GuidePedia

0


Δρ. Άννας Κωνσταντινίδου*
Θα αρχίσω με δύο συλλογισμούς, ώστε στη βάση αυτών να φτάσουμε, όσον το δυνατόν, σε ποιο ασφαλή συμπεράσματα. Γιατί για παράδειγμα στη Λιβύη, παρόλο που υπάρχει η πρόθεση, δεν αλλάζουν τα πράγματα ως προς τη διείσδυση του τουρκικού παράγοντα στο εσωτερικό της ή γιατί βλέπουμε ότι η περιοχή του Σαχέλ είναι «αναστατωμένη» , εξαιτίας πάλι της τουρκικής παρείσφρησης στις κρατικές οντότητές της. Και πώς τελικά οφείλει να αντιδράσει η Ελληνική Διπλωματία και πώς τελικά η Δύση, και κυρίως οι πολιτικές Κυβερνήσεις των κρατών της, είναι οι μόνη υπεύθυνοι για ο, τι συμβαίνει σήμερα στη Μέση Ανατολή και κυρίως στην Αφρική, καθώς το πολιτικό έχει χάσει την «ισχύ» του εξαιτίας του οικονομικού που το δεύτερο βασίζεται κυρίαρχα, στον θρησκευτικό παράγοντα.

Όλοι γνωρίζουμε την επίδραση του Πολιτικού Ισλάμ στα δυτικά περιβάλλοντα, έχει αναλυθεί διεξοδικά και αρκετά επισταμένα, θα έλεγα, ιδίως την τελευταία δεκαετία, όπως επίσης γνωρίζουμε και το έχουμε καταγράψει σε προηγούμενες αναλύσεις ότι ο Μουσουλμανισμός εξαιτίας των δύο κυρίαρχων δογμάτων του, του Σουνιτισμού και του Σιισμού, αλλά και των επιμέρους αιρέσεων, των λεγόμενων Ταγμάτων που αποτελούν ολόκληρες θρησκευτικό-πολιτικές ιδεολογίες, αποτελούν την αιχμή του δόρατος ανάμεσα στους Μουσουλμάνους σε σημείο μάλιστα η γνωστή σε όλους μας Τζιχάντ (δηλαδή ο Ιερός Πόλεμος) πρώτα και κυρίαρχα να στρέφεται στους ισλαμικούς πληθυσμούς που δεν ακολουθούν την ορθόδοξη, παράδοση της Σούνας, και δευτερευόντως στρέφεται εναντίον των πιστών των άλλων θρησκειών.

Άραγε, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, η Αραβική Άνοιξη και όλες αυτές οι ακραίες οργανώσεις είναι στην πραγματικότητα τόσο ισχυρές, ακόμα και μέσα στο Μουσουλμανικό Κόσμο, ώστε να δημιουργούν τις συνθήκες που εμποδίζουν την ηρεμία στα αραβικά κράτη και τα προβλήματα στα δυτικά; Ή μήπως ισχύει, ότι οι οργανώσεις «βρίσκουν φως και μπαίνουν», και αυτό γίνεται πασιφανές, παρατηρώντας πότε ακριβώς δημιουργούν θόρυβο, αλλά και ποιες μουσουλμανικές χώρες τις χρησιμοποιούν;
Θα πω κάτι που θεωρώ ότι πρέπει να μας προβληματίσει. 

Η Διεθνής Κοινότητα, παρά το φεντεραλιστικό σύστημα διακυβέρνησης μέσω των Διεθνών και Περιφερειακών Οργανισμών, απέτυχε να είναι ενωμένη ή για να είμαι πιο σαφής, πάντοτε το εθνικό συμφέρον, ακόμα και για τις δυτικές κοινωνίες που λειτουργούν με συγκεκριμένες νόρμες, θα υπερισχύει έναντι όλων και η θεωρία του Ρεαλισμού (όπου το κράτος είναι ο κύριος δρων) θα υπερακοντίζει τη θεωρία του Φιλελευθερισμού (δηλαδή οι Διεθνείς Οργανισμοί, πιο απλοϊκά ). Και αυτή η διαπίστωση φάνηκε τόσο στα χρόνια της αποικιοκρατίας στα περιβάλλοντα της Μέσης Ανατολής και Αφρικής όσο κυρίως σήμερα, που ο Νεοαποικισμός μέσω των κρατών δωρητών (αρχικά) για να δώσουν τη «θέση» τους στις ιδιωτικές επιχειρήσεις τού εθνικού περιβάλλοντός τους διασφαλίζει μεμονωμένα τα εθνικά συμφέροντα των χωρών (και εννοώ των δυτικών) που θα επιχειρήσουν από οικονομική και κάθε είδους άποψη στις εν λόγω περιφερειακές χώρες, που εκτός των άλλων, είναι στην πλειονότητά τους μουσουλμανικές.

Θα κάνουμε μία παρένθεση για να δώσουμε τον ορισμό του Οικονομικού Εθνικισμού, ώστε να αντιληφθούμε πώς μέχρι σήμερα παίζεται το οικονομικό και διπλωματικό παιχνίδι από τις ισχυρές χώρες προς τις ανίσχυρες (η πλειονότητα των οποίων συνεχίζει να είναι οι πρώην αποικίες των Δυνατών). Οικονομικός Εθνικισμός είναι η ικανότητα μίας χώρας να στηρίζεται στην εσωτερική παραγωγή της (και δεν εννοώ μόνο την αγροτική), ώστε να είναι αυτοδύναμη σε όλα τα επίπεδα του δημοσίου βίου, διαδραματίζοντας, ως εκ τούτου και κατ’επέκταση – ουσιαστικό ρόλο στο Παγκόσμιο Οικονομικό και Πολιτικό Σύστημα. Όμως αυτό που παρατηρούμε είναι, ότι τα περισσότερα κράτη της Μέσης Ανατολής και κυρίως της Αφρικής συνεχίζουν να εξαρτώνται από τις ισχυρές-δυτικές ως επί το πλείστον – οικονομίες και κοινωνίες, ενώ όσα δεν εξαρτώνται άμεσα και κυρίαρχα οικονομικά, όπως τα ΗΕ και η Σαουδική Αραβία, ωστόσο για την επιβίωσή τους θα πρέπει να φέρουν διπλωματική εξάρτηση από τη Δύση, αναδεικνύοντας επί της ουσίας, ότι το Ισλαμ κάθε άλλο παρά αποτελεί συγκολλητική ουσία, λόγω των γνωστών παραμέτρων, επίσης δε με την συνθήκη ότι οι Άραβες δεν λειτουργούν ενιαία, γεγονός που φάνηκε στο ό, τι δεν μπόρεσε ο Παναραβισμός να ευοδωθεί, καθώς τα συγκεκριμένα φύλα αναπτύσσουν τις σχέσεις τους στη βάση των συμφερόντων των φυλών, -πχ οι Παλαιστίνιοι που διαμένουν στο Γκολάν έχουν άλλα συμφέροντα από τους Παλαιστινίους της Ιερουσαλήμ κοκ.- το ίδιο συμβαίνει με το Ιράκ και τη Λιβύη. Κάποια στιγμή, όταν ρώτησαν έναν Παλαιστίνιο Πρέσβη ποιες χώρες φοβούνται περισσότερο οι Παλαιστίνιοι, ότι αυτές δεν θα θελήσουν να διευθετησουν το Παλαιστινιακό, αυτός είπε ευθαρσώς, φοβόμαστε μόνο τις αραβικές.
Επομένως, όλα αυτά που συμβαίνουν αυτήν την στιγμή σε Αφρική και Μέση Ανατολή, αφού όπως είπαμε το Ισλάμ δεν είναι τόσο «ισχυρό», ώστε να δημιουργήσει πολιτικά τετελεσμένα, οι Άραβες δεν λειτουργούν ενιαία ούτε ποτέ θα λειτουργήσουν, τότε ποιος ευθύνεται και η Δύση «δεν μπορεί να βάλει μία τάξη» κι όχι μόνο αυτό, αλλά η Τουρκία έχει παρεισφρέσει στα διάφορα περιβάλλοντα;
Ευθύνονται μεμονωμένα τα δυτικά κράτη που λειτουργούν στη βάση του κρατισμού τους, δηλαδή του εθνικού συμφέροντός τους στις κοινωνίες αυτές, παραβλέποντας το συμφέρον που αναπτύσσεται στους Θεσμούς που είναι μέλη. Και τα δυτικά κράτη χρησιμοποιούν τη θρησκεία και ποιο συγκεκριμένα το δόγμα. Όμως ποια θρησκεία και ποια δόγματα; Τα μουσουλμανικά;

