
Βασιλης Διαμαντακος
Από τη Λευκωσία ήρθε η παραδοχή που κανείς στις Βρυξέλλες δεν ήθελε να ακούσει: η Ευρώπη παραμένει στρατιωτικός γίγαντας με πήλινα πόδια και όμηρος του ΝΑΤΟ
Η εικόνα ήταν σχεδόν συμβολική.
Σε κυπριακό έδαφος, λίγα μόλις χιλιόμετρα από μια από τις πιο στρατιωτικοποιημένες γραμμές αντιπαράθεσης της Ευρώπης, η Ύπατη Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική και την Ασφάλεια, Κάγια Κάλας, έδωσε αυτό που πολλοί στις Βρυξέλλες θεωρούν πλέον την οριστική απάντηση στο ερώτημα του Ευρωστρατού.
Δεν πρόκειται να υπάρξει κοινός ευρωπαϊκός στρατός.
Ίσως όχι σήμερα. Ίσως ούτε αύριο.
Και σίγουρα όχι όσο οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το ΝΑΤΟ ως τη μοναδική πραγματική εγγύηση ασφάλειας.
Με μια φαινομενικά τεχνοκρατική τοποθέτηση μετά την άτυπη σύνοδο των υπουργών Άμυνας της ΕΕ στην Κύπρο, η Κάλας γκρέμισε ένα από τα πιο φιλόδοξα πολιτικά οράματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η Ευρώπη, είπε ουσιαστικά, δεν μπορεί να συντηρεί ταυτόχρονα εθνικούς στρατούς, να χρηματοδοτεί τις δεσμεύσεις της στο ΝΑΤΟ και παράλληλα να δημιουργεί μια υπερεθνική στρατιωτική δύναμη.
Πίσω από αυτή τη δήλωση κρύβεται μια πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα:
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να μην εμπιστεύεται τον ίδιο της τον εαυτό για την άμυνά της.
Το τέλος μιας μεγάλης ευρωπαϊκής ψευδαίσθησης
Για περισσότερες από δύο δεκαετίες, ο Ευρωστρατός παρουσιαζόταν ως το επόμενο μεγάλο βήμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Μετά το ευρώ, την ενιαία αγορά και την πολιτική ενοποίηση, η άμυνα θεωρούνταν το τελευταίο κομμάτι που έλειπε από το παζλ.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 αναζωπύρωσε τις σχετικές συζητήσεις.
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο επιτάχυνε ακόμη περισσότερο τους φόβους πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για το κατά πόσο η αμερικανική προστασία μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρή από τη ρητορική.
Παρά τις εντυπωσιακές εξαγγελίες, τα δισεκατομμύρια ευρώ που διοχετεύονται στην αμυντική βιομηχανία και τα σχέδια κοινών εξοπλισμών, η Ευρώπη εξακολουθεί να αδυνατεί να απαντήσει στο πιο κρίσιμο ερώτημα:
Ποιος θα αποφασίζει πότε και πού θα πολεμά ένας ευρωπαϊκός στρατός;
Και εκεί ακριβώς αρχίζει η πολιτική παράλυση.
Η Τουρκία κερδίζει χωρίς να συμμετέχει
Υπάρχει όμως και μια λιγότερο συζητημένη διάσταση.
Η Τουρκία υπήρξε διαχρονικά ένας από τους πιο έντονους πολέμιους κάθε προσπάθειας δημιουργίας αυτόνομων ευρωπαϊκών αμυντικών δομών.
Όχι τυχαία.
Η Άγκυρα γνωρίζει ότι όσο η ευρωπαϊκή ασφάλεια παραμένει εγκλωβισμένη στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, διατηρεί σημαντική επιρροή στις εξελίξεις.
Ένας πραγματικός Ευρωστρατός θα μετέφερε το κέντρο βάρους από τη Συμμαχία προς τις Βρυξέλλες.
Και εκεί η Τουρκία δεν διαθέτει θέση στο τραπέζι.
Σε αντίθεση με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Για την τουρκική στρατηγική σκέψη, η ευρωπαϊκή στρατιωτική αυτονόμηση θα αποτελούσε μια βαθιά γεωπολιτική ανατροπή.
Η σημερινή κατάσταση είναι πολύ πιο βολική.
Η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη από μια συμμαχία στην οποία η Άγκυρα κατέχει κομβικό ρόλο.
Με άλλα λόγια:
Ο Ευρωστρατός δεν ηττήθηκε μόνο από τις ευρωπαϊκές αντιρρήσεις. Ηττήθηκε και από την ίδια τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Δύσης.
Η μεγάλη αντίφαση των Βρυξελλών
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σήμερα η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη του πλανήτη μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Διαθέτει κοινό νόμισμα.
Διαθέτει κοινή αγορά.
Διαθέτει υπερεθνικούς θεσμούς.
Διαθέτει ενιαίο κανονιστικό πλαίσιο.
Διαθέτει κοινές πολιτικές σε δεκάδες τομείς.
Αλλά δεν διαθέτει κοινή στρατιωτική ισχύ.
Και αυτό το κενό αρχίζει να μετατρέπεται σε στρατηγικό πρόβλημα πρώτου μεγέθους.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε ότι χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες η Ευρώπη δυσκολεύεται να υποστηρίξει ακόμη και μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις στο άμεσο γεωγραφικό της περιβάλλον.
Από τις στρατηγικές μεταφορές μέχρι τις δορυφορικές πληροφορίες και από την αντιπυραυλική άμυνα μέχρι την πυρηνική αποτροπή, η αμερικανική συμβολή παραμένει αναντικατάστατη.
Η περίφημη «στρατηγική αυτονομία» εξακολουθεί να είναι περισσότερο σύνθημα παρά πραγματικότητα.
Ο Τραμπ, η αβεβαιότητα και ο φόβος που επιστρέφει
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο καθώς οι διατλαντικές σχέσεις εισέρχονται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταφέρουν σταδιακά το στρατηγικό τους βάρος προς τον Ινδο-Ειρηνικό.
Η Κίνα αποτελεί πλέον την πρώτη προτεραιότητα της Ουάσιγκτον.
Η Ευρώπη δεν βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής όπως κατά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Η επιστροφή Τραμπ επιτάχυνε αυτή τη συζήτηση.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες γνωρίζουν ότι το πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ αλλάζει.
Γνωρίζουν επίσης ότι μελλοντικές αμερικανικές κυβερνήσεις ενδέχεται να απαιτήσουν ακόμη μεγαλύτερη ανάληψη ευθυνών από τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Κι όμως, την ίδια στιγμή που αυξάνεται η αβεβαιότητα για την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνεχίζουν να απορρίπτουν το μοναδικό εργαλείο που θα μπορούσε θεωρητικά να μειώσει αυτή την εξάρτηση:
Τον κοινό ευρωπαϊκό στρατό.
Η Ευρώπη μπροστά στο δικό της στρατηγικό αδιέξοδο
Οι δηλώσεις της Κάγια Κάλας δεν ήταν απλώς μια τοποθέτηση για την άμυνα.
Ήταν μια παραδοχή.
Μια δημόσια ομολογία των ορίων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάφερε να ενώσει οικονομίες, αγορές, θεσμούς και πολιτικές.
Δεν κατάφερε όμως να ενώσει την πιο ευαίσθητη έκφανση της κρατικής κυριαρχίας:
Τη στρατιωτική ισχύ.
Και όσο αυτό παραμένει άλυτο, η Ευρώπη θα συνεχίσει να λειτουργεί ως μια ημιτελής υπερδύναμη.
Οικονομικός γίγαντας.
Πολιτικός ρυθμιστής.
Αλλά στρατηγικά εξαρτημένος παίκτης.
Η Κύπρος αποτέλεσε το σκηνικό μιας δήλωσης που ίσως αποδειχθεί ιστορική.
Γιατί πίσω από τα διπλωματικά χαμόγελα και τις τεχνικές διατυπώσεις, το μήνυμα της Κάλας ήταν ξεκάθαρο:
Ο Ευρωστρατός δεν βρίσκεται πλέον στο στάδιο της αναμονής. Βρίσκεται στο ψυγείο. Και κανείς στις Βρυξέλλες δεν δείχνει πρόθυμος να τον βγάλει από εκεί.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο καθώς οι διατλαντικές σχέσεις εισέρχονται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταφέρουν σταδιακά το στρατηγικό τους βάρος προς τον Ινδο-Ειρηνικό.
Η Κίνα αποτελεί πλέον την πρώτη προτεραιότητα της Ουάσιγκτον.
Η Ευρώπη δεν βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής όπως κατά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Η επιστροφή Τραμπ επιτάχυνε αυτή τη συζήτηση.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες γνωρίζουν ότι το πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ αλλάζει.
Γνωρίζουν επίσης ότι μελλοντικές αμερικανικές κυβερνήσεις ενδέχεται να απαιτήσουν ακόμη μεγαλύτερη ανάληψη ευθυνών από τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Κι όμως, την ίδια στιγμή που αυξάνεται η αβεβαιότητα για την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνεχίζουν να απορρίπτουν το μοναδικό εργαλείο που θα μπορούσε θεωρητικά να μειώσει αυτή την εξάρτηση:
Τον κοινό ευρωπαϊκό στρατό.
Η Ευρώπη μπροστά στο δικό της στρατηγικό αδιέξοδο
Οι δηλώσεις της Κάγια Κάλας δεν ήταν απλώς μια τοποθέτηση για την άμυνα.
Ήταν μια παραδοχή.
Μια δημόσια ομολογία των ορίων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάφερε να ενώσει οικονομίες, αγορές, θεσμούς και πολιτικές.
Δεν κατάφερε όμως να ενώσει την πιο ευαίσθητη έκφανση της κρατικής κυριαρχίας:
Τη στρατιωτική ισχύ.
Και όσο αυτό παραμένει άλυτο, η Ευρώπη θα συνεχίσει να λειτουργεί ως μια ημιτελής υπερδύναμη.
Οικονομικός γίγαντας.
Πολιτικός ρυθμιστής.
Αλλά στρατηγικά εξαρτημένος παίκτης.
Η Κύπρος αποτέλεσε το σκηνικό μιας δήλωσης που ίσως αποδειχθεί ιστορική.
Γιατί πίσω από τα διπλωματικά χαμόγελα και τις τεχνικές διατυπώσεις, το μήνυμα της Κάλας ήταν ξεκάθαρο:
Ο Ευρωστρατός δεν βρίσκεται πλέον στο στάδιο της αναμονής. Βρίσκεται στο ψυγείο. Και κανείς στις Βρυξέλλες δεν δείχνει πρόθυμος να τον βγάλει από εκεί.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου