GuidePedia

0

Του Γιώργου Σαχίνη
Σε δεύτερη μοίρα το θέμα των υποκλοπών στον συστημικό Τύπο, ψηλά στα ευρωπαϊκά ΜΜΕ
Προχθές Δευτέρα 8 Αυγούστου, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο διάγγελμά του θέλησε να προσφέρει απαντήσεις εντός ενός πολιτικού πλαισίου και αποφεύγοντας μετά ζήλου την ουσία του θέματος των υποκλοπών από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. 

Η τοποθέτηση αυτή κρίθηκε ως μη ικανοποιητική από όλη την αντιπολίτευση, καθώς το “νίπτω τας χείρας μου για τα πολιτικά λάθη των στενών συνεργατών μου” προσφέρθηκε μαζί με την αναγκαία απροσδιοριστία για την ουσία, ακολουθώντας μια στρατηγική σύμφωνα με το «αμαθία τε μετά σωφροσύνης ωφελιμώτερον ή δεξιότης μετά ακολασίας» της διδασκαλίας του Θουκυδίδη, ώστε το όλο θέμα είτε να εστιάσει στο δέντρο (νόμιμη επισύνδεση του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ, κυρίου Ανδρουλάκη), είτε να εξασθενίσει και ελέω της πραγματικότητας να αποφευχθεί να δοθεί περισσότερο φως στη συνεχώς ισχυροποιούμενη επισύνδεση ΕΥΠ και δομών της κρατικής εξουσίας.

Ερχόμενοι δύο ημέρες μετά, περιδιαβαίνοντας τον συστημικό Τύπο και ΜΜΕ, το όλο θέμα φαίνεται να περνά σε δεύτερη μοίρα, και κάποιος θα πρέπει να ανατρέξει σε κανάλια του YouΤube ή στα λιγότερο προβεβλημένα ΜΜΕ για να βεβαιωθεί ότι δεν παράκουσε. Καμία αναφορά για τον τρόπο που η ΕΥΠ έχει εργαλειοποιηθεί, με διάφορα προσωνύμια - «Αρχικοριός», «Εθνικός κοριός», «Τόμσεν-Βελκουλέσκου» - να προσδιορίζουν τη χρονική εποχή, και με ή χωρίς το όποιο υποτυπώδες φίλτρο της δικαιοσύνης, αντί να επιτελεί τον εξαιρετικά κρίσιμο ρόλο της που είναι η προστασία της εθνικής ασφάλειας και της εθνικής κυριαρχίας, την ώρα μάλιστα που το τουρκικό γεωτρύπανο ετοιμάζεται να σουλατσάρει εντός της ελληνικής ημιπροσδιορισμένης ΑΟΖ. Ψάχνοντας κάποιος καλύτερα στο διαδίκτυο, θα βρει αρκετά ρεπορτάζ για τα εκατομμύρια ευρώ που οδεύουν σε «πληροφοριοδότες», για παρακολουθήσεις πολιτών ή ακόμα και στελεχών του ΔΝΤ, και γενικότερα για το πέπλο μυστηρίου με απόλυτη αδιαφάνεια και καμία ιχνηλασιμότητα των ενεργειών της ΕΥΠ σε περιπτώσεις που δε μοιάζουν και τόσο για να χαρακτηρίζονται “εθνικής ασφάλειας”.



Ίσως θα αναρωτηθεί ο πολίτης ότι, εφόσον δεν αναδεικνύεται από τα συστημικά ΜΜΕ, το θέμα δεν έχει άλλο “πολιτικό ζουμί” μετά την απομάκρυνση-παραίτηση δύο στενών συνεργατών του πρωθυπουργού, και τα αξιοπερίεργα της εμπλοκής ξένων κρατών που δεν προσφέρουν το πέπλο της εθνικής ασφάλειας στην υπόθεση. Περιδιαβάζοντας όμως τον ευρωπαϊκό, ακόμα και τον παγκόσμιο Τύπο, ξαφνικά θα διαπιστώσει ότι το θέμα παραμένει στο “σεντόνι”. 

