
Η διαπραγμάτευση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης φαίνεται να έχει εισέλθει στην πιο κρίσιμη φάση της από την έναρξη των μεταπολεμικών επαφών. Το αίτημα του Ιράν για αποδέσμευση 24 δισ. δολαρίων από τα παγωμένα περιουσιακά του στοιχεία ξεπερνά μια οικονομική διεκδίκηση και αποτελεί το πολιτικό και στρατηγικό τεστ πάνω στο οποίο θα κριθεί αν η εύθραυστη αποκλιμάκωση θα μετατραπεί σε συμφωνία ή αν η περιοχή θα επιστρέψει σε έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης.
Η χθεσινή παρέμβαση του στρατιωτικού συμβούλου του Αγιατολάχ Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, Μοχσέν Ρεζαΐ, στο CNN ήταν απολύτως αποκαλυπτική. Η Τεχεράνη μεταφέρει πλέον την πίεση στον Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι η μπάλα βρίσκεται στο αμερικανικό γήπεδο. Το αίτημα για τα 24 δισ. δολάρια παρουσιάζεται ως «τεστ εμπιστοσύνης», όμως στην πραγματικότητα αποτελεί το αντάλλαγμα που ζητά το ιρανικό καθεστώς για να προχωρήσει σε μια ευρύτερη συμφωνία αποκλιμάκωσης.
Ένα εξαιρετικά σύνθετο δίλημμα
Για την Ουάσιγκτον, όμως, το δίλημμα είναι εξαιρετικά σύνθετο. Τα παγωμένα κεφάλαια αποτελούν ένα από τα βασικά εργαλεία πίεσης που διαθέτουν οι Ηνωμένες Πολιτείες απέναντι στο Ιράν. Η πρόωρη αποδέσμευσή τους θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως σημαντική παραχώρηση χωρίς προηγούμενη διασφάλιση των αμερικανικών στρατηγικών στόχων. Από την άλλη πλευρά, η άρνηση ενδέχεται να οδηγήσει σε κατάρρευση των συνομιλιών.
Πίσω από τη διαπραγμάτευση για τα χρήματα κρύβεται ωστόσο ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα: το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και ειδικότερα το απόθεμα ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού που εξακολουθεί να διαθέτει η χώρα.
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ αποκάλυψαν ίσως περισσότερα από όσα επιδίωκε ο ίδιος. Ο Αμερικανός πρόεδρος παραδέχθηκε ότι εξέτασε το ενδεχόμενο αποστολής ειδικών δυνάμεων για την κατάληψη ή απομάκρυνση του ιρανικού αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου, αλλά τελικά απέρριψε την ιδέα. Ο λόγος ήταν απλός: μια τέτοια επιχείρηση θα απαιτούσε εβδομάδες στρατιωτικής παρουσίας μέσα στο Ιράν, με υψηλό κίνδυνο απωλειών, ομηριών και πολιτικής αποτυχίας.
Η αναφορά του στη «στιγμή Τζίμι Κάρτερ» δεν ήταν τυχαία. Η αποτυχημένη επιχείρηση διάσωσης των Αμερικανών ομήρων το 1980 εξακολουθεί να αποτελεί ιστορικό τραύμα για την αμερικανική πολιτική. Ο Τραμπ ουσιαστικά παραδέχεται ότι η στρατιωτική καταστροφή πυρηνικών εγκαταστάσεων είναι σχετικά εύκολη υπόθεση, αλλά η εξασφάλιση εκατοντάδων κιλών ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού είναι μια εντελώς διαφορετική και πολύ πιο επικίνδυνη αποστολή.
Οι δύο επιλογές των ΗΠΑ
Αυτό ακριβώς οδηγεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε δύο μόνο επιλογές. Η πρώτη είναι μια δύσκολη πολιτικά συμφωνία με την Τεχεράνη, η οποία θα περιλαμβάνει περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα με αντάλλαγμα οικονομικές παραχωρήσεις και σταδιακή χαλάρωση κυρώσεων. Η δεύτερη είναι η στρατηγική της συνεχούς επιτήρησης και της αποτροπής, βασισμένη κυρίως στις πληροφορίες και στην υπόθεση ότι η αμερικανική και ισραηλινή διείσδυση στο ιρανικό σύστημα παραμένει επαρκής.
Καμία από τις δύο επιλογές δεν προσφέρει βεβαιότητα. Αντιθέτως, αποκαλύπτουν ότι το πυρηνικό πρόβλημα του Ιράν όχι μόνο δεν λύθηκε μετά τον πόλεμο και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των τελευταίων μηνών, αλλά έχει γίνει ακόμη πιο περίπλοκο. Η Τεχεράνη ζητά χρήματα και εγγυήσεις. Η Ουάσιγκτον ζητά περιορισμούς και έλεγχο. Και ανάμεσα στις δύο πλευρές βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα: μπορεί να υπάρξει συμφωνία όταν καμία πλευρά δεν εμπιστεύεται πραγματικά την άλλη;
Αυτός είναι ο λόγος που τα 24 δισ. δολάρια δεν αποτελούν απλώς έναν οικονομικό αριθμό. Αποτελούν το σημείο όπου συναντώνται η γεωπολιτική, η πυρηνική ασφάλεια, η αξιοπιστία των ΗΠΑ και η επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος. Και γι’ αυτό η έκβαση αυτής της διαπραγμάτευσης θα επηρεάσει όχι μόνο τη Μέση Ανατολή αλλά και τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και ασφάλειας τους επόμενους μήνες.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου