
Για δεκαετίες, η Ευρώπη έμαθε να φοβάται τη Ρωσία, να υπολογίζει την Κίνα. Σήμερα, όμως, ένα νέο άβολο συναίσθημα διατρέχει τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: ο φόβος ότι η μεγαλύτερη πηγή αστάθειας για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα δεν βρίσκεται πια εκτός Δύσης αλλά εντός της Ατλαντικής Συμμαχίας.
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο δεν ανέστησε απλώς μια σκληρή εκδοχή του «America First». Αποδόμησε τη βασική μεταπολεμική βεβαιότητα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν, έστω και με αντιφάσεις, ως εγγυητής της δυτικής τάξης. Πλέον λειτουργούν ως απρόβλεπτος παίκτης ισχύος, που αντιμετωπίζει συμμάχους και αντιπάλους με την ίδια ωμή συναλλακτική αντίληψη.
Kλίμα θεσμικής καχυποψίας και στρατηγικής αδυναμίας
Οι απειλές για δασμούς, οι πιέσεις σε θέματα άμυνας, οι υπαινιγμοί περί αναθεώρησης δεσμεύσεων στο ΝΑΤΟ και οι μονομερείς γεωπολιτικοί ελιγμοί έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα θεσμικής καχυποψίας απέναντι στην Ουάσιγκτον. Η Ευρώπη δεν αισθάνεται πλέον ότι συνομιλεί με έναν δύσκολο εταίρο, αλλά με έναν παίκτη που αμφισβητεί τους ίδιους τους κανόνες του παιχνιδιού.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι δομικό. Διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει βαθιά εξαρτημένη από τις ΗΠΑ σε τρεις κρίσιμους τομείς: άμυνα, τεχνολογία και ενέργεια. Και αυτή ακριβώς η εξάρτηση μετατρέπεται πλέον σε στρατηγική αδυναμία.
Η συζήτηση για «στρατηγική αυτονομία» δεν είναι πια ρητορική των Βρυξελλών. Είναι ζήτημα επιβίωσης σε έναν κόσμο όπου οι συμμαχίες δεν θεωρούνται δεδομένες αλλά διαπραγματεύσιμες, μέρα με τη μέρα.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι άλλο: η Ευρώπη δεν καλείται απλώς να θωρακιστεί απέναντι σε εξωτερικές απειλές. Καλείται να μάθει να λειτουργεί σε έναν κόσμο όπου ο παραδοσιακός της προστάτης παύει να είναι προβλέψιμος. Και αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη προσαρμογή από όλες.
Η αμερικανική αβεβαιότητα και το ελληνικό στοίχημα σταθερότητας
Σε μια τέτοια διατλαντική σχέση, που επαναπροσδιορίζεται υπό όρους ισχύος και όχι αξιών, αλλάζει ριζικά ο τρόπος με τον οποίο η Ευρώπη πρέπει να σκέφτεται το μέλλον της. Η Ουάσιγκτον δεν είναι πια ο σταθερός εγγυητής ισορροπίας που γνωρίσαμε επί δεκαετίες. Είναι ένας παίκτης που λειτουργεί με όρους συναλλαγής, όχι συμμαχικής συνέχειας.
Και αυτό έχει άμεσο, απτό κόστος για μια χώρα που βρίσκεται στο πιο ευαίσθητο γεωπολιτικό σταυροδρόμι της Ευρώπης. Για την Ελλάδα, η μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής από τη θεσμική προβλεψιμότητα προς τον ωμό πραγματισμό δεν αποτελεί θεωρητικό γεωπολιτικό ζήτημα. Είναι παράγοντας που αγγίζει άμεσα την εθνική ασφάλεια, την οικονομία και την επενδυτική εικόνα της χώρας.
Στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα έχει στηρίξει μεγάλο μέρος της αποτρεπτικής της στρατηγικής στην αμερικανική παρουσία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και τις διαρκώς διευρυνόμενες διμερείς ελληνοαμερικανικές σχέσεις.
Όμως, όταν η Ουάσιγκτον επιλέγει να αντιμετωπίζει την Ευρώπη συνολικά ως υποτελή σύμμαχο, γιατί να μην αντιμετωπίσει αύριο και την Τουρκία περισσότερο ως «αναγκαίο εταίρο», επιλέγοντας τα ιδιαίτερα “Αμερικανικά συμφέροντα” στην ευρύτερη περοχή και παραβλέποντας το γεγονός ότι αποτελεί το προβληματικό μέλος του ΝΑΤΟ και πηγή αστάθειας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο;
Ένα τέτοιο ενδεχόμενο περιορίζει τις ελληνικές βεβαιότητες για τα περιθώρια διπλωματικής στήριξης των ΗΠΑ απέναντι στον αναθεωρητισμό του Ερντογάν και πιθανές Τουρκικές “υπερβολικές” αξιώσεις στο Αιγαίο. Για την Αθήνα, αυτό σημαίνει ότι η αποτροπή στην περιοχή μας δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε συμμαχικές σταθερές, αλλά απαιτεί διαρκή εθνική επένδυση σε αξιοπιστία και ισχύ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική σταθερότητα, η οικονομική ανάπτυξη και η δημιουργία ισχυρής υποδομής αποτροπής λειτουργούν ως θεμέλιο στρατηγικής αυτονομίας. Με όλο το σεβασμό στις διεθνείς συμμαχίες και τις διμερείς φιλίες.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου