
Βασιλης Διαμαντακος
Η αποναρκοθέτηση δεν αφορά μόνο τη ναυσιπλοΐα. Αφορά το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου, την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και τη νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής
Η απόφαση της Αθήνας να συμμετάσχει με πολεμικά πλοία στην επικείμενη αποστολή αποναρκοθέτησης των Στενών του Ορμούζ δεν αποτελεί μια ακόμη ναυτική ανάπτυξη στο εξωτερικό. Πρόκειται για μια κίνηση με στρατηγικό, ενεργειακό και γεωπολιτικό βάθος, η οποία τοποθετεί την Ελλάδα στον πυρήνα μιας επιχείρησης που μπορεί να καθορίσει τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας για τα επόμενα χρόνια.
Η ανάπτυξη μιας φρεγάτας τύπου MEKO και πιθανότατα του πλοίου γενικής υποστήριξης «Προμηθεύς» εντάσσει το Πολεμικό Ναυτικό σε ένα από τα πιο απαιτητικά επιχειρησιακά περιβάλλοντα του σύγχρονου κόσμου.
Το διακύβευμα δεν είναι απλώς στρατιωτικό.
Είναι ενεργειακό, εμπορικό, ναυτιλιακό και βαθιά γεωπολιτικό.
Το πέρασμα που κρατά όμηρο την παγκόσμια οικονομία
Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν το σημαντικότερο ενεργειακό choke point του πλανήτη.
Σύμφωνα με αναλύσεις του International Institute for Strategic Studies (IISS), από το Ορμούζ διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου, το 34% των θαλάσσιων ροών αργού πετρελαίου και σχεδόν το 30% των παγκόσμιων εξαγωγών LNG.
Σε απόλυτους αριθμούς, η διαδρομή εξυπηρετεί μεταξύ 17 και 21 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου ημερησίως, ποσότητα που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από υπάρχοντες αγωγούς ή εναλλακτικές οδούς.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε διακοπή ή περιορισμός στη λειτουργία του Ορμούζ μεταφράζεται σχεδόν αυτόματα σε αναταράξεις στις διεθνείς τιμές ενέργειας, στην ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης και στην παγκόσμια ναυτιλία.
Γιατί οι νάρκες είναι ο μεγαλύτερος εφιάλτης των ναυτικών επιτελείων
Οι περισσότεροι αναλυτές εστιάζουν σε πυραύλους, drones και ναυτικές συγκρούσεις.
Στην πραγματικότητα, όμως, οι θαλάσσιες νάρκες αποτελούν το πιο αποτελεσματικό ασύμμετρο όπλο.
Είναι φθηνές, δύσκολα εντοπίζονται, δημιουργούν τεράστια ψυχολογική πίεση και μπορούν να παραλύσουν τη ναυσιπλοΐα χωρίς να απαιτείται μεγάλης κλίμακας στρατιωτική σύγκρουση. Think tanks όπως το MIT Security Studies Program και το IISS έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι ακόμη και περιορισμένη ναρκοθέτηση στο Ορμούζ αρκεί για να προκαλέσει σοβαρή διαταραχή στις ενεργειακές αγορές.
Οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν ήδη ενεργοποιήσει επιχειρήσεις αποναρκοθέτησης με αντιτορπιλικά, υποβρύχια drones, ελικόπτερα και μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας.
Ωστόσο, η πλήρης αποκατάσταση της ασφάλειας μπορεί να απαιτήσει μήνες.
Τα τρία σενάρια που εξετάζουν οι δυτικές πρωτεύουσες
Η αποναρκοθέτηση δεν αφορά μόνο τη ναυσιπλοΐα. Αφορά το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου, την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και τη νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής
Η απόφαση της Αθήνας να συμμετάσχει με πολεμικά πλοία στην επικείμενη αποστολή αποναρκοθέτησης των Στενών του Ορμούζ δεν αποτελεί μια ακόμη ναυτική ανάπτυξη στο εξωτερικό. Πρόκειται για μια κίνηση με στρατηγικό, ενεργειακό και γεωπολιτικό βάθος, η οποία τοποθετεί την Ελλάδα στον πυρήνα μιας επιχείρησης που μπορεί να καθορίσει τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας για τα επόμενα χρόνια.
Η ανάπτυξη μιας φρεγάτας τύπου MEKO και πιθανότατα του πλοίου γενικής υποστήριξης «Προμηθεύς» εντάσσει το Πολεμικό Ναυτικό σε ένα από τα πιο απαιτητικά επιχειρησιακά περιβάλλοντα του σύγχρονου κόσμου.
Το διακύβευμα δεν είναι απλώς στρατιωτικό.
Είναι ενεργειακό, εμπορικό, ναυτιλιακό και βαθιά γεωπολιτικό.
Το πέρασμα που κρατά όμηρο την παγκόσμια οικονομία
Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν το σημαντικότερο ενεργειακό choke point του πλανήτη.
Σύμφωνα με αναλύσεις του International Institute for Strategic Studies (IISS), από το Ορμούζ διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου, το 34% των θαλάσσιων ροών αργού πετρελαίου και σχεδόν το 30% των παγκόσμιων εξαγωγών LNG.
Σε απόλυτους αριθμούς, η διαδρομή εξυπηρετεί μεταξύ 17 και 21 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου ημερησίως, ποσότητα που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από υπάρχοντες αγωγούς ή εναλλακτικές οδούς.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε διακοπή ή περιορισμός στη λειτουργία του Ορμούζ μεταφράζεται σχεδόν αυτόματα σε αναταράξεις στις διεθνείς τιμές ενέργειας, στην ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης και στην παγκόσμια ναυτιλία.
Γιατί οι νάρκες είναι ο μεγαλύτερος εφιάλτης των ναυτικών επιτελείων
Οι περισσότεροι αναλυτές εστιάζουν σε πυραύλους, drones και ναυτικές συγκρούσεις.
Στην πραγματικότητα, όμως, οι θαλάσσιες νάρκες αποτελούν το πιο αποτελεσματικό ασύμμετρο όπλο.
Είναι φθηνές, δύσκολα εντοπίζονται, δημιουργούν τεράστια ψυχολογική πίεση και μπορούν να παραλύσουν τη ναυσιπλοΐα χωρίς να απαιτείται μεγάλης κλίμακας στρατιωτική σύγκρουση. Think tanks όπως το MIT Security Studies Program και το IISS έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι ακόμη και περιορισμένη ναρκοθέτηση στο Ορμούζ αρκεί για να προκαλέσει σοβαρή διαταραχή στις ενεργειακές αγορές.
Οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν ήδη ενεργοποιήσει επιχειρήσεις αποναρκοθέτησης με αντιτορπιλικά, υποβρύχια drones, ελικόπτερα και μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας.
Ωστόσο, η πλήρης αποκατάσταση της ασφάλειας μπορεί να απαιτήσει μήνες.
Τα τρία σενάρια που εξετάζουν οι δυτικές πρωτεύουσες
Σενάριο 1: Ελεγχόμενη σταθεροποίηση (6 μήνες)
Πρόκειται για το πιο αισιόδοξο σενάριο.
Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν παραμένει λειτουργική, η Τεχεράνη ανέχεται τη διεθνή παρουσία και οι αποναρκοθετήσεις εξελίσσονται χωρίς σοβαρά επεισόδια.
Σε αυτή την περίπτωση, οι ενεργειακές ροές αποκαθίστανται σταδιακά και οι τιμές πετρελαίου αποκλιμακώνονται.
Αρκετές αναλύσεις εκτιμούν ότι απαιτούνται τουλάχιστον έξι μήνες για πλήρη επιχειρησιακή ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρόμων.
Σενάριο 2: Η «γκρίζα ζώνη» (12 μήνες)
Αυτό θεωρείται από αρκετούς αναλυτές το πιθανότερο.
Παρότι υπάρχει συμφωνία σε πολιτικό επίπεδο, αυτόνομοι δρώντες, φιλοϊρανικές οργανώσεις ή περιφερειακά δίκτυα συνεχίζουν να απειλούν τη ναυσιπλοΐα.
Το Chatham House προειδοποιεί ότι η αποστολή θα χρειαστεί διακριτές ομάδες συνοδείας, επιτήρησης και αποναρκοθέτησης για να αποφευχθεί νέα κλιμάκωση.
Σε αυτό το περιβάλλον, η διεθνής ναυτική παρουσία μετατρέπεται από προσωρινή επιχείρηση σε μόνιμο μηχανισμό ασφάλειας.
Σενάριο 3: Κατάρρευση της συμφωνίας
Το πιο επικίνδυνο σενάριο.
Εάν οι συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν αποτύχουν ή επανέλθει η περιφερειακή ένταση, η αποστολή μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με νέα ναρκοθέτηση, επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων ή ακόμη και περιορισμένη στρατιωτική σύγκρουση.
Σύμφωνα με αναλύσεις του IISS και διεθνών οργανισμών, ακόμη και μερική διακοπή της κυκλοφορίας στο Ορμούζ θα προκαλούσε ισχυρό σοκ στις αγορές ενέργειας.
Γιατί η Ελλάδα αποκτά ρόλο δυσανάλογο του μεγέθους της
Η ελληνική συμμετοχή δεν είναι συμβολική.
Η Αθήνα βρίσκεται ήδη στον πυρήνα της ευρωπαϊκής επιχείρησης «Ασπίδες», ενώ η φρεγάτα «Ψαρά» επιχειρεί στην Ερυθρά Θάλασσα.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα διαθέτει το επιχειρησιακό στρατηγείο της αποστολής στη Λάρισα και ασκεί την εν πλω διοίκηση της ευρωπαϊκής δύναμης.
Αυτό σημαίνει ότι σε μια ενδεχόμενη επέκταση προς το Ορμούζ, η χώρα δεν θα είναι απλός συμμετέχων αλλά βασικός κόμβος σχεδιασμού και συντονισμού.
Για την Ουάσιγκτον, η Αθήνα θεωρείται πλέον αξιόπιστος ναυτικός εταίρος σε μια εποχή όπου αρκετά ευρωπαϊκά κράτη εμφανίζονται απρόθυμα να αναλάβουν πρόσθετα βάρη ασφαλείας.
Η μεγάλη εικόνα: Δεν είναι επιχείρηση αποναρκοθέτησης – είναι επιχείρηση ενεργειακής ασφάλειας
Η ουσία βρίσκεται αλλού.
Το Ορμούζ δεν είναι απλώς ένας θαλάσσιος διάδρομος.
Είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου τροφοδοτούνται οι οικονομίες της Ασίας, της Ευρώπης και μεγάλο μέρος της παγκόσμιας βιομηχανίας.
Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας έχει προειδοποιήσει ότι μια παρατεταμένη διακοπή της λειτουργίας του Ορμούζ θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια στη σύγχρονη ιστορία.
Γι’ αυτό και η αποστολή που σχεδιάζεται δεν είναι απλώς μια ναυτική επιχείρηση.
Είναι η πρώτη μεγάλη δοκιμασία της μεταπολεμικής τάξης ασφαλείας που επιχειρεί να οικοδομηθεί μετά τη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν.
Και σε αυτή τη νέα γεωπολιτική εξίσωση, η Ελλάδα δεν βρίσκεται στην περιφέρεια των εξελίξεων.
Βρίσκεται στο επιχειρησιακό τους κέντρο.
Από τη θεωρία στην πράξη: Η ώρα της Ελλάδας και το στοίχημα Δένδια
Πέρα όμως από τα think tanks, τα ενεργειακά μοντέλα και τα γεωπολιτικά σενάρια, η κρίσιμη παράμετρος είναι ότι η Ελλάδα δεν παρακολουθεί πλέον τις εξελίξεις από απόσταση.
Η Αθήνα ετοιμάζεται να συμμετάσχει ενεργά στην αποστολή αποναρκοθέτησης των Στενών του Ορμούζ, αναλαμβάνοντας έναν ρόλο που υπερβαίνει το μέγεθος της χώρας και επιβεβαιώνει τη σταδιακή μετατροπή της σε παράγοντα ναυτικής ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Ινδικό Ωκεανό.
Σύμφωνα με τον επιχειρησιακό σχεδιασμό που βρίσκεται υπό διαμόρφωση, η Ελλάδα αναμένεται να εντάξει στην αποστολή τόσο τη φρεγάτα τύπου MEKO που ήδη συμμετέχει στην ευρωπαϊκή επιχείρηση «Ασπίδες» για την προστασία της εμπορικής ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα, όσο και το πλοίο γενικής υποστήριξης ΠΓΥ «Προμηθεύς», το μεγαλύτερο πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού.
Το «Προμηθεύς» αναμένεται να αναπτυχθεί σε δεύτερο χρόνο, ενώ στη φρεγάτα που θα μεταβεί στην περιοχή θα επιβαίνουν ειδικές ομάδες ναρκαλιευτών, οι οποίες θα συνδράμουν ενεργά στις επιχειρήσεις εντοπισμού και εξουδετέρωσης ναρκών.
Η αποστολή, ωστόσο, δεν θεωρείται δεδομένη ως προς τη διάρκεια και το εύρος της.
Στρατιωτικοί και διπλωματικοί κύκλοι επεξεργάζονται τρία βασικά επιχειρησιακά σενάρια.
Το πρώτο προβλέπει μια σχετικά σύντομη αποστολή διάρκειας περίπου έξι μηνών, υπό την προϋπόθεση ότι η Τεχεράνη θα επιδείξει ανοχή στη διεθνή παρουσία και θα διατηρηθεί η πολιτική αποκλιμάκωση που επιχειρείται μέσω της συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το δεύτερο σενάριο θεωρείται από αρκετούς δυτικούς αναλυτές περισσότερο ρεαλιστικό και αφορά επιχείρηση διάρκειας έως και ενός έτους. Σε αυτή την εκδοχή, η απειλή δεν προέρχεται απαραίτητα από το ίδιο το Ιράν αλλά από αυτόνομους ή ημιαυτόνομους περιφερειακούς δρώντες, όπως οι Χούθι ή άλλες φιλοϊρανικές οργανώσεις που θα μπορούσαν να συνεχίσουν να προκαλούν αστάθεια στις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας.
Το τρίτο και πλέον δυσμενές σενάριο αφορά πιθανή κατάρρευση της συμφωνίας ΗΠΑ – Ιράν, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε σημαντικές καθυστερήσεις είτε ακόμη και σε εγκατάλειψη του σχεδίου αποναρκοθέτησης.
Στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων βρίσκεται ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, ο οποίος μεταβαίνει από τις Ηνωμένες Πολιτείες στις Βρυξέλλες για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, όπου αναμένεται να τεθεί επισήμως το ζήτημα της αστυνόμευσης και της ασφάλειας των Στενών του Ορμούζ τους επόμενους μήνες.
Το θέμα έχει ήδη αρχίσει να συζητείται σε ευρωατλαντικό επίπεδο, ενώ εξετάζεται ακόμη και η επέκταση της εντολής της ευρωπαϊκής επιχείρησης «Ασπίδες» ώστε να καλύψει και τις ανάγκες αποναρκοθέτησης στον Περσικό Κόλπο.
Παράλληλα, σε διπλωματικό επίπεδο αναπτύσσεται έντονο παρασκήνιο σχετικά με τη μορφή που θα λάβει η επιχείρηση.
Αρκετά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ εμφανίζονται να προκρίνουν ένα μοντέλο που προσομοιάζει περισσότερο σε «Συμμαχία των Προθύμων», με διακριτή δομή διοίκησης αλλά στενή συνεργασία με τις υφιστάμενες ευρωπαϊκές αποστολές.
Πίσω από αυτή τη συζήτηση βρίσκεται η αυξανόμενη πίεση της Ουάσιγκτον προς τους Ευρωπαίους συμμάχους να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης στην προστασία των παγκόσμιων θαλάσσιων οδών και της ενεργειακής ασφάλειας.
Η διάσταση αυτή απασχολεί ιδιαίτερα την ελληνική πλευρά.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Νίκος Δένδιας έχει επανειλημμένα επικρίνει δημόσια την περιορισμένη συμμετοχή αρκετών ευρωπαϊκών χωρών στην επιχείρηση «Ασπίδες», επισημαίνοντας ότι η προστασία της διεθνούς ναυσιπλοΐας δεν μπορεί να στηρίζεται σε λίγες μόνο χώρες.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο στο πεδίο του ναρκοπολέμου.
Παρότι χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία διαθέτουν αριθμητικά αξιόλογους στόλους ναρκοπολέμου, μεγάλο μέρος αυτών των μέσων θεωρείται επιχειρησιακά περιορισμένο απέναντι στις σύγχρονες απειλές που συνδυάζουν νάρκες, drones, μη επανδρωμένα σκάφη και ασύμμετρες τακτικές.
Έτσι, η αποστολή στο Ορμούζ αναμένεται να αποτελέσει ένα κρίσιμο τεστ για τις πραγματικές δυνατότητες της Ευρώπης να λειτουργήσει ως αυτόνομος πάροχος θαλάσσιας ασφάλειας.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Η φρεγάτα «Ψαρά» επιχειρεί ήδη στην Ερυθρά Θάλασσα, το Στρατηγείο της επιχείρησης «Ασπίδες» βρίσκεται στη Λάρισα και η Αθήνα ασκεί σήμερα την εν πλω διοίκηση της ευρωπαϊκής δύναμης.
Εάν το Ορμούζ εξελιχθεί στο επόμενο μεγάλο μέτωπο της διεθνούς ναυτικής ασφάλειας, η Ελλάδα δεν θα βρεθεί απλώς μεταξύ των συμμετεχόντων.
Θα βρεθεί στον πυρήνα των αποφάσεων που θα καθορίσουν την ασφάλεια μιας θαλάσσιας αρτηρίας από την οποία εξαρτάται η ενεργειακή και οικονομική σταθερότητα ολόκληρου του πλανήτη.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου