
Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου
Έχει επισημανθεί πολλές φορές από τον γράφοντα ότι στην Ελλάδα υπάρχει μια διαχρονική τάση απόδρασης από την αδυσώπητη τουρκική απειλή και θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν δύο συγκλίνουσες «σχολές σκέψης» που συμπληρώνουν η μία την άλλη! Η πρώτη είναι των «ναταβρουμενάκηδων», εκείνων δηλαδή που θεωρούν ότι η χώρα μας πρέπει πάση θυσία να «τα βρει» με την Άγκυρα, ακόμη και αν αυτό προϋποθέτει ολέθριες υποχωρήσεις που αφορούν σε ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων και ακόμα χειρότερα σε αυτά της κυριαρχίας. Η δεύτερη είναι των «ησυχάκηδων-ηρεμονεράκηδων», που δεν ενδιαφέρονται τόσο για το περιεχόμενο των ελληνοτουρκικών σχέσεων όσο για την απουσία έντασης. Το βασικό τους μέλημα είναι να μην υπάρξουν «φασαρίες», να διατηρηθεί μια επίπλαστη ηρεμία με την απατηλή μακαριότητα αποφυγής οποιασδήποτε σύγκρουσης.
Σε αυτό το σημείο και πριν προχωρήσουμε επειδή κάποια διακεκριμένη πολιτικός είχε δηλώσει δημόσια ότι δεν αισθάνεται απειλή από την Τουρκία κρίνεται σκόπιμο να πούμε ότι «απειλή είναι η εκδηλωμένη πρόθεση της μία πλευράς να προκαλέσει ζημιά σε βάρος των συμφερόντων της άλλης χρησιμοποιώντας ακόμα και στρατιωτική βία αν η τελευταία δεν αποδεχθεί τις απαιτήσεις της» !
Έχει επισημανθεί πολλές φορές από τον γράφοντα ότι στην Ελλάδα υπάρχει μια διαχρονική τάση απόδρασης από την αδυσώπητη τουρκική απειλή και θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν δύο συγκλίνουσες «σχολές σκέψης» που συμπληρώνουν η μία την άλλη! Η πρώτη είναι των «ναταβρουμενάκηδων», εκείνων δηλαδή που θεωρούν ότι η χώρα μας πρέπει πάση θυσία να «τα βρει» με την Άγκυρα, ακόμη και αν αυτό προϋποθέτει ολέθριες υποχωρήσεις που αφορούν σε ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων και ακόμα χειρότερα σε αυτά της κυριαρχίας. Η δεύτερη είναι των «ησυχάκηδων-ηρεμονεράκηδων», που δεν ενδιαφέρονται τόσο για το περιεχόμενο των ελληνοτουρκικών σχέσεων όσο για την απουσία έντασης. Το βασικό τους μέλημα είναι να μην υπάρξουν «φασαρίες», να διατηρηθεί μια επίπλαστη ηρεμία με την απατηλή μακαριότητα αποφυγής οποιασδήποτε σύγκρουσης.
Σε αυτό το σημείο και πριν προχωρήσουμε επειδή κάποια διακεκριμένη πολιτικός είχε δηλώσει δημόσια ότι δεν αισθάνεται απειλή από την Τουρκία κρίνεται σκόπιμο να πούμε ότι «απειλή είναι η εκδηλωμένη πρόθεση της μία πλευράς να προκαλέσει ζημιά σε βάρος των συμφερόντων της άλλης χρησιμοποιώντας ακόμα και στρατιωτική βία αν η τελευταία δεν αποδεχθεί τις απαιτήσεις της» !
Διαφορετικές αφετηρίες. Ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα.
Και οι δύο αντιμετωπίζουν την Τουρκία όχι όπως είναι, αλλά όπως θα ήθελαν να είναι. Κατασκευάζουν μια εικονική πραγματικότητα, μέσα στην οποία ο τουρκικός αναθεωρητισμός είτε υποβαθμίζεται είτε θεωρείται ότι μπορεί να εξουδετερωθεί με καλές προθέσεις, χαμόγελα, αγκαλιές και κατευνασμό. Η πραγματικότητα όμως είναι πεισματάρα.
Ο αναθεωρητισμός δεν είναι συγκυρία, είναι στρατηγική
Αρνούνται να δουν είναι ότι στην Τουρκία έχει διαμορφωθεί εδώ και δεκαετίες μια στρατηγική κουλτούρα, η οποία διαπερνά το πολιτικό σύστημα, το κράτος, τις ένοπλες δυνάμεις και ένα πολύ μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Μια κουλτούρα που θεωρεί ότι η χώρα αδικήθηκε ιστορικά και γεωγραφικά στην περιοχή από την Ελλάδα και ότι οφείλει να αποκαταστήσει αυτές τις «αδικίες»!
Η αντίληψη αυτή δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό των ισλαμιστών του σημερινού καθεστώτος. Προϋπήρχε, υπάρχει και πιθανότατα θα συνεχίσει να υπάρχει ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά την Τουρκία. Είτε πρόκειται για κεμαλιστές είτε για νεοοθωμανούς, είτε για «μετά-ερντογανιστές», ο πυρήνας της τουρκικής στρατηγικής σκέψης παραμένει ο ίδιος. Συνέχιση της αναβάθμιση της τουρκικής ισχύος για την αναθεώρηση του υφιστάμενου status quo και εκπλήρωση ηγεμονικών φιλοδοξιών στην ευρύτερη περιοχή όπως στην Λιβύη, στην Συρία αλλά ακόμα και στον Νότιο Καύκασο.
Η γνωστή τοποθέτηση του πρώην πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας και θεωρητικού του νέο-οθωμανισμού Αχμέτ Νταβούτογλου, περί αποκατάστασης των «ιστορικών και γεωγραφικών λαθών» δεν συνιστά μία λεκτική υπερβολή. Πρόκειται για την συμπύκνωση της βασικής στρατηγικής αντίληψης που διαμορφώνει την τουρκική εξωτερική πολιτική.
Η ψευδαίσθηση της «ήρεμης συνθηκολόγησης»
Το κουτοπόνηρο δίλημμα «μα τι θέλετε να κάνουμε πόλεμο» επιχειρεί να παρουσιάσει την παραίτηση ως… ρεαλισμό! Όμως η Άγκυρα δεν λειτουργεί με τη λογική της αμοιβαίας υποχώρησης αλλά με τη λογική της διαρκούς διεύρυνσης των διεκδικήσεων. Η εμπειρία έχει δείξει ότι κάθε παραχώρηση δεν οδηγεί σε αποκλιμάκωση των απαιτήσεων αλλά σε νέες απαιτήσεις.
Όλοι αυτοί υποστήριξαν την βλαπτική Πολιτική Διακήρυξη των Αθηνών περί… Φιλίας και Καλής Γειτονίας (σημ. τι κίβδηλος τίτλος!) του Δεκεμβρίου 2023 με την οποία η Ελλάδα αφού ξέπλυνε την επιθετικότητα της Τουρκίας, της έδωσε πιστοποιητικό καλής διαγωγής και διευκόλυνε εταίρους και συμμάχους να της στρώσουν κόκκινο χαλί! Δεν ήθελαν να δουν ότι με αυτήν την διακήρυξη η Χώρα αυτοεγκλωβίστηκε και αυτοπεριορίστηκε και αναπαρήγαγαν το κυβερνητικό αφήγημα περί ήρεμων νερών στο Αιγαίο μην θέλοντας να δουν τα ισχυρά υπόγεια ρεύματα του τουρκικού αναθεωρητισμού άσχετα αν αυτό βυθίστηκε «αύτανδρο».
Η επιδίωξη της ηρεμίας με οποιοδήποτε τίμημα δεν οδηγεί στην ειρήνη. Οδηγεί στον αυτοπεριορισμό, στον αυτοεγκλωβισμό και τελικά στη σταδιακή αποδοχή τετελεσμένων και στην επιβολή μίας κανονικότητας «αλά τούρκα»!
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε φοβικά σύνδρομα ούτε μεγαλοστομίες
Επικίνδυνη είναι και η αντίστροφη αυταπάτη. Η υποτίμηση της Τουρκίας και η υπερτίμηση των ελληνικών δυνατοτήτων. Η Ελλάδα χρειάζεται καθαρή εικόνα της πραγματικότητας, σοβαρή στρατηγική σκέψη και σταθερή ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος. Αλλά η αποτροπή δεν είναι όπως λέει ένας καλός συνάδελφος και στρατηγικός διανοητής «το θυμιατό που ξορκίζει το κακό». Δεν αρκεί να εξοπλίζεσαι και να χρησιμοποιείς επικοινωνιακά έναν εξοπλιστικό πατριωτισμό όταν η Κυβέρνηση δεν έχει πείσει τον επιβουλέα ότι αυτά τα μέσα αν παραστεί ανάγκη θα τα χρησιμοποιήσεις και θα προκαλέσει τουλάχιστον ισόποσο κόστος αν όχι μεγαλύτερο από το κέρδος στο οποίο αποσκοπεί.
Η Τουρκία αναντίρρητα με τα μεγέθη της παραμένει μια σημαντική περιφερειακή δύναμη με μεγάλες δυνατότητες, αλλά η Ελλάδα μπορεί να την αντιμετωπίσει με στιβαρή διπλωματία, ανάσχεση διεθνώς και αξιόπιστη αποτροπή. Και η αποτροπή δεν στηρίζεται σε επικοινωνιακά φληναφήματα που λέγονται τσάμπα στα τηλεοπτικά πάνελ. Στηρίζεται σε ισχύ, βούληση και πάνω απ’ όλα σε αξιοπιστία. Βέβαια η πλαδαρή και άνευρη αντίδραση μας στην Κάσο έδειξε οτιδήποτε άλλο εκτός από τα προαναφερθέντα.
Οι σύμμαχοι στηρίζουν, δεν υποκαθιστούν
Λανθασμένη προσέγγιση είναι και η πεποίθηση ότι τρίτες χώρες θα αναλάβουν να λύσουν τα προβλήματα ασφαλείας της Ελλάδας. Και για αυτή την λάθος προσέγγιση που εγκληματικά εφησυχάζει τον λαό μας ευθύνονται οι κυβερνώντες. Νομίζω ότι όλοι θυμόνται κάποιους με το «Σύνδρομο του Ναβαρίνου» πως πανηγύριζαν όταν είχε έλθει στην Ελλάδα το Γαλλικό Αεροπλανοφόρο Σαρλ Ντεγκόλ. Κάποιοι άλλοι οραματίζονται μικτές ελληνό-ισραηλινές Ταξιαρχίες.
Οι στρατηγικές συνεργασίες με χώρες της περιοχής, οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούν αναμφίλεκτα πολύτιμα εργαλεία ενίσχυσης της εθνικής ισχύος. Δεν αποτελούν όμως υποκατάστατο της ούτε της εθνικής στρατηγικής και πρωτίστως δεν μας απαλλάσσει από τα δικά μας πατριωτικά καθήκοντα. Ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος είχε κάποτε πει ότι οι φαντασιώσεις που δημιουργούμε μας απαλλάσσουν από τις ευθύνες της πραγματικότητας.
Στις διεθνείς σχέσεις κυριαρχούν τα συμφέροντα και όχι τα συναισθήματα. Όλες οι χώρες, μικρές και μεγάλες, διαμορφώνουν τη στάση τους με βάση το δικό τους συμφέρον. Το ίδιο κάνει και η Τουρκία. Το ίδιο οφείλει να κάνει και η Ελλάδα. Όποιος πιστεύει ότι άλλοι θα πολεμήσουν για λογαριασμό μας, αρνείται να κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας του διεθνούς συστήματος. Αν η αποτροπή αποτύχει και φθάσουμε σε πόλεμο, στο πεδίο θα είμαστε μόνοι μας. «Μην περιμένετε τους άλλους να κάνουν τους δικούς σου πολέμους» λένε οι Ισραηλινοί φίλοι μας!
Αντί επιλόγου
Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η τουρκική επιθετικότητα. Αυτή είναι δεδομένη και διακηρυγμένη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η δική μας τάση να ωραιοποιούμε την πραγματικότητα όταν αυτή γίνεται δυσάρεστη. Κάνουν μεγάλο κακό όσοι παρουσιάζουν την Τουρκία απομονωμένη, στριμωγμένη και έτοιμη να καταρρεύσει ακόμα και με ένα ελληνικό… φύσημα! Ισόποσο κακό όμως κάνουν και οι υπερβάλλοντες την τουρκική εθνική ισχύ.
Με θολό λόγο, επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και πολιτικές που αποσκοπούν αποκλειστικά στην αγορά πρόσκαιρης ηρεμίας δεν οικοδομείται εθνική στρατηγική. Οικοδομείται μόνο η ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να φοβάται την πραγματικότητα.
Γιατί η ιστορία διδάσκει ότι τα κράτη δεν κινδυνεύουν όταν αναγνωρίζουν τις απειλές τους. Κινδυνεύουν όταν πείθουν τον εαυτό τους ότι οι απειλές δεν υπάρχουν. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε πει: «Δεν πρέπει να γυρνάς την πλάτη σου σε έναν επαπειλούμενο κίνδυνο και να προσπαθείς να ξεφύγεις από αυτόν. Αν το κάνεις, θα διπλασιάσεις τον κίνδυνο αυτόν. Αλλά αν τον αντιμετωπίσεις εγκαίρως θα τον μειώσεις στο μισό. Ποτέ μην τρέχεις να γλυτώσεις από αυτόν»
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο συναντώνται οι «ναταβρουμενάκηδες» και οι «ησυχάκηδες», στην κοινή αυταπάτη ότι η πραγματικότητα μπορεί να προσαρμοστεί στις επιθυμίες μας. Όμως στις διεθνείς σχέσεις συμβαίνει πάντοτε το αντίθετο. Οι επιθυμίες συντρίβονται όταν αγνοούν την πραγματικότητα.
Και οι δύο αντιμετωπίζουν την Τουρκία όχι όπως είναι, αλλά όπως θα ήθελαν να είναι. Κατασκευάζουν μια εικονική πραγματικότητα, μέσα στην οποία ο τουρκικός αναθεωρητισμός είτε υποβαθμίζεται είτε θεωρείται ότι μπορεί να εξουδετερωθεί με καλές προθέσεις, χαμόγελα, αγκαλιές και κατευνασμό. Η πραγματικότητα όμως είναι πεισματάρα.
Ο αναθεωρητισμός δεν είναι συγκυρία, είναι στρατηγική
Αρνούνται να δουν είναι ότι στην Τουρκία έχει διαμορφωθεί εδώ και δεκαετίες μια στρατηγική κουλτούρα, η οποία διαπερνά το πολιτικό σύστημα, το κράτος, τις ένοπλες δυνάμεις και ένα πολύ μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Μια κουλτούρα που θεωρεί ότι η χώρα αδικήθηκε ιστορικά και γεωγραφικά στην περιοχή από την Ελλάδα και ότι οφείλει να αποκαταστήσει αυτές τις «αδικίες»!
Η αντίληψη αυτή δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό των ισλαμιστών του σημερινού καθεστώτος. Προϋπήρχε, υπάρχει και πιθανότατα θα συνεχίσει να υπάρχει ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά την Τουρκία. Είτε πρόκειται για κεμαλιστές είτε για νεοοθωμανούς, είτε για «μετά-ερντογανιστές», ο πυρήνας της τουρκικής στρατηγικής σκέψης παραμένει ο ίδιος. Συνέχιση της αναβάθμιση της τουρκικής ισχύος για την αναθεώρηση του υφιστάμενου status quo και εκπλήρωση ηγεμονικών φιλοδοξιών στην ευρύτερη περιοχή όπως στην Λιβύη, στην Συρία αλλά ακόμα και στον Νότιο Καύκασο.
Η γνωστή τοποθέτηση του πρώην πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας και θεωρητικού του νέο-οθωμανισμού Αχμέτ Νταβούτογλου, περί αποκατάστασης των «ιστορικών και γεωγραφικών λαθών» δεν συνιστά μία λεκτική υπερβολή. Πρόκειται για την συμπύκνωση της βασικής στρατηγικής αντίληψης που διαμορφώνει την τουρκική εξωτερική πολιτική.
Η ψευδαίσθηση της «ήρεμης συνθηκολόγησης»
Το κουτοπόνηρο δίλημμα «μα τι θέλετε να κάνουμε πόλεμο» επιχειρεί να παρουσιάσει την παραίτηση ως… ρεαλισμό! Όμως η Άγκυρα δεν λειτουργεί με τη λογική της αμοιβαίας υποχώρησης αλλά με τη λογική της διαρκούς διεύρυνσης των διεκδικήσεων. Η εμπειρία έχει δείξει ότι κάθε παραχώρηση δεν οδηγεί σε αποκλιμάκωση των απαιτήσεων αλλά σε νέες απαιτήσεις.
Όλοι αυτοί υποστήριξαν την βλαπτική Πολιτική Διακήρυξη των Αθηνών περί… Φιλίας και Καλής Γειτονίας (σημ. τι κίβδηλος τίτλος!) του Δεκεμβρίου 2023 με την οποία η Ελλάδα αφού ξέπλυνε την επιθετικότητα της Τουρκίας, της έδωσε πιστοποιητικό καλής διαγωγής και διευκόλυνε εταίρους και συμμάχους να της στρώσουν κόκκινο χαλί! Δεν ήθελαν να δουν ότι με αυτήν την διακήρυξη η Χώρα αυτοεγκλωβίστηκε και αυτοπεριορίστηκε και αναπαρήγαγαν το κυβερνητικό αφήγημα περί ήρεμων νερών στο Αιγαίο μην θέλοντας να δουν τα ισχυρά υπόγεια ρεύματα του τουρκικού αναθεωρητισμού άσχετα αν αυτό βυθίστηκε «αύτανδρο».
Η επιδίωξη της ηρεμίας με οποιοδήποτε τίμημα δεν οδηγεί στην ειρήνη. Οδηγεί στον αυτοπεριορισμό, στον αυτοεγκλωβισμό και τελικά στη σταδιακή αποδοχή τετελεσμένων και στην επιβολή μίας κανονικότητας «αλά τούρκα»!
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε φοβικά σύνδρομα ούτε μεγαλοστομίες
Επικίνδυνη είναι και η αντίστροφη αυταπάτη. Η υποτίμηση της Τουρκίας και η υπερτίμηση των ελληνικών δυνατοτήτων. Η Ελλάδα χρειάζεται καθαρή εικόνα της πραγματικότητας, σοβαρή στρατηγική σκέψη και σταθερή ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος. Αλλά η αποτροπή δεν είναι όπως λέει ένας καλός συνάδελφος και στρατηγικός διανοητής «το θυμιατό που ξορκίζει το κακό». Δεν αρκεί να εξοπλίζεσαι και να χρησιμοποιείς επικοινωνιακά έναν εξοπλιστικό πατριωτισμό όταν η Κυβέρνηση δεν έχει πείσει τον επιβουλέα ότι αυτά τα μέσα αν παραστεί ανάγκη θα τα χρησιμοποιήσεις και θα προκαλέσει τουλάχιστον ισόποσο κόστος αν όχι μεγαλύτερο από το κέρδος στο οποίο αποσκοπεί.
Η Τουρκία αναντίρρητα με τα μεγέθη της παραμένει μια σημαντική περιφερειακή δύναμη με μεγάλες δυνατότητες, αλλά η Ελλάδα μπορεί να την αντιμετωπίσει με στιβαρή διπλωματία, ανάσχεση διεθνώς και αξιόπιστη αποτροπή. Και η αποτροπή δεν στηρίζεται σε επικοινωνιακά φληναφήματα που λέγονται τσάμπα στα τηλεοπτικά πάνελ. Στηρίζεται σε ισχύ, βούληση και πάνω απ’ όλα σε αξιοπιστία. Βέβαια η πλαδαρή και άνευρη αντίδραση μας στην Κάσο έδειξε οτιδήποτε άλλο εκτός από τα προαναφερθέντα.
Οι σύμμαχοι στηρίζουν, δεν υποκαθιστούν
Λανθασμένη προσέγγιση είναι και η πεποίθηση ότι τρίτες χώρες θα αναλάβουν να λύσουν τα προβλήματα ασφαλείας της Ελλάδας. Και για αυτή την λάθος προσέγγιση που εγκληματικά εφησυχάζει τον λαό μας ευθύνονται οι κυβερνώντες. Νομίζω ότι όλοι θυμόνται κάποιους με το «Σύνδρομο του Ναβαρίνου» πως πανηγύριζαν όταν είχε έλθει στην Ελλάδα το Γαλλικό Αεροπλανοφόρο Σαρλ Ντεγκόλ. Κάποιοι άλλοι οραματίζονται μικτές ελληνό-ισραηλινές Ταξιαρχίες.
Οι στρατηγικές συνεργασίες με χώρες της περιοχής, οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούν αναμφίλεκτα πολύτιμα εργαλεία ενίσχυσης της εθνικής ισχύος. Δεν αποτελούν όμως υποκατάστατο της ούτε της εθνικής στρατηγικής και πρωτίστως δεν μας απαλλάσσει από τα δικά μας πατριωτικά καθήκοντα. Ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος είχε κάποτε πει ότι οι φαντασιώσεις που δημιουργούμε μας απαλλάσσουν από τις ευθύνες της πραγματικότητας.
Στις διεθνείς σχέσεις κυριαρχούν τα συμφέροντα και όχι τα συναισθήματα. Όλες οι χώρες, μικρές και μεγάλες, διαμορφώνουν τη στάση τους με βάση το δικό τους συμφέρον. Το ίδιο κάνει και η Τουρκία. Το ίδιο οφείλει να κάνει και η Ελλάδα. Όποιος πιστεύει ότι άλλοι θα πολεμήσουν για λογαριασμό μας, αρνείται να κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας του διεθνούς συστήματος. Αν η αποτροπή αποτύχει και φθάσουμε σε πόλεμο, στο πεδίο θα είμαστε μόνοι μας. «Μην περιμένετε τους άλλους να κάνουν τους δικούς σου πολέμους» λένε οι Ισραηλινοί φίλοι μας!
Αντί επιλόγου
Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η τουρκική επιθετικότητα. Αυτή είναι δεδομένη και διακηρυγμένη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η δική μας τάση να ωραιοποιούμε την πραγματικότητα όταν αυτή γίνεται δυσάρεστη. Κάνουν μεγάλο κακό όσοι παρουσιάζουν την Τουρκία απομονωμένη, στριμωγμένη και έτοιμη να καταρρεύσει ακόμα και με ένα ελληνικό… φύσημα! Ισόποσο κακό όμως κάνουν και οι υπερβάλλοντες την τουρκική εθνική ισχύ.
Με θολό λόγο, επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και πολιτικές που αποσκοπούν αποκλειστικά στην αγορά πρόσκαιρης ηρεμίας δεν οικοδομείται εθνική στρατηγική. Οικοδομείται μόνο η ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να φοβάται την πραγματικότητα.
Γιατί η ιστορία διδάσκει ότι τα κράτη δεν κινδυνεύουν όταν αναγνωρίζουν τις απειλές τους. Κινδυνεύουν όταν πείθουν τον εαυτό τους ότι οι απειλές δεν υπάρχουν. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε πει: «Δεν πρέπει να γυρνάς την πλάτη σου σε έναν επαπειλούμενο κίνδυνο και να προσπαθείς να ξεφύγεις από αυτόν. Αν το κάνεις, θα διπλασιάσεις τον κίνδυνο αυτόν. Αλλά αν τον αντιμετωπίσεις εγκαίρως θα τον μειώσεις στο μισό. Ποτέ μην τρέχεις να γλυτώσεις από αυτόν»
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο συναντώνται οι «ναταβρουμενάκηδες» και οι «ησυχάκηδες», στην κοινή αυταπάτη ότι η πραγματικότητα μπορεί να προσαρμοστεί στις επιθυμίες μας. Όμως στις διεθνείς σχέσεις συμβαίνει πάντοτε το αντίθετο. Οι επιθυμίες συντρίβονται όταν αγνοούν την πραγματικότητα.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου