GuidePedia

0


Αφροδιτη Πανου 
Οι διαδοχικές παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού, οι αιχμές κατά της κυβερνητικής στρατηγικής στα ελληνοτουρκικά, οι συναντήσεις με βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και η διαρκής πολιτική πίεση προς το Μέγαρο Μαξίμου συνθέτουν μια νέα φάση εσωτερικής κινητικότητας στην Κεντροδεξιά.

 Πρόκειται για ιδεολογική παρέμβαση ή για προετοιμασία της «επόμενης ημέρας»;

Στην πολιτική, οι συμπτώσεις σπάνια είναι πραγματικά συμπτώσεις.

Ο Αντώνης Σαμαράς δεν επιλέγει ποτέ τυχαία ούτε τον χρόνο ούτε το περιεχόμενο των δημόσιων παρεμβάσεών του. Κάθε δήλωση, κάθε άρθρο, κάθε δημόσια τοποθέτηση, κάθε συνάντηση με βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας εντάσσεται σε ένα σταθερό πολιτικό μοτίβο που εξελίσσεται εδώ και αρκετά χρόνια.

Η τελευταία του παρέμβαση, με την αιχμηρή φράση ότι «τα μόνα ήρεμα νερά στην περιοχή είναι αυτά μεταξύ Μητσοτάκη και Τσίπρα», δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Αντίθετα, έρχεται να προστεθεί σε μια αλυσίδα συνεχών παρεμβάσεων που έχουν κοινό παρονομαστή: τη δημόσια αμφισβήτηση της κυβερνητικής στρατηγικής στα εθνικά θέματα.

Λίγες ώρες νωρίτερα είχε προηγηθεί συνάντησή του με βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, γεγονός που προκάλεσε νέο κύκλο πολιτικών σχολίων γύρω από τον ρόλο που επιδιώκει να διαδραματίσει στο εσωτερικό της παράταξης. Το ίδιο το γεύμα αποτελεί γεγονός. Το πολιτικό του νόημα αποτελεί αντικείμενο διαφορετικών ερμηνειών.

Μια γραμμή με απόλυτη συνέπεια

Από την αποχώρησή του από την ενεργό κομματική ηγεσία μέχρι σήμερα, ο πρώην πρωθυπουργός έχει επιλέξει να παρεμβαίνει σχεδόν αποκλειστικά σε ζητήματα υψηλής στρατηγικής.

Ελληνοτουρκικά.

Κυπριακό.

Συμφωνία των Πρεσπών.

Μεταναστευτικό.

Ευρωπαϊκή στρατηγική.

Διεθνείς ισορροπίες.

Σπάνια ασχολείται με την καθημερινότητα ή την οικονομική πολιτική. Αντίθετα, επιχειρεί να εμφανιστεί ως εκφραστής μιας συγκεκριμένης αντίληψης περί εθνικής στρατηγικής, η οποία δίνει έμφαση στην αποτροπή, την ισχυρή διαπραγματευτική θέση και την αποφυγή πολιτικών που, κατά την εκτίμησή του, θα μπορούσαν να εκληφθούν ως υποχωρητικές.

Η συνέπεια αυτής της γραμμής είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό του χαρακτηριστικό.
Η νέα επίθεση

Η πρόσφατη δήλωσή του δεν περιορίστηκε στον Αλέξη Τσίπρα.

Με αφορμή τις τοποθετήσεις των Νίκου Μπίστη και Γιώργου Σιακαντάρη για την ηλεκτρική διασύνδεση στην Κάσο, ο Αντώνης Σαμαράς υποστήριξε ότι τέτοιες θέσεις συνιστούν «κατευνασμό» και όχι «νέο πατριωτισμό».

Παράλληλα, επέκρινε τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, σημειώνοντας ότι δεν αποδοκίμασε δημόσια αυτές τις απόψεις.

Η κορύφωση της παρέμβασης ήταν η φράση:«Τα μόνα “ήρεμα νερά” στην περιοχή είναι αυτά μεταξύ Μητσοτάκη και Τσίπρα.»

Πρόκειται για μια πολιτική διατύπωση που επιχειρεί να συνδέσει δύο διαφορετικούς πολιτικούς χώρους μέσω της κοινής στάσης τους απέναντι στα ελληνοτουρκικά, σύμφωνα με την οπτική του πρώην πρωθυπουργού.

Δεν είναι η πρώτη φορά

Για όσους παρακολουθούν διαχρονικά τη διαδρομή του Αντώνη Σαμαρά, οι δημόσιες συγκρούσεις με την ηγεσία της παράταξης δεν αποτελούν πρωτόγνωρο φαινόμενο.

Η πολιτική του πορεία περιλαμβάνει δύο μεγάλες ιστορικές καμπές.

Η πρώτη ήταν το 1993, όταν η ρήξη με τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη οδήγησε στην αποχώρησή του από τη Νέα Δημοκρατία και στη δημιουργία της Πολιτικής Άνοιξης.

Η δεύτερη ήταν το 2009, όταν, μετά την εκλογική ήττα της ΝΔ, επέστρεψε στο επίκεντρο, διεκδίκησε την ηγεσία του κόμματος και εξελέγη πρόεδρος, οδηγώντας λίγα χρόνια αργότερα την παράταξη στην κυβέρνηση.

Τα δύο αυτά γεγονότα είναι διαφορετικά ως προς τις συνθήκες και τα πολιτικά τους χαρακτηριστικά. Ωστόσο, αποτελούν ιστορικά παραδείγματα που δείχνουν ότι ο Σαμαράς έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σε κρίσιμες μεταβατικές περιόδους της Κεντροδεξιάς.
Τι επιδιώκει σήμερα;

Εδώ αρχίζει η πολιτική ανάλυση.

Δεν υπάρχουν δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο πρώην πρωθυπουργός σχεδιάζει συγκεκριμένη οργανωμένη πολιτική πρωτοβουλία ή νέα κομματική κίνηση.

Ωστόσο, οι διαδοχικές παρεμβάσεις του έχουν οδηγήσει πολλούς πολιτικούς αναλυτές να εξετάζουν διαφορετικά ενδεχόμενα.

Το πρώτο είναι ότι επιδιώκει αποκλειστικά να επηρεάσει την κυβερνητική πολιτική στα εθνικά θέματα, θεωρώντας ότι η δημόσια πίεση αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο παρέμβασης.

Το δεύτερο είναι ότι επιχειρεί να διατηρήσει ενεργό έναν συγκεκριμένο ιδεολογικό πόλο μέσα στην ευρύτερη Κεντροδεξιά, εκφράζοντας ψηφοφόρους και στελέχη που θεωρούν πως η σημερινή κυβέρνηση ακολουθεί υπερβολικά ήπια γραμμή στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Ένα τρίτο σενάριο, που επίσης συζητείται στον δημόσιο διάλογο, είναι ότι οι κινήσεις του ενδέχεται να αποσκοπούν στη διαμόρφωση πολιτικών συσχετισμών για την επόμενη ημέρα στη Νέα Δημοκρατία ή ευρύτερα στην Κεντροδεξιά. Πρόκειται, όμως, για πολιτική εκτίμηση και όχι για τεκμηριωμένο γεγονός. 

Το timing δεν περνά απαρατήρητο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο χρόνος των παρεμβάσεων.

Συμπίπτουν με:τη συζήτηση για πιθανές πολιτικές ανακατατάξεις στον χώρο της Κεντροδεξιάς,
τις δημοσκοπήσεις που καταγράφουν κινητικότητα στα δεξιά της ΝΔ,
τη δημόσια συζήτηση για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση,
τις αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η χρονική αυτή συγκυρία ενισχύει τις ερμηνείες όσων θεωρούν ότι ο πρώην πρωθυπουργός επιδιώκει να διατηρεί ισχυρή πολιτική παρουσία στον δημόσιο διάλογο.
Ο «ανένδοτος» ως πολιτική στρατηγική

Από πολιτική σκοπιά, ο Αντώνης Σαμαράς φαίνεται να ακολουθεί μια στρατηγική διαρκούς θεσμικής διαφοροποίησης. Δεν αμφισβητεί συνολικά την κυβέρνηση, αλλά επιλέγει συγκεκριμένα πεδία —κυρίως τα εθνικά θέματα— όπου προβάλλει μια σαφώς διαφορετική προσέγγιση.

Το εάν αυτή η τακτική αποσκοπεί αποκλειστικά στην ιδεολογική επιρροή ή αποτελεί προετοιμασία για μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις παραμένει ανοιχτό ερώτημα.

Το βέβαιο είναι ότι ο πρώην πρωθυπουργός εξακολουθεί να διαθέτει πολιτικό βάρος και ότι κάθε δημόσια παρέμβασή του πυροδοτεί συζήτηση πολύ ευρύτερη από το περιεχόμενο της ίδιας της δήλωσης.

Σε μια περίοδο όπου η Κεντροδεξιά αναζητά τη θέση της απέναντι στις νέες γεωπολιτικές προκλήσεις και στις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις, ο «ανένδοτος» του Αντώνη Σαμαρά δεν αποτελεί απλώς προσωπική πολιτική στάση. Αποτελεί έναν σταθερό παράγοντα του εσωκομματικού διαλόγου, του οποίου η μελλοντική επίδραση θα εξαρτηθεί τόσο από τις εξελίξεις στην κυβερνητική πολιτική όσο και από τις ευρύτερες ισορροπίες στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top