
Βασιλης Διαμαντακος
Οι δηλώσεις του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ υπέρ της Τουρκίας δεν αποτελούν μια απλή διπλωματική φιλοφρόνηση. Αντανακλούν τη νέα στρατηγική πραγματικότητα της Συμμαχίας, όπου η επιχειρησιακή ισχύς, η αμυντική βιομηχανία και η γεωγραφία υπερισχύουν ολοένα περισσότερο των πολιτικών επιφυλάξεων.
Η δημόσια αναγνώριση της Τουρκίας από τον Μαρκ Ρούτε ως «ζωτικής σημασίας συμμάχου» και ως βασικού πυλώνα της αμυντικής βιομηχανικής βάσης του ΝΑΤΟ αποτελεί σαφές πολιτικό μήνυμα προς όλες τις πρωτεύουσες της Συμμαχίας.
Δεν πρόκειται μόνο για μια αποτίμηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Άγκυρας. Πρόκειται για την αποτύπωση μιας νέας ισορροπίας στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ, όπου η στρατηγική αξία ενός κράτους αξιολογείται ολοένα περισσότερο με όρους παραγωγικής ικανότητας, βιομηχανικής επάρκειας και γεωπολιτικής χρησιμότητας.
Η Συμμαχία εισέρχεται σε μια περίοδο ταχείας στρατιωτικής αναβάθμισης. Οι αποφάσεις της Συνόδου της Χάγης για σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών δημιουργούν μια πρωτοφανή ζήτηση για οπλικά συστήματα, πυρομαχικά, μη επανδρωμένα συστήματα, ναυπηγικά προγράμματα και τεχνολογίες διττής χρήσης. Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποιος δαπανά περισσότερα, αλλά ποιος μπορεί να παράγει περισσότερα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Τουρκία εμφανίζεται ως ένας από τους λίγους συμμάχους που διαθέτουν ολοκληρωμένη αμυντική βιομηχανική βάση με αυξανόμενη εξαγωγική δυναμική. Η ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών, τεθωρακισμένων οχημάτων, ναυτικών προγραμμάτων και ηλεκτρονικών συστημάτων έχει ενισχύσει τη θέση της ως σημαντικού προμηθευτή τόσο για χώρες του ΝΑΤΟ όσο και για τρίτες αγορές.
Από την πολιτική επιφύλαξη στον στρατηγικό πραγματισμό
Τα τελευταία χρόνια, οι σχέσεις της Τουρκίας με αρκετές ευρωπαϊκές χώρες χαρακτηρίστηκαν από έντονες πολιτικές διαφωνίες. Ζητήματα κράτους δικαίου, Ανατολικής Μεσογείου, Συρίας και σχέσεων με τη Ρωσία δημιούργησαν περιόδους βαθιάς δυσπιστίας.
Ωστόσο, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η συνολική επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος ασφαλείας έχουν μεταβάλει τις προτεραιότητες της Δύσης.
Η στρατηγική λογική που φαίνεται να επικρατεί σήμερα είναι διαφορετική: όταν η Ευρώπη καλείται να αυξήσει δραστικά την αμυντική της παραγωγή, οι διαθέσιμες βιομηχανικές δυνατότητες αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τις πολιτικές διαφωνίες που εξακολουθούν να υφίστανται.
Δεν σημαίνει ότι οι διαφορές εξαφανίζονται. Σημαίνει ότι η Συμμαχία επιχειρεί να τις διαχειριστεί χωρίς να υπονομεύσει τη συνολική επιχειρησιακή της ετοιμότητα.
Η νέα ευρωπαϊκή εξίσωση
Οι δηλώσεις Ρούτε συμπίπτουν χρονικά με μια ευρύτερη μετατόπιση της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να ενισχύσει τη δική της αμυντική βιομηχανία μέσω νέων χρηματοδοτικών εργαλείων και κοινών εξοπλιστικών προγραμμάτων. Παράλληλα, το ΝΑΤΟ ζητά ταχύτερη αύξηση της παραγωγικής ικανότητας των συμμάχων για να καλυφθούν οι επιχειρησιακές ανάγκες της Συμμαχίας.
Αυτή η διπλή διαδικασία δημιουργεί ένα σύνθετο ερώτημα πολιτικής: πώς μπορεί να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, χωρίς να αποκλείονται σύμμαχοι του ΝΑΤΟ που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά διαθέτουν κρίσιμες βιομηχανικές δυνατότητες;
Η Τουρκία βρίσκεται ακριβώς στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης.
Η γεωοικονομία της άμυνας
Η άμυνα εξελίσσεται πλέον σε βασικό πυλώνα της βιομηχανικής πολιτικής.
Οι επενδύσεις που προγραμματίζονται τα επόμενα χρόνια δεν αφορούν μόνο την ασφάλεια. Αφορούν την τεχνολογία, την καινοτομία, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις θέσεις εργασίας και τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.
Για τον λόγο αυτό, η συμμετοχή μιας χώρας στην αμυντική παραγωγή αποκτά γεωπολιτική αλλά και οικονομική διάσταση. Όσο μεγαλύτερη είναι η συμβολή της στην παραγωγή κρίσιμων συστημάτων, τόσο ισχυρότερη γίνεται η θέση της στις στρατηγικές διαπραγματεύσεις.
Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, οι δηλώσεις του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ δεν συνιστούν αλλαγή της συμμαχικής πολιτικής έναντι των ελληνοτουρκικών διαφορών. Αντανακλούν, όμως, μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί: η Τουρκία αξιολογείται από τη Συμμαχία ως κράτος με σημαντική στρατιωτική και βιομηχανική συνεισφορά.
Αυτό καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη την ανάγκη η Ελλάδα να επενδύσει όχι μόνο στην επιχειρησιακή ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και στην ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, στην καινοτομία και στη συμμετοχή σε ευρωπαϊκά και συμμαχικά προγράμματα υψηλής τεχνολογίας.
Στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας, η επιρροή δεν θα εξαρτάται μόνο από το ύψος των αμυντικών δαπανών, αλλά και από την ικανότητα μιας χώρας να παράγει τεχνολογία, να συμμετέχει στις αλυσίδες εφοδιασμού και να αποτελεί αναγκαίο εταίρο για τη συλλογική άμυνα.
Η στρατηγική εικόνα
Το μήνυμα του Μαρκ Ρούτε είναι ενδεικτικό της κατεύθυνσης που ακολουθεί το ΝΑΤΟ: η Συμμαχία μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τη διαχείριση κρίσεων στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της αμυντικής της βάσης.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η γεωγραφία, η στρατιωτική ισχύς και η βιομηχανική ικανότητα αποκτούν αυξημένη πολιτική αξία. Η Τουρκία επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει αυτά τα πλεονεκτήματα. Η Ευρώπη καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και στην πραγματικότητα μιας Συμμαχίας που παραμένει αλληλεξαρτώμενη.
Το ερώτημα για τα επόμενα χρόνια δεν είναι αν η Τουρκία θα συνεχίσει να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για το ΝΑΤΟ. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαμορφώσει την αμυντική της πολιτική, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της Συμμαχίας χωρίς να υπονομεύσει τον στόχο της για ισχυρότερη ευρωπαϊκή αμυντική και βιομηχανική βάση.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου