
Η τελευταία ανακοίνωση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, ως απάντηση στις δηλώσεις της Άγκυρας για τα ελληνικά νησιά, την εγκατάσταση συστημάτων Patriot στην Κάρπαθο και την αποστολή τουρκικών μαχητικών στα Κατεχόμενα της Κύπρου, φωτίζει μια πραγματικότητα που διαμορφώνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια στην Ανατολική Μεσόγειο: την προσπάθεια της Τουρκίας να μετατρέψει μια γεωπολιτική κρίση σε εργαλείο αναθεωρητικής πολιτικής.
Η ελληνική θέση, όπως διατυπώθηκε από την εκπρόσωπο του ΥΠΕΞ Λένα Ζωχιού, είναι σαφής και εδράζεται σε δύο βασικούς άξονες. Πρώτον, οι ισχυρισμοί περί αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών χαρακτηρίζονται ανυπόστατοι. Και δεύτερον, η παράνομη τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για περαιτέρω στρατιωτικές κινήσεις.
Η επισήμανση αυτή δεν είναι απλώς μια διπλωματική απάντηση. Είναι υπενθύμιση μιας θεμελιώδους αρχής του διεθνούς δικαίου: μια παράνομη κατάσταση δεν δημιουργεί δικαιώματα.
Η Άγκυρα, αντιθέτως, επιχειρεί να ανασύρει μια παλαιά ρητορική περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Αιγαίου, επικαλούμενη τη Συνθήκη της Λωζάνης και τη Συνθήκη των Παρισίων. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η αντίδρασή της για την ανάπτυξη συστημάτων Patriot στην Κάρπαθο. Πρόκειται για μια γνωστή διπλωματική τακτική: η Τουρκία επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το ζήτημα της κατοχής κυπριακού εδάφους και της στρατιωτικής της παρουσίας στο νησί, προς μια τεχνητή αντιπαράθεση περί «παραβίασης συνθηκών» από την Ελλάδα.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο μιας ευρύτερης γεωπολιτικής κρίσης, με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να επηρεάζει τις ισορροπίες ασφαλείας σε ολόκληρη την περιοχή. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Κύπρος έχει αναδειχθεί σε κρίσιμο κόμβο σταθερότητας για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Δύση. Η ελληνική πλευρά, επισημαίνοντας ότι η συνδρομή προς την Κυπριακή Δημοκρατία έχει αμιγώς αμυντικό χαρακτήρα, ουσιαστικά επαναφέρει το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση: την προστασία ενός κράτους-μέλους της ΕΕ που εξακολουθεί να τελεί υπό κατοχή.
Η τουρκική αντίδραση, με την αναφορά ακόμη και στη λήψη «όλων των απαραίτητων μέτρων», δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη στρατηγική πίεσης που ασκεί η Άγκυρα εδώ και χρόνια. Η συζήτηση για αποστολή μαχητικών αεροσκαφών στα Κατεχόμενα εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων στο κυπριακό ζήτημα.
Δεν πρόκειται μόνο για στρατιωτική κίνηση. Πρόκειται για πολιτικό μήνυμα.
Η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει την παρουσία της στην Κύπρο ως «κανονικότητα», μετατρέποντας σταδιακά την κατοχή σε μια de facto γεωπολιτική πραγματικότητα. Κάθε νέα στρατιωτική εγκατάσταση ή μεταφορά εξοπλισμού υπηρετεί αυτή τη στρατηγική.
Η Αθήνα, από την πλευρά της, φαίνεται να ακολουθεί μια διαφορετική προσέγγιση. Η επιλογή να υπογραμμιστεί ότι η συνδρομή προς την Κύπρο έχει καθαρά αμυντικό χαρακτήρα δείχνει μια προσπάθεια να αποφευχθεί η κλιμάκωση της ρητορικής, χωρίς όμως να υπάρξει υποχώρηση στις βασικές θέσεις.
Αυτή η ισορροπία είναι κρίσιμη.
Η Ελλάδα οφείλει να αποφεύγει τον πειρασμό της επικοινωνιακής αντιπαράθεσης με την Άγκυρα, αλλά ταυτόχρονα να υπενθυμίζει σταθερά το βασικό γεγονός: ότι η Κύπρος παραμένει το μοναδικό κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ξένη στρατιωτική κατοχή στο έδαφός του.
Σε περιόδους γεωπολιτικής αστάθειας, οι ισορροπίες αλλάζουν γρήγορα. Οι κρίσεις όμως έχουν και μια ιδιότητα: αποκαλύπτουν ποιος υπερασπίζεται τη σταθερότητα και ποιος επιχειρεί να την εργαλειοποιήσει.
Και σε αυτή τη συγκυρία, η σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου περνά αναπόφευκτα από ένα βασικό ερώτημα: αν η διεθνής κοινότητα θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει την Κυπριακή κατοχή ως μια «παγωμένη σύγκρουση» ή ως ένα ανοιχτό ευρωπαϊκό ζήτημα ασφάλειας.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου