Γιατί οι πόλεμοι είναι εύκολο να αρχίσουν και δύσκολο να τελειώσουν.
Του καθηγητή Αθανασίου Πλατιά
Το ζήτημα του τερματισμού των πολέμων αποτελεί ένα από τα πλέον παραμελημένα θέματα της στρατηγικής θεωρίας. Η αδυναμία τερματισμού ενός πολέμου συνιστά σοβαρό στρατηγικό ελάττωμα. Το να κερδίζει κανείς μάχες χωρίς να μπορεί να μετατρέψει τα στρατιωτικά κέρδη σε πολιτικά αποτελέσματα ισοδυναμεί με σπατάλη αίματος, χρόνου και πόρων.
Οι πόλεμοι αρχίζουν εύκολα γιατί κάθε πλευρά αισιοδοξεί ότι ο αντίπαλος θα υποκύψει γρήγορα. Κατά κανόνα τα κράτη υπερεκτιμούν τη δική τους ισχύ και υποτιμούν την αντίπαλη ικανότητα — μια ψευδαίσθηση που ο ίδιος ο πόλεμος αργά ή γρήγορα διαλύει.
Η ιστορία προσφέρει χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο Βίσμαρκ γνώριζε πότε ακριβώς να σταματήσει τους πολέμους που ξεκινούσε. Μετά από κάθε νίκη τερμάτιζε τον πόλεμο μόλις επιτύγχανε τους πολιτικούς του στόχους, αποφεύγοντας έτσι να δημιουργήσει νέους συνασπισμούς εναντίον της Πρωσίας. Ο Χίτλερ ακολούθησε την αντίθετη πορεία. Άνοιγε διαρκώς νέα μέτωπα εναντίον ολοένα ισχυρότερων αντιπάλων, αδυνατώντας να αντιληφθεί τα όρια της γερμανικής ισχύος. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο ηγέτες ήταν τελικά η διαφορά μεταξύ επιτυχίας και αποτυχίας, νίκης και ήττας.
Παρόμοια προβλήματα με την αδυναμία τερματισμού πολέμων αντιμετώπισαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Βιετνάμ, στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Παρά τη συντριπτική στρατιωτική τους υπεροχή, βρέθηκαν εγκλωβισμένες σε μακροχρόνιες συγκρούσεις χωρίς σαφή θεωρία νίκης και στρατηγική εξόδου. Το πρόβλημα δεν ήταν η έλλειψη ικανής στρατιωτικής ισχύος αλλά η αδυναμία μετατροπής της σε πολιτικό αποτέλεσμα.
Γιατί όμως οι πόλεμοι παρατείνονται; Μια εύλογη απάντηση είναι ότι αρχίζουν όταν δύο κράτη διαφωνούν ως προς την ισορροπία ισχύος μεταξύ τους και τελειώνουν όταν συμφωνήσουν ποια είναι πραγματικά αυτή η ισορροπία. Ο πόλεμος λειτουργεί έτσι ως ένας βίαιος μηχανισμός αποκάλυψης ισχύος. Μέσα από τη σύγκρουση αποκαλύπτονται οι πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες, η οικονομική αντοχή, η κοινωνική συνοχή και η πολιτική βούληση των αντιπάλων.
Η διαδικασία αυτή σπάνια είναι γρήγορη. Οι πόλεμοι δεν τελειώνουν ακόμη και όταν έχουν εξαντληθεί οι αντίπαλοι — τελειώνουν όταν πεισθούν ότι η συνέχιση των εχθροπραξιών δεν πρόκειται να βελτιώσει αλλά να χειροτερέψει τη θέση τους. Επιπλέον ο τερματισμός δυσχεραίνεται από ένα δεύτερο εμπόδιο: την έλλειψη εμπιστοσύνης ότι η άλλη πλευρά θα τηρήσει την όποια συμφωνία.
Οι πόλεμοι δεν διαρκούν επειδή οι αντίπαλοι αγνοούν το κόστος τους. Διαρκούν επειδή πιστεύουν ότι το κόστος της ειρήνης μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερο. Ένα κράτος μπορεί να αποδέχεται τεράστιες ανθρώπινες και οικονομικές απώλειες εφόσον θεωρεί ότι ένας συμβιβασμός σήμερα θα το οδηγήσει σε ακόμη δυσμενέστερη στρατηγική θέση αύριο.
Αυτό ακριβώς παρατηρούμε στην Ουκρανία. Η Ρωσία θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της και ότι η φθορά θα μειώσει σταδιακά την ουκρανική αντοχή και τη δυτική υποστήριξη. Η Ουκρανία αντίθετα εκτιμά ότι το οικονομικό κόστος του πολέμου σε συνδυασμό με τις δυτικές κυρώσεις και οι στρατιωτικές απώλειες θα οδηγήσουν τελικά σε κάμψη της Μόσχας. Καμία από τις δύο πλευρές δεν θεωρεί ότι βρίσκεται πλησιέστερα στην εξάντληση από ό,τι βρίσκεται ο αντίπαλός της. Για κάθε ηγεσία, μάλιστα, μια συμφωνία που υπολείπεται των διακηρυγμένων στόχων μπορεί να υπονομεύσει την πολιτική της επιβίωση. Και οι δύο πλευρές, τέλος, αδυνατούν να εμπιστευθούν οποιαδήποτε εγγύηση τήρησης συμφωνίας — και αυτό από μόνο του αρκεί για να συντηρεί τον πόλεμο.
Παρόμοια δυναμική παρατηρείται στον πόλεμο του Κόλπου. Η αμερικανοϊσραηλινή πλευρά εκτιμά ότι ο συνδυασμός στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης θα εξαναγκάσει τελικά την Τεχεράνη σε σημαντικές παραχωρήσεις — πρωτίστως την εγκατάλειψη του εκκολαπτόμενου πυρηνικού της προγράμματος. Το Ιράν, αντιθέτως, πιστεύει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του και ότι η διατάραξη των παγκόσμιων ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ απειλεί να εκτροχιάσει την παγκόσμια οικονομία, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει ανεκτό από την Ουάσινγκτον. Κάθε πλευρά θεωρεί ότι η άλλη βρίσκεται πιο κοντά στο σημείο καμπής. Παράλληλα, και οι δύο αντιμετωπίζουν τον ενδεχόμενο συμβιβασμό ως μεγαλύτερο κίνδυνο από τη συνέχιση του πολέμου — κι εδώ επίσης η αξιόπιστη δέσμευση παραμένει ζητούμενο, αφού καμία πλευρά δεν εμπιστεύεται την άλλη ούτε υπάρχει τρίτος αξιόπιστος εγγυητής.
Το βασικό δίδαγμα είναι απλό. Οι πόλεμοι δεν παρατείνονται επειδή οι ηγέτες αγνοούν το κόστος τους. Παρατείνονται επειδή διαφωνούν για το ποιος θα αντέξει περισσότερο, επειδή φοβούνται ότι το κόστος της ειρήνης θα είναι μεγαλύτερο από το κόστος του πολέμου, και επειδή δεν μπορούν να εμπιστευθούν ο ένας τον άλλον να τηρήσει τις συμφωνίες τερματισμού. Τερματίζονται μόνο όταν οι πιο πάνω προσδοκίες καταρρεύσουν και όταν οι αντίπαλοι καταλήξουν σε μια κοινή αντίληψη για την πραγματική κατανομή ισχύος.
Οι πόλεμοι αρχίζουν εύκολα γιατί κάθε πλευρά αισιοδοξεί ότι ο αντίπαλος θα υποκύψει γρήγορα. Κατά κανόνα τα κράτη υπερεκτιμούν τη δική τους ισχύ και υποτιμούν την αντίπαλη ικανότητα — μια ψευδαίσθηση που ο ίδιος ο πόλεμος αργά ή γρήγορα διαλύει.
Η ιστορία προσφέρει χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο Βίσμαρκ γνώριζε πότε ακριβώς να σταματήσει τους πολέμους που ξεκινούσε. Μετά από κάθε νίκη τερμάτιζε τον πόλεμο μόλις επιτύγχανε τους πολιτικούς του στόχους, αποφεύγοντας έτσι να δημιουργήσει νέους συνασπισμούς εναντίον της Πρωσίας. Ο Χίτλερ ακολούθησε την αντίθετη πορεία. Άνοιγε διαρκώς νέα μέτωπα εναντίον ολοένα ισχυρότερων αντιπάλων, αδυνατώντας να αντιληφθεί τα όρια της γερμανικής ισχύος. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο ηγέτες ήταν τελικά η διαφορά μεταξύ επιτυχίας και αποτυχίας, νίκης και ήττας.
Παρόμοια προβλήματα με την αδυναμία τερματισμού πολέμων αντιμετώπισαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Βιετνάμ, στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Παρά τη συντριπτική στρατιωτική τους υπεροχή, βρέθηκαν εγκλωβισμένες σε μακροχρόνιες συγκρούσεις χωρίς σαφή θεωρία νίκης και στρατηγική εξόδου. Το πρόβλημα δεν ήταν η έλλειψη ικανής στρατιωτικής ισχύος αλλά η αδυναμία μετατροπής της σε πολιτικό αποτέλεσμα.
Γιατί όμως οι πόλεμοι παρατείνονται; Μια εύλογη απάντηση είναι ότι αρχίζουν όταν δύο κράτη διαφωνούν ως προς την ισορροπία ισχύος μεταξύ τους και τελειώνουν όταν συμφωνήσουν ποια είναι πραγματικά αυτή η ισορροπία. Ο πόλεμος λειτουργεί έτσι ως ένας βίαιος μηχανισμός αποκάλυψης ισχύος. Μέσα από τη σύγκρουση αποκαλύπτονται οι πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες, η οικονομική αντοχή, η κοινωνική συνοχή και η πολιτική βούληση των αντιπάλων.
Η διαδικασία αυτή σπάνια είναι γρήγορη. Οι πόλεμοι δεν τελειώνουν ακόμη και όταν έχουν εξαντληθεί οι αντίπαλοι — τελειώνουν όταν πεισθούν ότι η συνέχιση των εχθροπραξιών δεν πρόκειται να βελτιώσει αλλά να χειροτερέψει τη θέση τους. Επιπλέον ο τερματισμός δυσχεραίνεται από ένα δεύτερο εμπόδιο: την έλλειψη εμπιστοσύνης ότι η άλλη πλευρά θα τηρήσει την όποια συμφωνία.
Οι πόλεμοι δεν διαρκούν επειδή οι αντίπαλοι αγνοούν το κόστος τους. Διαρκούν επειδή πιστεύουν ότι το κόστος της ειρήνης μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερο. Ένα κράτος μπορεί να αποδέχεται τεράστιες ανθρώπινες και οικονομικές απώλειες εφόσον θεωρεί ότι ένας συμβιβασμός σήμερα θα το οδηγήσει σε ακόμη δυσμενέστερη στρατηγική θέση αύριο.
Αυτό ακριβώς παρατηρούμε στην Ουκρανία. Η Ρωσία θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της και ότι η φθορά θα μειώσει σταδιακά την ουκρανική αντοχή και τη δυτική υποστήριξη. Η Ουκρανία αντίθετα εκτιμά ότι το οικονομικό κόστος του πολέμου σε συνδυασμό με τις δυτικές κυρώσεις και οι στρατιωτικές απώλειες θα οδηγήσουν τελικά σε κάμψη της Μόσχας. Καμία από τις δύο πλευρές δεν θεωρεί ότι βρίσκεται πλησιέστερα στην εξάντληση από ό,τι βρίσκεται ο αντίπαλός της. Για κάθε ηγεσία, μάλιστα, μια συμφωνία που υπολείπεται των διακηρυγμένων στόχων μπορεί να υπονομεύσει την πολιτική της επιβίωση. Και οι δύο πλευρές, τέλος, αδυνατούν να εμπιστευθούν οποιαδήποτε εγγύηση τήρησης συμφωνίας — και αυτό από μόνο του αρκεί για να συντηρεί τον πόλεμο.
Παρόμοια δυναμική παρατηρείται στον πόλεμο του Κόλπου. Η αμερικανοϊσραηλινή πλευρά εκτιμά ότι ο συνδυασμός στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης θα εξαναγκάσει τελικά την Τεχεράνη σε σημαντικές παραχωρήσεις — πρωτίστως την εγκατάλειψη του εκκολαπτόμενου πυρηνικού της προγράμματος. Το Ιράν, αντιθέτως, πιστεύει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του και ότι η διατάραξη των παγκόσμιων ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ απειλεί να εκτροχιάσει την παγκόσμια οικονομία, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει ανεκτό από την Ουάσινγκτον. Κάθε πλευρά θεωρεί ότι η άλλη βρίσκεται πιο κοντά στο σημείο καμπής. Παράλληλα, και οι δύο αντιμετωπίζουν τον ενδεχόμενο συμβιβασμό ως μεγαλύτερο κίνδυνο από τη συνέχιση του πολέμου — κι εδώ επίσης η αξιόπιστη δέσμευση παραμένει ζητούμενο, αφού καμία πλευρά δεν εμπιστεύεται την άλλη ούτε υπάρχει τρίτος αξιόπιστος εγγυητής.
Το βασικό δίδαγμα είναι απλό. Οι πόλεμοι δεν παρατείνονται επειδή οι ηγέτες αγνοούν το κόστος τους. Παρατείνονται επειδή διαφωνούν για το ποιος θα αντέξει περισσότερο, επειδή φοβούνται ότι το κόστος της ειρήνης θα είναι μεγαλύτερο από το κόστος του πολέμου, και επειδή δεν μπορούν να εμπιστευθούν ο ένας τον άλλον να τηρήσει τις συμφωνίες τερματισμού. Τερματίζονται μόνο όταν οι πιο πάνω προσδοκίες καταρρεύσουν και όταν οι αντίπαλοι καταλήξουν σε μια κοινή αντίληψη για την πραγματική κατανομή ισχύος.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου