GuidePedia

0
της Μαρίας Χούκλη
Τεράστια, όσο πιάνει το μάτι σου, βρώμικη χωρίς να τη νοιάζει, άναρχη με το μπαρόκ της Ανατολής. Υπέροχη. Η Σμύρνη. Αόρατη σαν τη Διομιρα και τη Φεδωρα του Καλβίνο, σάρκινη σαν το πλήθος που κινείται πάνω-κάτω στο Κορντονμπογιου τρώγοντας μύδια και ψημένα σπόρια. Ευλογημένες οι πόλεις με παραλία σαν τη δική της.
Την κουβαλούσα μέσα μου από εκατοντάδες αφηγήσεις της γιαγιάς, ήταν το πρώτο μου παραμύθι . Η «πατρίδα» έλεγε και το στόμα της έσταζε μέλι.
Για ‘κείνη, όλα της Σμύρνης ήταν ωραία: η θάλασσα, τα σύκα, το ψωμί, ο νερουλάς, τα δαμασκηνά τραπεζομάντιλα τις Κυριακές, ο ουρανός το χειμώνα, τα μάτια των Τούρκων και τα ολόλευκα μεσοφόρια των γυναικών. Με τα χρόνια η Σμύρνη μου έγινε τόσο οικεία που φορές φορές ήμουν βέβαιη ότι την είχα επισκεφθεί.


Η γιαγιά πάντα πίστευε ότι θα την ξαναδεί. Εκεί ανήκε. Έφυγε με τον καημό του γυρισμού, όπως τόσοι και τόσοι. Ποτέ δεν μου είχε ζητήσει να πάω στην αγαπημένη της πόλη, αλλά αυτά τα χρέη είναι αυτονόητα, απλώς υπάρχουν, έτσι. Στο ταξίδι προς την άλλη πλευρά του Αιγαίου έμαθα -δεν έχει σημασία πώς- για τα μαύρα άλογα. Ήταν δυο μηνών νύφη. Σπουδαγμένος για την εποχή ο παππούς είπε να μπλέξει με το εμπόριο. Όλη τους η περιουσία το γιορντάνι με τις χρυσές λίρες από τα δώρα του γάμου. Το ξεκρέμασε από τον άσπρο της λαιμό και το έδωσε στον άντρα της για να χτίσει τη νέα τους ζωή. Και εκείνος αγόρασε δυο μαύρα άλογα που έτρεξε να της δείξει για να πάρει την ευχή της. Καμάρωνε για τον ωραίο άντρα της και τα μαύρα -σαν τα μαλλιά της- άλογά!



Στη γειτονιά τους καλοτύχιζαν όλοι, Ρωμιοί, Τούρκοι, Αρμένιοι και Εβραίοι. Τα απογεύματα στεκόταν στη βεράντα οι δυο τους, κοίταζαν τον αιμάτινο ήλιο να δύει στα νερά, τα ήξεραν δικά τους νερά, άκουγαν τα άλογα να φρουμάζουν στην πίσω αυλή και αναστέναζαν ευτυχισμένοι, δοξάζοντας και το Θεό και τον Αλλάχ. Δικοί τους και οι δυο. Εκείνο το πρωινό του ΄22, όταν η φωτιά άρχισε να «τρώει» τον πάνω μαχαλά ίσα ίσα που πρόλαβαν να βγουν από το σπιτικό τους. Τα άφησαν όλα πίσω για να μπουν στη βάρκα και να σωθούν. Γύρισαν να δουν τη Σμύρνη.

Μέσα από τους καπνούς, πάνω στο quais είδε η γιαγιά τα μαύρα άλογα. Χτυπούσαν τις οπλές τους πάνω στο πλακόστρωτο και χλιμίντριζαν αφηνιασμένα. Έτρεχαν πάνω κάτω, έτοιμα να ορμήσουν στο νερό να τους ακολουθήσουν… Τότε σπάραξε… Έκλαιγε ασταμάτητα μέχρι να πιάσουνε λιμάνι. Απαρηγόρητη για τα ζωντανά που έμειναν πίσω. Όλοι νόμιζαν ότι έχασε παιδί. Εκείνη ήξερε πια ότι έχασε πολύ περισσότερα. Περπατώντας ανάμεσα από ναργιλέδες κατά μήκος του Κορντόν, όλο και κοίταζα για τα σημάδια από τις οπλές τους. Και νομίζω ότι τα είδα. Σμύρνη. Αιωνίως ανατολικά της ψυχής μας.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top