GuidePedia

0


Βασιλης Διαμαντακος 
Η Ουάσιγκτον ζητά μεγαλύτερο βάρος από τους συμμάχους, όμως η ευρωπαϊκή άμυνα εξακολουθεί να εξαρτάται από τις αμερικανικές δυνάμεις απέναντι στη Ρωσία. Οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες δεν αρκούν ακόμη για να καλύψουν το επιχειρησιακό κενό.

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο έχει επιταχύνει μια συζήτηση που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν περισσότερο θεωρητική παρά άμεσα εφαρμόσιμη: μπορεί η Ευρώπη να υπερασπιστεί τον εαυτό της χωρίς την αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα;

Η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι η ασφάλεια της Ευρώπης δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ουάσιγκτον ζητά από τους Ευρωπαίους συμμάχους να αυξήσουν σημαντικά τις αμυντικές τους δαπάνες, να αναλάβουν μεγαλύτερο επιχειρησιακό ρόλο και να ενισχύσουν τη δική τους αμυντική βιομηχανία, εφόσον επιθυμούν να συνεχιστεί η ισχυρή αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην ήπειρο.

Η νέα αυτή πραγματικότητα μεταβάλλει σταδιακά τις ισορροπίες στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ και οδηγεί την Ευρώπη σε μια περίοδο στρατηγικής αναπροσαρμογής. 

Οι νέες απαιτήσεις του ΝΑΤΟ

Στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ το 2025, οι σύμμαχοι συμφώνησαν να κινηθούν προς αμυντικές δαπάνες που θα φτάσουν το 5% του ΑΕΠ, ένα επίπεδο πρωτοφανές για τις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Για αρκετές κυβερνήσεις, ωστόσο, ο στόχος αυτός αποτελεί τεράστια δημοσιονομική πρόκληση. Η αύξηση των εξοπλισμών πρέπει να συμβαδίσει με τους περιορισμούς των κρατικών προϋπολογισμών, τις κοινωνικές δαπάνες και τις πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό των κρατών-μελών.

Η συνάντηση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, με τον Ντόναλντ Τραμπ επιβεβαίωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν μια πιο ισόρροπη κατανομή των βαρών μεταξύ των συμμάχων, χωρίς όμως να εγκαταλείπουν τον ηγετικό τους ρόλο στη Συμμαχία.

Η Ευρώπη εξακολουθεί να χρειάζεται την αμερικανική ισχύ

Παρά τη σημαντική αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών τα τελευταία χρόνια, η ευρωπαϊκή στρατιωτική ισχύς εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες.

Μελέτη του Center for Strategic and International Studies (CSIS) εκτιμά ότι, εφόσον υπάρξει σταθεροποίηση του μετώπου στην Ουκρανία, η Ρωσία θα μπορούσε μέσα στα επόμενα χρόνια να ανασυγκροτήσει σημαντικό μέρος των στρατιωτικών της δυνατοτήτων.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών θεωρούν πιθανή ακόμη και την άσκηση στρατιωτικής πίεσης στις χώρες της Βαλτικής ή σε άλλα κράτη της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Η έκθεση επισημαίνει ότι χωρίς την αμερικανική στρατιωτική παρουσία η Ευρώπη θα δυσκολευόταν να αντιμετωπίσει μια μεγάλης κλίμακας σύγκρουση, καθώς εξακολουθεί να εξαρτάται από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κρίσιμους τομείς. 

Τα επιχειρησιακά κενά

Οι μεγαλύτερες αδυναμίες εντοπίζονται στα αποθέματα πυρομαχικών, στις δυνατότητες αεράμυνας, στις στρατηγικές αερομεταφορές, στις δορυφορικές πληροφορίες, στα συστήματα διοίκησης και ελέγχου, καθώς και στις δυνατότητες αεροναυτικής υποστήριξης.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε ότι η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία δυσκολεύεται ακόμη να παράγει με τους ρυθμούς που απαιτεί ένας πόλεμος υψηλής έντασης. Η κατανάλωση πυρομαχικών και οπλικών συστημάτων αποδείχθηκε πολλαπλάσια των προπολεμικών εκτιμήσεων, αναγκάζοντας αρκετές χώρες να αναθεωρήσουν συνολικά τη στρατηγική παραγωγής τους.

Η αποτροπή παραμένει αμερικανική

Η παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα αποτροπής απέναντι στη Ρωσία.

Οι αμερικανικές χερσαίες, αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις, μαζί με τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας και τις δυνατότητες πυρηνικής αποτροπής, αυξάνουν σημαντικά το κόστος οποιασδήποτε πιθανής ρωσικής επιθετικής ενέργειας.

Ακριβώς γι’ αυτό αρκετοί στρατηγικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η φυσική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή ήπειρο λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός αποτροπής παρά ως απλή στρατιωτική συνδρομή.

Η ευρωπαϊκή απάντηση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να μειώσει σταδιακά τις εξαρτήσεις της μέσω της ενίσχυσης της αμυντικής βιομηχανίας, της κοινής παραγωγής πυρομαχικών, της ανάπτυξης νέων οπλικών συστημάτων και της χρηματοδότησης μεγάλων διασυνοριακών αμυντικών προγραμμάτων.

Παράλληλα, χώρες όπως η Γερμανία, η Πολωνία, η Γαλλία και οι σκανδιναβικές χώρες προχωρούν σε πρωτοφανείς εξοπλιστικές επενδύσεις, ενώ αυξάνονται οι κοινές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για παραγωγή πυραύλων, drones, αντιαεροπορικών συστημάτων και πυρομαχικών.

Ωστόσο, η οικοδόμηση πραγματικής στρατηγικής αυτονομίας απαιτεί χρόνο, τεχνογνωσία και πολύ μεγαλύτερη παραγωγική βάση από αυτή που διαθέτει σήμερα η Ευρώπη.
Η επόμενη ημέρα της ευρωπαϊκής άμυνας

Η συζήτηση πλέον δεν αφορά το αν η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την ασφάλειά της. Αυτό θεωρείται δεδομένο.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα μπορέσει να αποκτήσει τις αναγκαίες στρατιωτικές δυνατότητες προτού μειωθεί ουσιαστικά η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην ήπειρο.

Η αποαμερικανοποίηση της ευρωπαϊκής άμυνας έχει ήδη ξεκινήσει σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, όμως, η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την αποτροπή απέναντι στη Ρωσία.

Η μετάβαση σε μια περισσότερο αυτόνομη ευρωπαϊκή άμυνα δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος των εξοπλιστικών δαπανών, αλλά από την ικανότητα της Ευρώπης να αναπτύξει ισχυρή αμυντική βιομηχανία, κοινές επιχειρησιακές δυνατότητες και μια ενιαία στρατηγική κουλτούρα. Μέχρι τότε, η αμερικανική στρατιωτική ισχύς παραμένει ο βασικός πυλώνας της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top