GuidePedia

0


Αυτό που για δεκαετίες αποτελούσε τον απόλυτο εφιάλτη των αναλυτών εθνικής ασφαλείας στην Ουάσιγκτον, είναι πλέον η νέα, σκληρή πραγματικότητα. Η απόφαση της Τεχεράνης να σφραγίσει τα Στενά του Ορμούζ, την κρισιμότερη ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη, έχει προκαλέσει παγκόσμιο σεισμό, αφήνοντας την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έκθετη μπροστά σε μια κρίση που -όπως αποκαλύπτεται- απέτυχε οικτρά να προβλέψει.
Σύμφωνα με πολλαπλές πηγές που γνωρίζουν το παρασκήνιο των επιχειρήσεων, το Πεντάγωνο και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (NSC) υποτίμησαν δραματικά την ετοιμότητα του Ιράν να προχωρήσει σε αυτή την κίνηση ως αντίποινα στα αμερικανικά στρατιωτικά πλήγματα.

Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας αποτυχίας

Η ομάδα εθνικής ασφαλείας του προέδρου Τραμπ φαίνεται πως βάδισε σε τεντωμένο σχοινί χωρίς δίχτυ προστασίας. Ενώ αξιωματούχοι από τα υπουργεία Οικονομικών και Ενέργειας συμμετείχαν σε ορισμένες συναντήσεις σχεδιασμού, οι αναλύσεις και οι προβλέψεις τους παραμερίστηκαν. Σε αντίθεση με προηγούμενες κυβερνήσεις, όπου η διυπηρεσιακή συνεργασία ήταν ο θεμέλιος λίθος της λήψης αποφάσεων, η τωρινή ηγεσία επέλεξε να στηριχθεί σε έναν «κλειστό κύκλο» έμπιστων συμβούλων.
Το αποτέλεσμα; Η προειδοποίηση για τις οικονομικές επιπτώσεις ενός κλεισίματος των Στενών θεωρήθηκε «δευτερεύουσα σκέψη». Η κυβέρνηση πίστευε ακράδαντα ότι το Ιράν δεν θα τολμούσε να κλείσει το πέρασμα, θεωρώντας ότι μια τέτοια κίνηση θα έπληττε την Τεχεράνη περισσότερο από την Ουάσιγκτον — μια εκτίμηση που βασίστηκε στις «κενές απειλές» του Ιράν μετά τα πλήγματα στις πυρηνικές του εγκαταστάσεις το περασμένο καλοκαίρι.

«Είμαι εμβρόντητος» – Η δυσπιστία των ειδικών

Η εικόνα στο πεδίο έχει αφήσει διπλωμάτες και στελέχη της αγοράς ενέργειας σε κατάσταση σοκ. «Ο σχεδιασμός για την αποτροπή αυτού ακριβώς του σεναρίου ήταν θεμελιώδης αρχή της αμερικανικής πολιτικής εδώ και δεκαετίες», δήλωσε πρώην αξιωματούχος που υπηρέτησε και σε Ρεπουμπλικανικές και σε Δημοκρατικές κυβερνήσεις. «Είμαι εμβρόντητος».
Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες εκπέμπουν σήμα κινδύνου. Τα αιτήματα προς το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ για στρατιωτική συνοδεία των τάνκερ απορρίπτονται το ένα μετά το άλλο. Οι στρατιωτικοί διοικητές στην περιοχή ξεκαθαρίζουν: δεν έχουν λάβει εντολές για συνοδεία, και οι κίνδυνοι από ιρανικά drones, πυραύλους και νάρκες παραμένουν «εξαιρετικά υψηλοί».

Το αδιέξοδο

Παρά το γεγονός ότι ο Υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, και ο Υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, διαβεβαιώνουν ότι οι συνοδείες θα ξεκινήσουν «μόλις είναι στρατιωτικά εφικτό», η πραγματικότητα είναι δυσοίωνη. Το Ναυτικό δηλώνει αδυναμία, καθώς τα μέσα του είναι απασχολημένα με επιθετικές επιχειρήσεις κατά των ιρανικών υποδομών.
Σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσει την καλπάζουσα τιμή της βενζίνης, ο Λευκός Οίκος εξετάζει ακραία μέτρα:Προσωρινή άρση κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο που είναι εγκλωβισμένο στη θάλασσα.
Αναστολή του νόμου Jones Act, για να επιτραπεί σε ξένα πλοία η μεταφορά καυσίμων μεταξύ αμερικανικών λιμανιών.

Χαλάρωση περιβαλλοντικών κανονισμών για την παραγωγή βενζίνης.
Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι αυτά είναι ημίμετρα. Όσο τα Στενά παραμένουν κλειστά, καμία γραφειοκρατική παρέμβαση δεν μπορεί να καλύψει το τεράστιο κενό στην παγκόσμια προσφορά.

Η στάση του Τραμπ: «Βραχυπρόθεσμος πόνος για μακροπρόθεσμο κέρδος»

Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ συνεχίζει να υποβαθμίζει την κρίση. Με αναρτήσεις του στο Truth Social, υποστήριξε μάλιστα ότι οι υψηλές τιμές πετρελαίου μπορεί να ωφελήσουν τις ΗΠΑ ως τον μεγαλύτερο παραγωγό παγκοσμίως, χωρίς όμως να διευκρινίσει ποιος ακριβώς επωφελείται όταν ο μέσος Αμερικανός πολίτης λυγίζει κάτω από το κόστος ζωής.

«Για να κερδίσεις στη ζωή, πρέπει να υποφέρεις βραχυπρόθεσμο πόνο για μακροπρόθεσμο κέρδος», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Κρις Ράιτ. Για τον Λευκό Οίκο, η καταστροφή της «αυτοκρατορίας του κακού», όπως αποκαλούν το Ιράν, και η αποτροπή του πυρηνικού του προγράμματος υπερέχουν οποιασδήποτε οικονομικής αναταραχής.

Ωστόσο, με τον νέο Ανώτατο Ηγέτη του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, να δηλώνει ότι τα Στενά θα παραμείνουν κλειστά ως «εργαλείο πίεσης», ο «βραχυπρόθεσμος πόνος» κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια παρατεταμένη παγκόσμια οικονομική ασφυξία. Το ερώτημα που πλανάται πλέον πάνω από την Ουάσιγκτον δεν είναι το αν θα υπάρξουν επιπτώσεις, αλλά το πόσο θα αντέξει η αμερικανική και η παγκόσμια οικονομία μέχρι να βρεθεί διέξοδος από το στρατηγικό αυτό αδιέξοδο.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top