GuidePedia

0
Του Σταύρου Χριστακόπουλου
Η μισή μέρα χθες πέρασε με τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης και τις «αισιόδοξες» – υπό όρους – εκτιμήσεις του εκπροσώπου του αρμόδιου κομισάριου Όλι Ρεν ότι η μέχρι τώρα υλοποίηση του μνημονίου εξελίσσεται θετικά παρά την εκφρασμένη ανησυχία της τρόικας για την άνοδο του πληθωρισμού.
Ο Αμαντέο Αλταφάζ πάντως κρατούσε μια... «πισινή» λέγοντας ότι είναι πρόωρο να προβλεφθεί το αποτέλεσμα της μέχρι σήμερα προσπάθειας εν όψει της τελικής αξιολόγησης, στο τέλος Ιουλίου, από το Eurogroup τόσο της κατάστασης της ελληνικής οικονομίας όσο και της εφαρμογής των μέτρων που αποσκοπούν στη δημοσιονομική «προσαρμογή».


Κάπως έτσι περνούσε σε δεύτερη μοίρα η επόμενη και πιο σημαντική υποσημείωση του βοηθού του Ρεν, ο οποίος, σε αντίθεση με την προ ημερών βεβαιότητα του υπουργού Οικονομικών της Ελλάδας Γ. Παπακωνσταντίνου, ξεκαθάρισε ότι το θέμα της δεύτερης δόσης του δανεισμού από τον «μηχανισμό» θα... εξεταστεί τον Σεπτέμβριο!

Επίσης σε δεύτερη μοίρα περνούσε, με τη συνδρομή των μέσων ενημέρωσης, η επισήμανση ότι ενδέχεται να ξανατεθεί το θέμα του «μισθολογικού κόστους στον ιδιωτικό τομέα»! Ένα καυτό σημείο το οποίο διέψευδε (μια ακόμη από τις πάμπολλες διαψεύσεις κυβερνητικών υποσχέσεων) τη «διαβεβαίωση» της κυβέρνησης ότι δεν απαιτούνται νέα δυσβάστακτα μέτρα.

Εν πάση περιπτώσει το επικοινωνιακό μέρος ίσως διασωζόταν με λίγη... καλή διάθεση από τα ΜΜΕ, μέχρι που ήρθε η ψυχρολουσία: ο οίκος αξιολόγησης Moody’s Investors Service προχώρησε χθες το απόγευμα σε υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας κατά τέσσερις ολόκληρες βαθμίδες καταβαραθρώνοντας την αξιολόγηση των ελληνικών ομολόγων από «A3» σε «Ba1». Επιπλέον η Moody’s υποβάθμισε και τη βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας σε «Not-Prime» από «Prime-1». Η εξήγηση που έδωσε η εκπρόσωπος του οίκου Σάρα Κάρλσον ήταν ότι:

«Η αξιολόγηση “Ba1” αντικατοπτρίζει την ανάλυσή μας για τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους που σχετίζονται με το πακέτο στήριξης της Ευρωζώνης και του ΔΝΤ».

Σύμφωνα με την ίδια:

«Το πακέτο εξαλείφει όλους τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους για χρεοκοπία λόγω ρευστότητας και ενθαρρύνει την εφαρμογή ενός αξιόπιστου και αποτελεσματικού πακέτου δομικών μεταρρυθμίσεων, το οποίο έχει υψηλή πιθανότητα να σταθεροποιήσει τις απαιτήσεις εξυπηρέτησης του χρέους σε διαχειρίσιμα επίπεδα. (...) Ωστόσο οι μακροοικονομικοί κίνδυνοι και οι κίνδυνοι εφαρμογής που σχετίζονται με το πρόγραμμα είναι σημαντικοί και πιο συμβατοί με την αξιολόγηση Ba1».

Από την πλευρά έτερου «οίκου», του Fitch, κορυφαίος αναλυτής, κρατώντας μια επιφύλαξη («εκτός εάν υπάρξει κάποια απρόβλεπτη εξέλιξη»...), σημείωσε ότι «θα περιμένουμε τους τελευταίους μήνες του έτους για να εξετάσουμε πόσο επιτυχημένη θα είναι η ελληνική κυβέρνηση ως προς την υλοποίηση των πολιτικών που έχουν συμφωνηθεί».



Εσωτερικά αλληλοκαρφώματα

Όλες αυτές οι εξελίξεις και οι δημόσιες δηλώσεις υποδεικνύουν ότι οι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία κάθε άλλο παρά... παρελθόν είναι, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της κυβέρνησης να πείσει ότι «η υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από τον οίκο Moody’s κατά κανέναν τρόπο δεν αντανακλά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί» και ότι «το πρόγραμμα το οποίο έχει συμφωνήσει η Ελλάδα με την Ε.Ε., την ΕΚΤ και το ΔΝΤ εκτελείται κανονικά», όπως δήλωσε πάλι χθες ο Γ. Παπακωνσταντίνου.

Ενδεχομένως πράγματι «το πρόγραμμα εκτελείται κανονικά», στον βαθμό που η κυβέρνηση διαρκώς επιταχύνει την υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών, με κορυφαίες το ξήλωμα του εργασιακού και του ασφαλιστικού καθεστώτος στο όνομα της «ανταγωνιστικότητας» και της δημοσιονομικής «προσαρμογής».

Ποιος όμως μπορεί να πειστεί για την έλλειψη προβλημάτων, όταν, ενώπιον των ελεγκτών, οι δύο πυλώνες του οικονομικού επιτελείου, σε προφανή ανταγωνισμό μεταξύ τους, αδυνατούσαν να δώσουν μια κοινή εξήγηση για την έκρηξη του πληθωρισμού, η οποία εκτιμάται ότι μπορεί προσεχώς να λάβει... εμπρηστική διάσταση;

● Από τη μια το υπουργείο Οικονομικών δήλωνε στους ελεγκτές ότι τη βασική ευθύνη για τον πληθωριστικό εκτροχιασμό φέρουν τα καρτέλ, η έλλειψη ανταγωνισμού και οι εμπορικές μισθώσεις.

● Από την άλλη το υπουργείο Οικονομίας προσδιόριζε, σε τιμή πληθωρισμού 5,3%, ότι το 4% οφείλεται στους έμμεσους φόρους που έχει επιβάλει το υπ. Οικονομικών.

Με τέτοια δείγματα ενδοκυβερνητικής... «συνεννόησης», που άλλωστε δεν είναι τα μόνα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν οι ελεγκτές της τρόικας έχουν πειστεί για τη δυνατότητα της κυβέρνησης να λειτουργήσει συντονισμένα. Εξ ου και οι σαφείς «υποσημειώσεις», που πάντα συνοδεύουν τις όποιες «θετικές» εκτιμήσεις...



Η μεγάλη σκακιέρα

Πέρα όμως από τα προβλήματα που και χθες το topontiki.gr επεσήμανε, πέρα από τις δημόσιες επιφυλάξεις εγχώριων αναλυτών και σχολιαστών που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να κατηγορηθούν για... «παπαγαλάκια» των κερδοσκόπων, υπάρχει και ένα μεγαλύτερο παιχνίδι, το οποίο κανείς δεν μπορεί να παριστάνει πως δεν βλέπει.

Βασική παράμετρος αυτού του παιχνιδιού είναι η έκθεση του διεθνούς – κυρίως του ευρωπαϊκού – πιστωτικού συστήματος στο ελληνικό χρέος.

Με δεδομένο ότι η χθεσινή υποβάθμιση από τη Moody’s αντιστοιχεί σε χώρα που αδυνατεί να εξυπηρετήσει το χρέος της, είναι σημαντικό το ότι τις προηγούμενες ημέρες εκτιμήσεις προερχόμενες από τρεις ηπείρους (Αμερική, Ευρώπη και Ασία) θεωρούσαν από εξαιρετικά πιθανή έως βέβαιη τη χρεοκοπία της Ελλάδας, σε πείσμα της εργώδους επικοινωνιακής προσπάθειας της κυβέρνησης να πείσει για το ακριβώς αντίθετο – ή, τέλος πάντων, να αποδώσει τέτοιου τύπου αναλύσεις αποκλειστικά σε... Αγγλοσάξονες κερδοσκόπους.

Οι αναλύσεις, προερχόμενες από τις Sanford C. Bernstein, Deutsche Bank και Nomura Holdings, σημείωναν ότι:

● Οι επενδυτές, θεωρώντας δεδομένη την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, πωλούν τις μετοχές ευρωπαϊκών τραπεζών, που εκτιμάται ότι θα ζημιωθούν από τις εξελίξεις στην Ελλάδα, ρίχνοντας τη χρηματιστηριακή τους αξία.

● Το πακέτο «στήριξης» Ε.Ε. - ΔΝΤ, ύψους 750 δισ. ευρώ, καταφέρνει απλώς να καθυστερεί τη χρεοκοπία της Ελλάδας δίνοντας «ανάσα» στις υπόλοιπες προβληματικές οικονομίες της Ευρωζώνης.

● Σε ενδεχόμενη ελληνική χρεοκοπία οι ζημίες για τις τράπεζες θα φτάσουν τα 200 δισ. δολάρια, τα οποία θα εκτοξευτούν στα 900 δισ. δολ. αν μαζί με την Ελλάδα οδηγηθούν σε αναδιάρθρωση των χρεών τους και οι Ιρλανδία, Ιταλία, Πορτογαλία και Ισπανία.

Χθες όμως ήρθαν και τα στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS) να εξειδικεύσουν ακόμη περισσότερο τον κίνδυνο για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Σύμφωνα με την BIS λοιπόν οι τράπεζες οι περισσότερο εκτεθειμένες στα χρέη των πιο αδύναμων ευρωπαϊκών οικονομιών (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα και Ιρλανδία) είναι οι γαλλικές και οι γερμανικές, που κατέχουν 958 δισ. δολάρια χρέους.

Εξ αυτών περίπου 174 δισ. δολάρια αφορούν δάνεια προς κυβερνήσεις, ενώ το υπόλοιπο ποσό αφορά δάνεια προς ιδιώτες και επιχειρήσεις.

Μάλλον κάπως έτσι θα πρέπει να ερμηνεύσουμε το ότι οι περισσότερες δημόσιες δηλώσεις στήριξης της ελληνικής προσπάθειας προέρχονται από τους ευρωτραπεζίτες, με κορυφαίους και πιο ενθαρρυντικούς τους προέδρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν Κλοντ Τρισέ και της Deutsche Bank Γιόζεφ Άκερμαν. Είναι πολλά τα λεφτά – και εξ ίσου μεγάλο το διακύβευμα...



Η ισπανική υποχώρηση

Μόλις χθες, άλλωστε, η Ισπανία – μια χώρα με έντονα προβλήματα και στο δημοσιονομικό σκέλος και στο χρέος, αλλά και στο τραπεζικό της σύστημα – πάσχιζε να διαψεύσει γερμανικά δημοσιεύματα που προμήνυαν την προσφυγή της στον μηχανισμό στήριξης Ε.Ε. - ΔΝΤ.

Ωστόσο, με χαρακτηριστική ψυχρότητα, η Άγγελα Μέρκελ φρόντισε να προσγειώσει τους Ισπανούς: σε συνάντησή της με τον Σαρκοζί, ήταν ξεκάθαρη:

«Αν υπάρχουν προβλήματα, και δεν πρέπει να συζητάμε τέτοια πράγματα, ο μηχανισμός μπορεί να ενεργοποιηθεί ανά πάσα στιγμή. Η Ισπανία και κάθε χώρα γνωρίζει ότι μπορεί να κάνει χρήση του μηχανισμού στήριξης, αν αυτό είναι απαραίτητο».

Λίγο νωρίτερα γινόταν γνωστό ότι στην Ισπανία τα Δ.Σ. επτά ταμιευτηρίων (La Caixa, Bancajia, Caja Insular de Ahorros de Canarias, Caixa Laietana, Caja de Avila, Caja Segovia και Caja Rioja) έχουν προχωρήσει τις διαβουλεύσεις με ορίζοντα τη συνένωσή τους και στόχο ένα «σύστημα προστασίας», στο οποίο κάθε ταμιευτήριο θα έχει αυτονομία, αλλά σε περίπτωση ανάγκης θα μπορεί να ενισχύει τη ρευστότητά του προσφεύγοντας σε μια κοινή «ομπρέλα» ώστε να απομακρυνθεί ο ορατός κίνδυνος των τραπεζικών πτωχεύσεων.

Για να καταλάβουμε το μέγεθος του ισπανικού τραπεζικού προβλήματος, ας σημειώσουμε απλώς ότι:

● Το ισπανικό τραπεζικό σύστημα, χάρη στην αυστηρή κεντρική εποπτεία και το νομικό πλαίσιο, θεωρείται εξαιρετικά φερέγγυο.

● Τα συγκεκριμένα μέτρα σχεδιάζονται όχι για επενδυτικές τράπεζες (οι οποίες εκτίθενται ευκολότερα σε κινδύνους), αλλά για ταμιευτήρια, τα οποία και πολύ περιορισμένο επενδυτικό ρίσκο αναλαμβάνουν και βρίσκονται εκτός χρηματιστηρίου – άρα... δεν είναι ευάλωτα σε κερδοσκοπικά παιχνίδια!



Αλλού το όνειρο κι αλλού το θάμα...

Με όλα αυτά τα δεδομένα ίσως θα ήταν προτιμότερο να έχουμε τον νου μας όχι τόσο στο εσωτερικό πολιτικό παιχνίδι – το οποίο δυστυχώς έχει πεπερασμένα όρια και είναι αμφίβολο αν μπορεί να μας διαφωτίσει για την πραγματικότητα – αλλά στη «μεγάλη σκακιέρα».

Ίσως εκεί να κρίνεται στ’ αλήθεια η τύχη μας και όχι στις αναιμικές επικοινωνιακές καντρίλιες, που μόνο συσκότιση επιφέρουν για την πραγματική κατάσταση της χώρας και την τύχη που την περιμένει – ή, σωστότερα, της επιφυλάσσουν οι... εγγυητές της «σωτηρίας» της.
ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

Δημοσίευση σχολίου

 
Top