Όχι, φυσικά! Και είναι λάθος να το πιστεύουμε αυτό. Αυτήν την στιγμή στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική δεν επικρατεί η πάλη ανάμεσα στο Μουσουλμανισμό με μοχλό επίτευξης των επιδιώξεων τις ακραίες ισλαμικές οργανώσεις. Η πάλη γίνεται ανάμεσα σε τρία δόγματα της Δύσης : την Ορθοδοξία, τον Καθολικισμό και τον Προτεσταντισμό, με τους Προτεστάντες να είναι ιδιαίτερα σαρωτικοί στα περιβάλλοντα αυτά, καθώς ας αναλογιστούμε ποια χώρα της Δύσης ασπάζεται κυρίαρχα το Προτεσταντικό δόγμα και έχει τους μηχανισμούς να επιβληθεί; Η Γερμανία…

Και καθώς τα κράτη δωρητές έχουν δώσει τα σκήπτρα τής νεοαποικιακής ιδεολογίας στις ιδιωτικές τους εταιρείες (από το 1970 και μέχρι σήμερα), γίνεται πλέον κατανοητό πώς η θρησκευτική και μορφωτική Διπλωματία αποκτά και άλλο περιεχόμενο, εκτός των ήδη γνωστών μέσω δηλαδή της θρησκευτικής κατήχησης, καθώς οι εταιρείες λχ οι γερμανικές που αναπτύσσονται επιχειρηματικά στα περιβάλλοντα αυτά ιδρύουν σχολεία γερμανικά, εκκλησίες προτεσταντικες, αλλά ακόμα, κι αν δεν δημιουργούν πνευματικούς θύλακες γερμανισμού συντηρούν και ενισχύουν την ιθαγενή οικονομία, επιβάλλοντας και διαμορφώνοντας ιδεολογίες στους γηγενείς κατοίκους που να ταυτίζονται ακόμα και με την εξωτερική πολιτική και τη Διπλωματία του γερμανικού Κράτους (βλ. λχ Λιβύη). Ο Ντμπεϊμπά δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο ίδιος ως επιχειρηματίας φέρει συμφέροντα στο τουρκικό κράτος, αλλά στη Λιβύη οι ισχυρές χώρες μέσω των επιχειρήσεών τους στις διάφορες γεωγραφικές περιοχές διαμορφώνουν τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις τους με τις τοπικές φυλές, οπότε και ο ίδιος έχει την έμμεση υποστήριξη της Γερμανίας.

Οπότε στη βάση των παραπάνω είναι λάθος να πιστεύουμε ότι η Πολιτιστική Διπλωματία, που κυρίως στις παραδοσιακές κοινωνίες όπως είναι οι αραβικές και οι αφρικανικές, βασική παράμετρος της οποίας είναι το θρησκευτικό κομμάτι, είναι παράταιρη από την Πολιτική Διπλωματία. Όχι μόνο δεν είναι ξεχωριστό στοιχείο, αλλά είναι το πλέον βασικό στοιχείο, καθώς τα δυτικά κράτη προκειμένου να δημιουργήσουν τους θύλακές τους στις κοινωνίες αυτές πρέπει να βρουν νόρμες ευκολονόητες για τους πληθυσμούς αυτούς που, ωστόσο θα προβάλλονται οι δυτικές αρχές και αξίες, εμμέσως πλην σαφώς, και φυσικά η Θρησκεία και κυρίως το δόγμα είναι προεξάρχον στοιχείο της πολιτικής αυτής.
Και πλέον επειδή το παραδοσιακό δόγμα της αποικιοκρατίας που ουσιαστικά με τα στρατιωτικά μέσα οι ισχυρές χώρες επιβάλλονταν στην ανίσχυρη περιφέρεια έχει αφήσει πικρή εμπειρία και ανάμνηση, οι ισχυρές χώρες εφηύραν (ήδη από το 1960 και κυρίως το 1970 και μετά) ένα νέο αποικιοκρατικό δόγμα, που ουσιαστικά αυτές από το παρασκήνιο θα κινούν τα νήματα, αλλά η βιτρίνα να είναι οι ιδιωτικές τους εταιρείες που με μέσο την οικονομική και μορφωτική αρωγή θα εγκαθιδρύουν τις πολιτικές του κράτους προέλευσής τους στα περιβάλλοντα αυτά.

Και δυστυχώς, ενώ έχουμε την εντύπωση ότι ο Καθολικισμός μέσω του Βατικανού και των χωρών που σήμερα τον ασπάζονται, θα μπορούσε να έχει μέσω των εταιρειών του τον πρώτο και κυρίαρχο ρόλο στα περιβάλλοντα αυτά, όμως επειδή η Μ. Βρετανία και η Γαλλία έχουν ιδιαίτερη θυμική διάσταση στη Μέση Ανατολή και Αφρική, ο Προτεσταντισμός ως εκπολιτιστικό κομμάτι, έτσι όπως διαμορφώνεται από όλο αυτό το σύστημα που περιγράψαμε πιο πάνω, δημιουργεί θύλακες γερμανισμού και γερμανικών συμφερόντων. Και φυσικά όλοι γνωρίζουμε τις σχέσεις Γερμανίας με την Τουρκία…

Το μόνο δόγμα, καθώς και η εθνοτική ομάδα που το εκπροσωπεί στη Μέση Ανατολή και την Αφρική κάθε άλλο παρά ποτέ είχε η ομάδα αυτή (Έλληνες) αρνητικό συνειδησιακό αντίκτυπο για τους γηγενείς πληθυσμούς, είναι το Ορθόδοξο. Τα Ελληνορθόδοξα Πατριαρχεία και ειδικά το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας που η αρωγή του ανέκαθεν ιστορικά στους λαούς της περιοχής του (Βόρειο Αφρική, Υποσαχάρια και Νότια Αφρική) έχει ιδιαίτερη διάσταση, είναι επιβεβλημένο η Ελληνική Διπλωματία να του δώσει επιπλέον κίνητρα και ειδικά οικονομικά, ώστε να συνεχίσει το έργο του σε όλη την Αφρική, το οποίο έργο του έχει ουσιαστικά αντίκτυπο στην ίδια την Ελλάδα και το ρόλο που μπορεί αυτή να διαδραματίσει στη συγκεκριμένη περιοχή. Δυστυχώς, η Επισκοπή στην Τρίπολη της Λιβύης, παρόλο που δεν υπάρχουν πολλοί Ορθόδοξοι στην περιοχή, ωστόσο το έργο της ήταν εκπολιτιστικό, μετά από εντολή του Ελληνικού ΥπΕξ, λόγω των γεγονότων που λάμβαναν χώρα μετά την πτώση του Καντάφι, έκλεισε το 2012.

Αυτό φυσικά είναι ένα πλήγμα για τα ελληνικά συμφέροντα, καθώς εξηγήσαμε το ρόλο και πώς η Πολιτιστική Διπλωματία έρχεται να καλύψει τα κενά που δεν μπορεί να τα καλύψει για διάφορους και πολυπαραγοντικούς ρόλους, η Πολιτική Διπλωματία.
Και να πούμε δύο παραδείγματα για να καταλάβουμε κάποια πράγματα βασικά, στα οποία πρέπει να ενσκήψει η Ελληνική Διπλωματία και να δώσει επιπλέον ρόλους και ενισχύσεις από κάθε άποψη στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, ώστε η Ελλάδα και μέσω των επιχειρηματικών ομίλων της να είναι πιο εύκολη η παρείσφρηση και η εγκαθίδρυση της ισχύος της, μεταφραζόμενη η ισχύς αυτή πολυποίκιλα, στις χώρες της Αφρικής και Μέσης Ανατολής.

Πριν δύο εβδομάδες, ο Δήμαρχος του Καΐρου αναγνώρισε δημόσια τον ουσιαστικό και κύριο ρόλο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας, κκ. Θεόδωρου Β’ στο αιγυπτιακό Κράτος, παραδίδοντας το κλειδί της πόλης. Πολλοί θα πούνε, εντάξει είναι μία κίνηση αβρότητας από έναν δήμαρχο μίας πόλης αιγυπτιακής στον Έλληνα ιεράρχη, στα πλαίσια εκτός των άλλων των στενών διακρατικών σχέσεων. Όμως κάθε άλλο παρά είναι έτσι τα πράγματα. Καθώς ο Αιγύπτιος δήμαρχος του Καΐρου δεν είναι ο οποιοσδήποτε αξιωματούχος, αλλά είναι μέλος του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου της χώρας και μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου διακυβέρνησης της χώρας! Οπότε όλοι καταλαβαίνουμε ότι η κίνηση αυτή αποδεικνύει τον ισχυρό ρόλο του Ελληνισμού στη συγκεκριμένη χώρα!

Το δεύτερο είναι, ότι στο Κογκό, μία περιοχή με ακμαιότατο ελληνικό στοιχείο για πολλές δεκαετίες, ωστόσο ακόμα και σήμερα η συμβολή της τοπικής Ελληνορθόδοξης Επισκοπής του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας έχει τόσο μεγάλο και πολυσχιδές έργο στο περιβάλλον αυτό, που το Ορθόδοξο δόγμα έχει την κυρίαρχη θέση στο Θρησκευτικό Συμβούλιο του Κράτους!

Και στη βάση των παραπάνω αναδεικνύεται, ότι εκτός όλων των προαναφερθεισών παραμέτρων, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας μη έχοντας στη βάση της θεσμικής του διάστασης το στοιχείο του εθνοτικού, όπως φέρει λχ το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη βάση της Συνθήκη της Λωζάννης αλλά και άλλων διεθνών κειμένων, μπορεί το ίδιο να δημιουργήσει τις συνθήκες, ώστε, και όχι μόνο επειδή η Ελλάδα είναι μία αγαπητή χώρα, η Ελληνική Διπλωματία να συνεργαστεί και να ανανεώσει τις σχέσεις της με όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής, αλλά κυρίως της Αφρικής. Να αποτελέσει δηλαδή τον δίαυλο και τον ουσιαστικό Πρέσβη ανάμεσα σε Ελλάδα και μεσανατολικό και κυρίως αφρικανικό Κόσμο.

Αυτό φυσικά, εκτός από την κατίσχυση των εθνικών συμφερόντων στα κράτη αυτά, θα έχει και τον αντίκτυπο, ότι η Ελλάδα θα δημιουργήσει μόνη της τις συνθήκες στην περιοχή της, που οι δυνατές χώρες δεν θα μπορούν να παρακάμψουν τον ουσιαστικό ρόλο της.

*Η Δρ Άννα Κωνσταντινίδου είναι Ιστορικός- Διεθνολόγος, Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, ερευνήτρια της ίδιας Σχολής, Εξωτερική Συνεργάτιδα της Ανώτατης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου και μέλος και ερευνήτρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.).

πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top