GuidePedia

0

Του Γιώργου Χατζηθεοφάνους Μετά τις τελευταίες εξελίξεις που δρομολόγησε η Συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης μπήκε (ξανά) στην κουβέντα η Χάγη. Αρχίζουν να πληθαίνουν οι φωνές για την παραπομπή των ελληνοτουρκικών διαφορών στην κρίση των δικαστών του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στο πλαίσιο μιας ειρηνικής διευθέτησης απομακρύνοντας οριστικά το ενδεχόμενο μιας πολεμικής σύγκρουσης, μικρής ή μεγάλης έκτασης, μεταξύ των δύο χωρών.

Αναγκαία προϋπόθεση η προαπαιτούμενη συμφωνία (συνυποσχετικό) μεταξύ των δύο χωρών σχετικά με τα ζητήματα που θα θέσουν στην κρίση του δικαστηρίου αναγνωρίζοντας έτσι τη δικαιοδοσία του. Να επισημάνουμε πως η Τουρκία α) δεν έχει αναγνωρίσει την υποχρεωτική δικαιοδοσία του εν λόγω οργάνου του ΟΗΕ και β) καταψήφισε τη Σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας το 1982. Αντίθετα η Ελλάδα έχει επικυρώσει τη Σύμβαση του 1982 και έχει αναγνωρίσει την υποχρεωτική δικαιοδοσία του ΔΔΧ εξαιρώντας αρχικά (1994) διαφορές σχετικά με την αμυντική στρατιωτική δράση για λόγους εθνικής άμυνας (αφορά στην άμυνα των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου) και στη συνέχεια (2015) επί πλέον τις οριοθετήσεις των θαλασσίων ζωνών. Να επισημάνουμε επίσης πως η προτεινόμενη από κάποιους μονομερής προσφυγή της Ελλάδας στη Χάγη απαιτεί στη συνέχεια την αποδοχή της δικαιοδοσίας του ΔΔΧ από την Τουρκία. Κατά συνέπεια χωρίς συναίνεση δεν μπορεί το ΔΔΧ να εξετάσει επί της ουσίας την υπόθεση όπως άλλωστε συνέβη το 1976.

Η Ελλάδα μέχρι τώρα αναγνωρίζει ως μόνη διαφορά με την Τουρκία την οριοθέτηση της Υφαλοκρηπίδας ενώ η τελευταία επιθυμεί μια συνολική λύση σε όλα τα ζητήματα, τα οποία όμως προέκυψαν ως διαφορές εξαιτίας των δικών της, παράλογων πολλές φορές, διεκδικήσεων. Μεταξύ αυτών νησιά που σήμερα κατοικούνται από Έλληνες πολίτες όπως οι Οινούσσες, το Αγαθονήσι, οι Φούρνοι κι άλλα πολλά καθώς και η αποστρατικοποίηση των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου. Αντιλαμβάνεται ο καθένας πως είναι αδύνατο για την Ελλάδα να αναγνωρίσει τέτοιες διαφορές και να δεχθεί να μπουν αυτά τα ζητήματα στο συνυποσχετικό.

Πέραν όμως των όσων δημόσια λέγονται είναι εξαιρετικά απίθανο να μπει σε ένα συνυποσχετικό μόνο το θέμα της υφαλοκρηπίδας όπως είναι εξαιρετικά απίθανο να μπουν όλες οι διεκδικήσεις της Τουρκίας. Εάν οι δύο χώρες επιμείνουν στις θέσεις τους σημαίνει πως δεν θέλουν να πάνε στη Χάγη κι ότι η αναφορά σε αυτή είναι απλά ένας διπλωματικός ελιγμός που εξυπηρετεί συγκεκριμένες σκοπιμότητες.

Εάν όμως θέλουν να πάνε πραγματικά στη Χάγη τότε μέσα από τη διαπραγμάτευση που θα προηγηθεί για την σύνταξη του συνυποσχετικού σίγουρα θα μπει και η ΑΟΖ ενώ θεωρώ αναπόφευκτο να μπει και η χωρική θάλασσα (αιγιαλίτιδα ζώνη), ένα ζήτημα εξαιρετικά σοβαρό για την Ελλάδα με δεδομένο πως απειλείται, από το 1995 με πόλεμο (Casus Belli), από την Τουρκία εάν προβεί στην επέκτασή της πάνω από τα 6νμ. (Να σημειωθεί πως από το 1974 η απειλή αφορούσε μόνο στην επέκταση στα 12νμ κι όχι πάνω από τα 6νμ όπως διαμορφώθηκε το 1995). Από το εύρος των χωρικών υδάτων εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα και το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ αλλά και ο εναέριος χώρος στη βάση της αρχής «τα υπερκείμενα τοις υποκειμένοις». Η εξέταση της Χωρικής Θάλασσας θα ρυμουλκήσει εκ των πραγμάτων και το ζήτημα των αμφισβητούμενων, λόγω τουρκικών διεκδικήσεων, νησιών-βραχονησίδων που δεν μπορούν να εξαιρεθούν από τη διαδικασία αυτή ήτοι της οριοθέτησης των χωρικών υδάτων. Όχι όλων κι αυτό ίσως αποτελέσει το αντικείμενο πάνω στο οποίο θα κληθούν να δώσουν εξετάσεις οι διαπραγματευτές και από τις δύο πλευρές όπως φυσικά και στο ζήτημα της αποστρατικοποίησης των νήσων.

Το ερώτημα που μας απασχολεί όλους αφορά την τύχη της Χώρας στο Διεθνές Δικαστήριο, εάν τελικά οδηγηθούμε σ αυτό, και είναι εξαιρετικά δύσκολο να απαντηθεί. Το καθιστά ακόμη δυσκολότερο το γεγονός πως οι αποφάσεις του Δικαστηρίου πολλές φορές εμπεριέχουν πολιτικές σκοπιμότητες. Εκτός από τις δύο χώρες που συνθέτουν τη μικρή εικόνα, υπάρχει η αντίστοιχη μεγάλη που περιλαμβάνει σημαντικούς διεθνείς πόλους ισχύος που νοιάζονται για τα δικά τους συμφέροντα, τα οποία άμεσα ή έμμεσα θα επηρεάσει η απόφαση του δικαστηρίου με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Σύμφωνα με το άρθρο 121 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, η χωρική θάλασσα, η συνορεύουσα ζώνη, η αποκλειστική οικονομική ζώνη και η υφαλοκρηπίδα μιας νήσου καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στις άλλες ηπειρωτικές περιοχές. Συνεπώς τα νησιά έχουν Χωρική θάλασσα, Υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Οι βραχονησίδες όταν δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή έχουν μεν χωρική θάλασσα όχι όμως Υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.

Στο άρθρο 15 της Συμφωνίας καθορίζεται ως τρόπος οριοθέτησης των Χωρικών Υδάτων μεταξύ κρατών με έναντι ή προσκείμενες ακτές η αρχή της μέσης γραμμής. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται όπου ,λόγω ιστορικού τίτλου ή άλλων ειδικών περιστάσεων, παρίσταται ανάγκη να οριοθετηθούν οι χωρικές θάλασσες των δύο κρατών κατά διαφορετικό τρόπο. Απέναντι ή προσκείμενες ακτές, στο ζήτημα της οριοθέτησης των χωρικών υδάτων, υπάρχουν όμως μόνο όπου η απόσταση μεταξύ τους είναι μικρότερη των 24 νμ. (12 συν 12). Σε όλες τις άλλες ακτές, συμπεριλαμβανομένων νήσων και βραχονησίδων, δεν τίθεται ζήτημα «ειδικών περιστάσεων» σύμφωνα πάντα με το άρθρο αυτό της Σύμβασης.

Αν εξαιρέσουμε λοιπόν όλα τα νησιά-βραχονησίδες που απέχουν απόσταση μεγαλύτερη των 24 νμ από τις τουρκικές ακτές, όπου σύμφωνα πάντα με τη Σύμβαση η Ελλάδα έχει δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων μέχρι τα 12νμ, μένει να εξετάσουμε την οριοθέτηση των χωρικών υδάτων των υπολοίπων όπου δεν βλέπω την ύπαρξη «ειδικών περιστάσεων» απομάκρυνσης των δικαστών από την αρχή της μέσης γραμμής. Η Τουρκία βέβαια θέτει ζήτημα ειδικών περιστάσεων για όλα τα νησιά του Αιγαίου επειδή αποτελεί ημίκλειστη θάλασσα και στο πλαίσιο αυτό υποστηρίζει, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ότι δεν πρέπει η Ελλάδα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα πέραν των 6 νμ. Το επιχείρημα αυτό έχει πολιτική βάση και δεν μπορεί να υποστηριχθεί με βάση τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Προφανώς η Τουρκία μέσω της απαίτησης για συνολική διευθέτηση επιδιώκει πολιτική λύση.

Σε ότι αφορά στην οριοθέτηση της ΑΟΖ και της Υφαλοκρηπίδας θεωρώ πιο αδύναμη τη θέση μας, σε σχέση πάντα με την επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12νμ, διότι σύμφωνα με τα άρθρα 74 και 83 αντίστοιχα η οριοθέτηση σε κράτη με έναντι ή προσκείμενες ακτές γίνεται κατόπιν Συμφωνίας στο πλαίσιο δίκαιης λύσης. Πουθενά δεν γίνεται αναφορά σε μέση γραμμή αν και μια δίκαιη λύση ξεκινά πάντα από αυτή την αρχή. Η Τουρκία ισχυρίζεται πως η αναγνώριση ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδας στα νησιά του Αιγαίου συνιστά «κατάχρηση δικαιώματος» που παραβιάζει το άρθρο 300 της Σύμβασης και οδηγεί σε άδικο γι? αυτήν αποτέλεσμα (άρα όχι σε δίκαιη λύση). Στη βάση αυτή θεωρεί πως στο πλαίσιο μιας δίκαιης λύσης η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο πρέπει να γίνει με βάση τη μέση γραμμή μεταξύ των ηπειρωτικών ακτών των δύο χωρών δηλαδή δεν αναγνωρίζει υφαλοκρηπίδα στα νησιά ακόμη και αυτό της Εύβοιας. Είναι πολύ πιθανόν το δικαστήριο να μην αναγνωρίσει, στο πλαίσιο τήρησης ίσων αποστάσεων μεταξύ των δύο πλευρών, πλήρη επήρεια στα νησιά του Αιγαίου.

Ειδικά για το Σύμπλεγμα των νήσων της Μεγίστης (Καστελόριζο), υποστηρίζει πως δεν ανήκει στο Αιγαίο (θέση και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ) κι άρα, με βάση το μήκος των ακτών τους (μόνο των νησιών αυτών κι όχι συνολικά των νήσων του Αιγαίου) σε σχέση με τα απέναντι τουρκικά παράλια και στο πλαίσιο μια δίκαιης λύσης, δεν πρέπει να αναγνωριστεί υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ στα νησιά αυτά.

Εάν το ΔΔΧ αναγνωρίσει το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών μας υδάτων στο Αιγαίο στα 12 νμ τότε ελάχιστη σημασία έχει η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ στο χώρο αυτό (το 71,5% θα ανήκει στην Ελλάδα, το 8,5% στην Τουρκία και το 19,7 % θα είναι διεθνή ύδατα). Αυτό δεν ισχύει για την Κρήτη στην οποία όμως είναι εξαιρετικά απίθανο να μην αποδοθεί πλήρης επήρεια ειδικά στις νότιες ακτές της. Αντιλαμβάνεται ο καθένας λοιπόν γιατί η Τουρκία αμφισβητεί την ελληνικότητα νησιών και βραχονησίδων στο Αιγαίο.

Για το Σύμπλεγμα των νήσων της Μεγίστης πολύ πιθανόν να μην αναγνωριστεί πλήρης επήρεια. Στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα και η Κύπρος δεν θα μπορούν να οριοθετήσουν από κοινού ΑΟΖ διότι θα παρεμβάλλεται η αντίστοιχη της Τουρκίας. Μια πολύ κακή εξέλιξη με πολλές προεκτάσεις.

Στο δια ταύτα ο δρόμος προς τη Χάγη θα είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση που απαιτεί άριστη προετοιμασία και εξασφάλιση συμμαχιών με ισχυρούς παίκτες του διεθνούς συστήματος για την υποστήριξη των θέσεών μας. Κι αν υποθέσουμε πως η Ελλάδα βγει κερδισμένη στη Χάγη κανείς δεν μπορεί να μας υποσχεθεί ότι η Τουρκία θα εφαρμόσει την απόφαση του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχουν τα όργανα εκείνα που θα επιβάλλουν την εφαρμογή της και η μόνη επιλογή της Ελλάδας θα είναι η προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφάλειας του ΟΗΕ, τα ψηφίσματα, βέβαια, του οποίου για την Κύπρο ουδέποτε εφάρμοσε η Τουρκία. Καμιά απόφαση δικαστηρίου δεν πρόκειται να σταματήσει τον μαξιμαλισμό της Τουρκίας και τη διεκδίκηση, στο πλαίσιο του νεω-Οθωμανισμού, του χαρατσιού από τον πλούτο της ΝΑ Μεσογείου. Αντίθετα εάν η απόφαση είναι δυσμενής για τη Χώρα μας τότε θα χαθούν για πάντα σημερινά κυριαρχικά μας δικαιώματα. Να γιατί η προσφυγή στη Χάγη δεν πρόκειται να λύσει τα προβλήματα, όπως κάποιοι πιστεύουν, απέναντι σε έναν κακό και δύστροπο γείτονα που αποτελεί μοναδική περίπτωση διεθνών σχέσεων. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι λάθος η εκάστοτε Ελληνική Κυβέρνηση να επικαλείται την ανάγκη προσφυγής στο ΔΔΧ για προφανείς λόγους.

Φτάσαμε ως εδώ εξαιτίας της ανοχής, που επιδείξαμε, εδώ και δεκαετίες, στις παράλογες διεκδικήσεις της Τουρκίας, στο όνομα της ειρήνης. Η επιλογή του κατευνασμού, αντί μιας αποτελεσματικής εθνικής στρατηγικής, όχι μόνο δεν απέδωσε αλλά οδήγησε την Τουρκία στην σταδιακή αναβάθμιση των διεκδικήσεών της για να φθάσει τελικά στο σημείο να αμφισβητεί την ελληνικότητα του μισού Αιγαίου και να υπογράφει συμφωνία με τη Λιβύη εξαφανίζοντας από το χάρτη τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη. Κομβικό σημείο η «αποδοχή» του casus belli στην επέκταση των χωρικών μας υδάτων πέραν των 6νμ. Νομίζουμε λανθασμένα πως έτσι θα αποφύγουμε τον πόλεμο. Μονόδρομος για την αντιμετώπιση της μαξιμαλιστικής Τουρκίας η αναβάθμιση της αποτροπής με την εξασφάλιση της απαιτούμενης εθνικής ισχύος (δεν αφορά μόνο τις Ένοπλες Δυνάμεις και τους εξοπλισμούς), για την υποστήριξη των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων χωρίς την προσφυγή σε πόλεμο. Κι αυτό προϋποθέτει μια ισχυρή οικονομία και εκπόνηση μιας αποτελεσματικής εθνικής στρατηγικής μέσα από ένα νέο κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο!!!

* Ο Γιώργος Χατζηθεοφάνους είναι υποστράτηγος ε.α., οικονομολόγος.

πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top