Αρκετά εξ αυτών εστιάζουν στην προσπάθεια του Έλληνα πρωθυπουργού να αποστασιοποιηθεί από ένα σκάνδαλο υποκλοπών, του οποίου οι διαστάσεις δε φαίνεται να αφορούν μόνο στην αξιοποίηση της πληροφορίας και στο πλαίσιο στο οποίο αυτή ενεργοποιήθηκε, αλλά και στην όποια ευχέρεια του πρωθυπουργικού γραφείου να αξιοποιεί πόρους της κρατικής υπηρεσίας πληροφοριών (υπάρχουσα και αναγκαία σε όλα τα κράτη).

Σε αντιδιαστολή της ελληνικής εικονικής πραγματικότητας, τα ευρωπαϊκά Μέσα αρχίζουν να αναδεικνύουν την πρόταση σχεδόν όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης (που έπιασαν λαχείο) για ενδελεχή έρευνα, χωρίς να κατεβάζουν διόλου τον πήχη της ευθύνης. Στην άμεση δε ανακοίνωση της αυστηροποίησης του πλαισίου ελέγχου και της ενίσχυσης της διαφάνειας αυτού του είδους των επιχειρήσεων και του πολιτικού λάθους που δεν έπρεπε να γίνει, αν και μη γνώστες της ελληνικής πραγματικότητας, δε φαίνεται να γοητεύονται από αυτή την πρώτη έκδοση και εξακολουθούν να εστιάζουν σε αναπάντητα ερωτήματα... 

«Προς τι η παρακολούθηση ενός Έλληνα πολιτικού για λόγους εθνικής ασφάλειας, καθώς δεν απαιτείται ουσιώδης αιτιολογία;». «Τι κοινό υπάρχει και σε άλλους πολιτικούς ή δημοσιογράφους που έχουν καταγγείλει παρακολουθήσεις από την ΕΥΠ;». Και, εντέλει, «τι αποσκοπούσε η απόφαση του πρωθυπουργού για κοντινότερη προσάρτηση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στο πρωθυπουργικό γραφείο και μάλιστα η ανάθεση συντονιστικού ρόλου στον γενικό γραμματέα του γραφείου του;». Ερωτήματα που ίσως δε βρουν ικανοποιητικές απαντήσεις, πλην όμως η δημοσιογραφία οφείλει κάθε φορά να τα θέτει, ακόμα και εάν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι αποτελούν στόχους του Predator ή ακόμα πιο εξελιγμένων εργαλείων κυβερνοπαρακολούθησης.


Στη δημοκρατία μπορεί άπαντες να καταλήξουν παρακολουθούμενοι από τις υπηρεσίες του κράτους, θα πρέπει όμως να προσφέρεται εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία να ελέγχεται από την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, ενώ οι δημοσιογράφοι, επιτελώντας τον δικό τους ρόλο, να αποτελούν καταλύτες στην ενδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών βάσει διαδικασιών. Σε διαφορετική περίπτωση, η υποτιμητική 65η κατάταξη της χώρας μας, όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, ως προς το ζήτημα της ελευθερίας του Τύπου, σύμφωνα με τον δείκτη ελευθερίας του Τύπου, χαμηλότερα από χώρες όπως Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Νιγηρία, Μαδαγασκάρη... και νησιά Φίτζι, τεκμηριώνει ότι όντως βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου κυριαρχεί μια εξόχως ελλαττωματική έκδοση αυτής της δημοκρατίας, που συνυπάρχει με τελευταίας έκδοσης λογισμό παρακολούθησης. Μια ελαττωματική δημοκρατία και με τη βούλα του “Economist”, όπου, σύμφωνα με τον παγκόσμιο δείκτη δημοκρατικότητας που δημοσιεύει ετησίως, αυτή η χώρα των “άριστων” κατατάσσεται στην 34η θέση παγκοσμίως με την ένδειξη «Ελαττωματική Δημοκρατία» («Flawed democracy»).

πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top