Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι ηγεσίες της Δύσης πίστεψαν ότι η Ιστορία έκλεισε σαν παλιός φάκελος. Οι επενδύσεις μετατοπίστηκαν από την ενεργειακή ασφάλεια προς χρηματοοικονομικά προϊόντα που έμοιαζαν με αλχημείες, ενώ η κλιματική ατζέντα αναγορεύτηκε σε νέο πολιτικό ευαγγέλιο.
Γράφουν οι Γιάννης Μπασιάς και Ζαχαρίας Μίχας
Οι ΑΠΕ παρουσιάστηκαν ως μαγική λύση που θα αντικαθιστούσε τα φορτία βάσης χωρίς να χρειάζεται να λειτουργούν όταν έχει συννεφιά και οι καταναλωτές χειροκροτούσαν χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι αργότερα θα πληρώσουν τον λογαριασμό. Η γεωπολιτική χαλάρωσε τόσο, ώστε να μοιάζει… με σπα και η ανελαστικότητα (το οικονομικό και λειτουργικό αδιέξοδο που προκύπτει από τη δέσμευση σε μη ευέλικτες πολιτικές) άρχισε να σχηματίζεται σαν αμφορέας που γέμιζε αργά αλλά σταθερά με πολιτικές υποσχέσεις και τεχνολογικές αυταπάτες.
Σε αυτό το περιβάλλον ψευδαισθήσεων, ήταν αναμενόμενο να επηρεαστούν και οι αντιλήψεις περί εθνικής ασφάλειας. Με επίκεντρο την ενωμένη Ευρώπη, επικράτησε μια ψυχολογία ευμάρειας και ευδαιμονισμού. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες έγιναν «πλαδαρές», θεωρώντας ότι οι απειλές του παρελθόντος ήταν θεωρητικές και απλώς «για να δουλεύουν οι αμυντικές βιομηχανίες και οι έμποροι όπλων».
Κάπως έτσι ήρθε «η κακιά η ώρα» και μας χτύπησε την πόρτα. Οι Ευρωπαίοι, πανικόβλητοι, άρχισαν να ψάχνουν τη χαμένη τους ασφάλεια… στην Τουρκία, η οποία φυσικά τους υποσχόταν λαγούς με πετραχήλια, πάντοτε με το κατάλληλο αντάλλαγμα. Οι ευρωπαϊκοί λαοί, όταν συνομιλούν με την Άγκυρα, ξεχνούν βολικά τις διακηρύξεις περί δημοκρατίας και δικαιωμάτων που κηρύττουν σε όλους τους υπόλοιπους, επιλέγοντας να κάνουν τεμενάδες στον «σουλτάνο», συντηρώντας τη νέα ψευδαίσθηση.
Ακόμη πιο παράλογο ήταν το σκηνικό στον βιομηχανικό τομέα. Παρά το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά αμυντικά προϊόντα ήταν από τεχνολογικής απόψεως εξαιρετικά ανταγωνιστικά, παρατηρήθηκε ένα παράδοξο: Η πληθώρα διαφορετικών ευρωπαϊκών συστημάτων, η προβληματική κουλτούρα συνεργασίας που κατέληγε τελικά και σε επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα (interoperability), οδηγούσε τις χώρες της ΕΕ να ανταγωνίζονται μεταξύ τους και όχι σπάνια, στο τέλος να προμηθεύονται… αμερικανικά οπλικά συστήματα.
Η αδυναμία συνεργασίας και οι μεταξύ τους διαγκωνισμοί παρήγαγαν τελικά μη ανταγωνιστικά προϊόντα. Διότι σε άλλη τιμή προσφέρεται ένα σύστημα με παραγγελίες π.χ. 3.000 μονάδων και άλλη ένα ευρωπαϊκό με 400. Ας τα πιάσουμε όμως από την αρχή…
Η Κρίση του 2008 και η Γέννηση της Ανελαστικότητας
Το 2008 δεν ήταν απλώς οικονομική κρίση· ήταν η στιγμή που ο αμφορέας έσπασε και όλοι προσποιήθηκαν ότι επρόκειτο για «installation art», δηλαδή για κάτι που δεν χρειάζεται εξήγηση, αλλά απλώς να το κοιτάζεις! Οι επενδύσεις στην πυρηνική ενέργεια και στους υδρογονάνθρακες εξαφανίστηκαν, σαν να ήταν ντροπή να μιλάς για σταθερή ενεργειακή ισχύ. Οι ΑΠΕ μετατράπηκαν σε lifestyle με panels, turbines και φωτογραφίες μπροστά σε ανεμογεννήτριες.
Η «ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή» αναγορεύτηκε σε θρησκεία με δόγματα και αφορισμούς, και η ανελαστικότητα έγινε πολιτικό τέκνο που μεγάλωσε μέσα σε επιδοτήσεις. Έτσι δημιουργήθηκε μια νέα στρατηγική εξάρτηση: Η Ευρώπη στράφηκε στις ΑΠΕ κυνηγώντας την ενεργειακή της απεξάρτηση, για να καταλήξει τελικά απόλυτα εξαρτημένη από την Κίνα για σπάνιες γαίες και φωτοβολταϊκά. Μια ειρωνεία που γίνεται διπλή σήμερα, καθώς η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία καλείται να οπλιστεί ξανά, στερούμενη όμως, σε μεγάλο βαθμό, τις βασικές πρώτες ύλες για να το πετύχει.
Η ενεργειακή πυκνότητα, μια από τις πιο σεβαστές αρχές για τους μηχανικούς ενέργειας, υποχώρησε και οι καταναλωτές άρχισαν να πληρώνουν για διπλό σύστημα χωρίς να το καταλαβαίνουν. Την ίδια στιγμή η Ευρώπη ξόδευε ήδη πάνω από €150 δισ. ετησίως σε κλιματικές επιδοτήσεις που έμοιαζαν με εισιτήρια για πράσινο θέατρο.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον στρεβλής ανάγνωσης της πραγματικότητας, πώς θα μπορούσε να διατηρηθεί επαρκής και πειστική αμυντική ικανότητα; Πώς γίνεται από τη μία να υποβαθμίζονται οι «παραδοσιακοί» κίνδυνοι εθνικής ασφάλειας και από την άλλη να συνεχίζεται μια πολιτική που δοκιμάζει τα αντανακλαστικά της ρωσικής αρκούδας;
Πώς γίνεται ευρωπαϊκές χώρες να καταργούν σχεδόν το αρματικό τους δυναμικό τους αρμάτων, όπως στην περίπτωση της Ολλανδίας το 2011 και μάλιστα με πρωθυπουργό το σημερινό γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, θεωρώντας ότι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου το καθιστά ανεπίκαιρο, και ταυτόχρονα να διατηρούν ένοπλες δυνάμεις ικανές μόνο για παρελάσεις; Εναλλακτικά, το άφηναν ασυντήρητο, άρα επιχειρησιακά μη διαθέσιμο.
Μπορεί οι αριθμοί των προηγμένων οπλικών συστημάτων στα οπλοστάσια των δυτικών χωρών να ευημερούσαν στα χαρτιά, όμως η πραγματική επιχειρησιακή ετοιμότητα ήταν συχνά απογοητευτική. Ακόμη πιο ανησυχητική όμως ήταν η κοινωνική ετοιμότητα: μια Ευρώπη που είχε πείσει τον εαυτό της ότι «ο πόλεμος δεν μας αφορά» βρέθηκε ψυχολογικά απροετοίμαστη για κάθε σοβαρή κρίση.
Κάπως έτσι ήρθε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Η συλλογική Δύση απορρίπτει, συλλήβδην, κάθε ευθύνη για το ξέσπασμά του. Τουλάχιστον, η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει την οδηγεί πλέον σε βίαιη αφύπνιση. Η εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ και ο καταγγελτικός λόγος έναντι παραδοσιακών συμμάχων ολοκλήρωσαν το ευρωπαϊκό σοκ. Η Γηραιά Ήπειρος βρέθηκε ενώπιον των συνεπειών των επιλογών και παραλείψεών της — είτε συλλογικά είτε στο επίπεδο κάθε κράτους μέλους.
Η Δεκαετία των Τρισεκατομμυρίων και η Πράσινη Υπερβολή
Ξοδέψαμε πάνω από €1,2 τρισ. σε ΑΠΕ την τελευταία δεκαετία, αλλά οι εκπομπές συνέχισαν να αυξάνονται. Η εξάρτηση από ασιατικές αλυσίδες παραγωγής ενισχύθηκε, τα φορτία βάσης δούλευαν υπερωρίες για να καλύψουν τα κενά των ΑΠΕ. Η ενεργειακή μετάβαση έγινε το νέο χρηματιστηριακό κατοικίδιο που χρειάζεται συνεχή φροντίδα. Οι πολιτικές ηγεσίες μιλούσαν για πράσινη επανάσταση, ενώ οι καταναλωτές πλήρωναν λογαριασμούς που έμοιαζαν με εισιτήρια για συναυλία. Η ανελαστικότητα γινόταν πλέον δομικό χαρακτηριστικό της Δύσης, με την Ευρώπη να προγραμματίζει άλλα €800 δισ. για αποθήκευση, δίκτυα και πράσινο υδρογόνο που δεν θα ολοκληρωθούν πριν το 2040.
Το 2025 και η Επιστροφή του Ψυχρού Πολέμου σε Πράσινη Συσκευασία
Ο νέος Ψυχρός Πόλεμος δεν έχει ιδεολογίες αλλά τιμολόγια. Τα δύο στρατόπεδα, αυτό των φορτίων βάσης και των ΑΠΕ ευημερούν ταυτόχρονα, επειδή ο καταναλωτής πληρώνει και για τα δύο. Οι κυβερνήσεις και οι αγορές ανακάλυψαν ότι η εποχή των ανέμελων πράσινων επιδοτήσεων τελείωσε: τα κεφάλαια που μέχρι χθες πήγαιναν αποκλειστικά στην πράσινη μετάβαση, τώρα μετατοπίζονται αναγκαστικά στην υποστήριξη και τη χρηματοδότηση των εξοπλιστικών αναγκών.
Η Ευρώπη δαπανά πλέον πάνω από €350 δισ. ετησίως σε αμυντικές τεχνολογίες που περιλαμβάνουν laser interceptors, autonomous strike platforms και συστήματα κυβερνοάμυνας που κοστίζουν όσο μικρά κράτη. Οι κυβερνήσεις ανακάλυψαν ότι μπορούν να χρηματοδοτούν μη επανδρωμένα κάθε είδους, πολυηχητικούς πυραύλους (hypersonics), AI guided πυραυλικά συστήματα, συστήματα δορυφορικής επιτήρησης (orbital surveillance) και συστήματα anti-drone συστήματα για να αντιμετωπίσει το εφιαλτικό σενάριο των επιθέσεων σμηνών μη επανδρωμένων (swarming), επίσης και μέσα από τους λογαριασμούς ρεύματος.
Η Ευρώπη δαπανά πλέον πάνω από €350 δισ. ετησίως σε αμυντικές τεχνολογίες που περιλαμβάνουν την ανάπτυξη συστημάτων αναχαίτισης λέιζερ (laser interceptors), αυτόνομες πλατφόρμες κρούσης (autonomous strike platforms) και αναπτύσσει συστήματα κυβερνοάμυνας (cyber-defence) που κοστίζουν όσο μικρά κράτη.
Η αμυντική ανελαστικότητα προστέθηκε στην ενεργειακή ανελαστικότητα σαν δεύτερο στρώμα πίεσης. Η ενεργειακή μετάβαση έγινε πεδίο μάχης με QR code και ο καταναλωτής μετατράπηκε σε χορηγό γεωπολιτικής χωρίς να το έχει επιλέξει, πληρώνοντας πλέον πάνω από €500–600 δισ. ετησίως για την παράλληλη συντήρηση των ΑΠΕ και των αμυντικών συστημάτων της νέας εποχής.
Το ανησυχητικό συμπέρασμα
Οι συνέπειες για την αρχιτεκτονική ασφαλείας της υφηλίου είναι προς το παρόν τρομακτικές και έτσι θα παραμείνουν. Οι προοπτικές μιας συμπεφωνημένης αποκλιμάκωσης από τα πολεμικά μέτωπα μοιάζουν με όνειρο θερινής νυκτός. Σήμερα αναδύεται ένα άκρως αποσταθεροποιητικό περιβάλλον με πολλούς παίκτες, όπου η διατήρησης μιας ισορροπίας ισχύος καθίσταται ολοένα και πιο προβληματική.
Η εποχή των μη επανδρωμένων, χερσαίων, ναυτικών και αεροχημάτων, εάν αποδεικνύει κάτι, είναι ότι ο αδύναμος μπορεί να βραχυκυκλώσει τον ισχυρό, αποτρέποντας την επίτευξη του πολιτικού αντικειμενικού σκοπού μιας σύγκρουσης.
Αυτό δημιουργεί και ένα νέο, ασταθές πλαίσιο για τη στρατηγική ισορροπία: η πυρηνική αποτροπή (nuclear deterrence), άλλοτε σταθερός άξονας ισορροπίας, δείχνει να μεταλλάσσεται και κινδυνεύει να χάσει την όποια προβλεψιμότητά της. Ο ισχυρός μπορεί να αισθανθεί ότι η εικόνα και η αξιοπιστία του διαβρώνεται, όχι από έναν αντίπαλο ίσης ισχύος αλλά από έναν αδύναμο που χρησιμοποιεί φθηνά μέσα υψηλής αποτελεσματικότητας. Η πίεση αυτή γεννά ένα περιβάλλον όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται πιο γρήγορα, πιο νευρικά και με πολύ μεγαλύτερο ρίσκο.
Και μέσα σε αυτό το νέο παιχνίδι παγκόσμιων ρήξεων και μεταλλάξεων, το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο οι συγκρούσεις που παρακολουθούμε, αλλά οι πληγές που αφήνουν πίσω τους. Πληγές που δύσκολα επουλώνονται πριν εμφανιστεί η επόμενη κρίση. Κάθε νέα κρίση βρίσκει το σύστημα λίγο πιο αδύναμο, λίγο πιο κουρασμένο, λίγο πιο ευάλωτο. Πού θα καταλήξει αυτή η τάση; Θα μπορέσει η ανθρωπότητα να την αντιστρέψει;
Εν μέσω ενός θεάτρου αλλεπάλληλων ρήξεων, η Ευρώπη παραμένει ο πιο τραγικός θεατής: ένας παίκτης που δυσκολεύεται -αν δεν αρνείται συνολικά- να αποδεχθεί τη σκληρή πραγματικότητα του νέου αιώνα, αλλά είναι καταδικασμένος να πληρώνει, στο ακέραιο, τον λογαριασμό της.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου