35 και για τις ανάγκες του ΝΑΤΟ. Υποστηρίζει ότι, αν τα αποκτήσει, θα τα διαθέτει μετά το 2030 σε συμμαχική ετοιμότητα ως αεροσκάφη «διπλού ρόλου» (“DCA”- για συμβατικές αποστολές με δυνατότητα διαμόρφωσης και για αποστολές πυρηνικής αποτροπής). Συμπτωματικά ή όχι, η τουρκική προσφορά για αεροσκάφη DCA διατυπώθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τα λεχθέντα από τον κ. Ρούμπιο στον κ. Γεραπετρίτη πέρυσι.
Όμως, μετά τα λάθη και τις παραλείψεις, το ζητούμενο είναι τι μπορεί τώρα να πράξει η Ελλάδα για τη διατήρηση της -αποτρεπτικής- αεροπορικής υπεροχής της. Τα πρώτα δείγματα γραφής του Μαξίμου είναι απογοητευτικά. Ακούγονται διαρροές ότι «ακόμα κερδίζουμε», γιατί η Ελλάδα θα παραλάβει τα δικά της 20 F-35 νωρίτερα από τα 6 τουρκικά, το 2029-30.
Σαν να μην αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση πως η αποδέσμευση των F-35 στην Τουρκία, μαζί με τον υπαρκτό κίνδυνο και των μόνον 6, μεταφράζεται στη σταδιακή παραγωγή των υπόλοιπων 94 και σε στρατηγική πρόκληση για την Ελλάδα τα επόμενα 30 ή και 40 χρόνια. Όπως και στα περισσότερα θέματα, ο Πρωθυπουργός δείχνει να ενδιαφέρεται μόνον για το τι θα λέει στην προσεχή προεκλογική εκστρατεία. Σαν ο εθνικός χρόνος να σταματά εκεί.
Αντίθετα, το πρόβλημα ξεπερνά τον επόμενο εκλογικό κύκλο, απαιτώντας αναθεώρηση σχεδιασμού. Ενώπιον των πολλών προγραμμάτων της Τουρκίας («εθνικό» αεροσκάφος KAAΝ, προμήθεια Eurofighter από το Ηνωμένο Βασίλειο, το Κατάρ ή το Ομάν, σκέψεις για F-16 Block 70 και αναβίωση του προγράμματος F-35), η Ελλάδα -αναγκαστικά και με τεράστιο οικονομικό βάρος- θα απαιτηθεί να λάβει δύσκολες αποφάσεις.
Μαζί με τα διαρκώς προβαλλόμενα (και χρησιμότατα) προγράμματα drones, θα χρειαστεί να εξετάσει την ενεργοποίηση του δικαιώματος προαίρεσης («οψιόν») αγοράς επιπλέον αριθμού F-35 (η παραγγελία των πρώτων 20 κόστισε $ 3,54 δις) και πρόσθετων Rafale (τα σημερινά 24 τιμολογήθηκαν € 3,44 δις συν € 600 εκατ. για πρόσθετο οπλισμό).
Τα νούμερα είναι πολύ μεγάλα. Και, σίγουρα, η κυβέρνηση δεν δικαιούται να λάβει αποφάσεις, τόσο υψηλού κόστους, εν μέσω προεκλογικής περιόδου. Εκ των πραγμάτων, η επομένη ημέρα των εκλογών θα απαιτήσει απαντήσεις ως προς το αν, πότε και πώς θα εξασφαλιστούν τα απαραίτητα κονδύλια.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου