GuidePedia

0

Με ποιος τρόπους σχεδιάζουν τη στρατηγική τους για τα επόμενα χρόνια ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία, Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία

Οι έξι παγκόσμιες υπερδυνάμεις (ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία, Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία) προσεγγίζουν τον επαναπροσδιορισμό των διεθνών σχέσεων βάσει τόσο της εμπειρίας όσο και των στόχων τους.
Σαφώς, σκοπεύουν πρώτα να υπερασπιστούν τα δικά τους συμφέρονται και κατόπιν να μας αποκαλύψουν το όραμά τους για τον νέο κόσμο που δημιουργείται.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ από την Συρία υποδεικνύει ότι η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί πλέον να είναι ο «χωροφύλακας» του πλανήτη.
Αυτό μπορεί να αποδιοργανώσει τις βάσεις και τους κανόνες του συνόλου των διεθνών σχέσεων.
Είναι ολοφάνερο ότι έχουμε εισέλθει σε μία περίοδο μετάβασης, κατά τη διάρκεια της οποίας κάθε υπερδύναμη θα διεκδικήσει μία νέα ατζέντα.

ΗΠΑ

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ μπορούσε να είχε οδηγήσει στην κατάρρευση και των ΗΠΑ καθώς οι δύο υπερδυνάμεις συνδέονταν στενά.
Αυτό δεν συνέβη.
Ο πρόεδρος George Bush Sr., εξασφάλισε μέσω της επιχείρησης «Καταιγίδα της Ερήμου» (Operation Desert Storm) η Ουάσιγκτον να καταστεί ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης όλων των εθνών, κατόπιν αν αποστρατεύσει ένα εκατ. στρατιώτες και στο τέλος να ανακηρύξει την εκστρατεία για την ευημερία.
Κατόπιν οι πολυεθνικές εταιρείες φρόντισαν να υπογράψουν συμβόλαια με τον Deng Xiaoping, προκειμένου τα προϊόντα τους να κατασκευάζονται στην Κίνα, όπου ο μέσος εργαζόμενος λαμβάνει 20 φορές λιγότερα από τον αντίστοιχο Αμερικανό.

Αυτό οδήγησε στη σημαντική ενίσχυση των διεθνών μεταφορών προϊόντων, οδηγώντας στην καταστροφή θέσεων εργασίας αλλά και της μεσαίας τάξης των ΗΠΑ.
Τον βιομηχανικό καπιταλισμό αντικατέστησε ο οικονομικός καπιταλισμός.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ο Igor Panarin, καθηγητής στη Russian Diplomatic Academy, ανέλυσε την οικονομική και ψυχική κατάρρευση της αμερικανικής κοινωνίας.
Υπέθεσε ότι η χώρα θα διαλύονταν όπως η ΕΣΣΔ και θα δημιουργούνταν νέες.
Προκειμένου να αποφύγει αυτήν την κατάρρευση ο Bill Clinton «απελευθέρωσε» τις ΗΠΑ από την υποχρέωση να υπακούν στους διεθνείς κανόνες δικαίου, μέσω της επίθεσης του ΝΑΤΟ ενάντια στη Γιουγκοσλαβία.

Καθώς η προσπάθεια αυτή αποδείχθηκε ανεπαρκής, οι προσωπικότητες των ΗΠΑ είχαν τη φαντασίωςση ότι προσαρμόζουν τη χώρα τους στον οικονομικό καπιταλισμό και οργάνωσαν, με βία, το διεθνές εμπόριο, ώστε η επόμενη περίοδος να είναι ένας "νέος αμερικανικός αιώνας".
Με τον George Bush Jr., οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέλειψαν τη θέση τους ως ηγετικό έθνος και προσπάθησαν να μετατραπούν σε μια απόλυτη μονοπωλιακή δύναμη.
Ξεκίνησαν τον «ατελείωτο πόλεμο» ή «τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» για να καταστρέψουν ένα προς ένα όλες τις κρατικές δομές στην «ευρύτερη Μέση Ανατολή». 

Ο Barack Obama συνέχισε αυτή την πολιτική, φροντίζοντας να βρει και αρκετούς συμμάχους.
Αυτή η πολιτική εξόφλησε, αλλά μόνο λίγοι επωφελήθηκαν, οι "υπερ-πλούσιοι".
Οι Αμερικανοί απάντησαν επιλέγοντας τον Donald Trump ως πρόεδρο του ομοσπονδιακού κράτους.
Τα «έσπασε» με τους προκατόχους του και, όπως ο Mikhail Gorbachev στην ΕΣΣΔ και προσπάθησε να σώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, ανακουφίζοντας από τις πιο δαπανηρές δεσμεύσεις τους.
Ενίσχυσε την οικονομία, ενθαρρύνοντας τις εθνικές βιομηχανίες σε σύγκριση με εκείνες που είχαν μεταφέρει τις θέσεις εργασίας τους στο εξωτερικό.
Επιδότησε την εξόρυξη σχιστολιθικού πετρελαίου και κατάφερε να πάρει τον έλεγχο της παγκόσμιας αγοράς υδρογονανθράκων παρά τη σύμπραξη που συγκροτήθηκε από τον ΟΠΕΚ και τη Ρωσία.
Έχοντας επίγνωση του ότι ο στρατός του είναι πρωτίστως μια τεράστια γραφειοκρατική δομή, με αποτέλεσμα να χάνει τεράστια κεφάλαια με αμφίβολα αποτελέσματα, σταμάτησε να στηρίζει Daesh και PKK και διαπραγματεύτηκε με τη Ρωσία έναν τρόπο να τερματιστεί ένας ακόμη «ατελείωτος πόλεμος» με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες.
Κατά την προσεχή περίοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κατευθύνονται κυρίως από την ανάγκη εξοικονόμησης σε όλες τις ενέργειές τους στο εξωτερικό, τις οποίες θα εγκαταλείψουν εάν το κρίνουν απαραίτητο.
Το τέλος του ιμπεριαλισμού δεν είναι επιλογή, αλλά υπαρξιακή ερώτηση, αντανακλαστικό επιβίωσης.

Κίνα

Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Zhao Ziyang και την εξέγερση στην Πλατεία Tiananmen, ο Deng Xioping ξεκίνησε το ταξίδι του στο νότο.
Ανέφερε ότι η Κίνα θα συνεχίσει την οικονομική απελευθέρωσή της, συνάπτοντας συμβάσεις με τις πολυεθνικές των ΗΠΑ.

Ο Jiang Zemin συνέχισε σε αυτή την πορεία.
Οι παραθαλάσσιες περιοχές της χώρας έγιναν το «εργαστήριο του πλανήτη», οδηγώντας σε γιγαντιαία οικονομική ανάπτυξη.
Σταδιακά καθάρισε το Κομμουνιστικό Κόμμα από τις «κακίες του» και διασφάλισε ότι οι οι καλώς αμειβόμενες θέσεις εργασίας θα επεκταθούν και στην ενδοχώρα.
Ο Hu Jintao, που εξέφρασε την ανησυχία του για μια "αρμονική κοινωνία», κατάργησε τους φόρους που κατέβαλλαν οι αγρότες στις εσωτερικές περιοχές που δεν επηρεάζονται από την οικονομική ανάπτυξη.

Ωστόσο, δεν κατάφερε να ελέγξει τις περιφερειακές αρχές και υπήρξαν αρκετά σκάνδαλα διαφθοράς.
Ο Xi Jinping φρόντισε να ανοίξει νέες αγορές δημιουργώντας ένα τεράστιο έργο διεθνών εμπορικών οδών, τον επονομαζόμενο «Νέο Δρόμο του Μεταξιού».
Ωστόσο, αυτό το έργο ήρθε πολύ αργά, διότι, αντίθετα με την αρχαιότητα, η Κίνα δεν προσφέρει πλέον πρωτότυπα προϊόντα, αλλά απλά κρατικές εταιρείες που πωλούν τα προϊόντα τους πιο φθηνά.
Το έργο αυτό χαιρετίστηκε ως ευλογία από τις φτωχές χώρες, αλλά οι πιο πλούσιες το φοβήθηκαν και προσπαθούν να το σαμποτάρουν.
Ο Xi Jinping «κατακτά»σε όλα τα νησάκια που είχε εγκαταλείψει η χώρα του στη Θάλασσα της Κίνας, κατά την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας Qing και τα οποία κατείχαν ξένοι στρατοί.
Έχοντας επίγνωση της καταστροφικής δύναμης της Δύσης, σχημάτισε συμμαχία με τη.
Κατά την προσεχή περίοδο, η Κίνα θα πρέπει να επιβεβαιώσει τις θέσεις της σε διεθνή φόρα, έχοντας κατά νου τι επέβαλαν οι αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες τον 19ο αιώνα.
Αλλά θα πρέπει να απέχει από στρατιωτική παρέμβαση και να παραμείνει αυστηρά οικονομική δύναμη.

Ρωσία

Όταν η ΕΣΣΔ κατέρρευσε, οι Ρώσοι πίστευαν ότι θα σωθούν ακολουθώντας το δυτικό μοντέλο.
Στην πραγματικότητα, η ομάδα του Boris Yeltsin, εκπαιδευμένη από τη CIA, οργάνωσε τη λεηλασία της κρατικής ιδιοκτησίας από λίγα άτομα.
Σε δύο χρόνια, περίπου εκατό από αυτά, πήραν τα πάντα και έγιναν δισεκατομμυριούχοι.
Αυτοί οι νέοι ολιγάρχες πολέμησαν ο ένας τον άλλον ανελέητα με πολυβόλα και επιθέσεις στη μέση της Μόσχας, ενώ ο πρόεδρος Yeltsin βομβάρδισε το κοινοβούλιο.
Χωρίς πραγματική κυβέρνηση, η Ρωσία δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα ναυάγιο.
Οι πολέμαρχοι και οι τζιχαντιστές οπλισμένοι από τη CIA οργάνωσαν την απόσχιση της Τσετσενίας.
Το βιοτικό επίπεδο και το προσδόκιμο ζωής κατέρρευσαν.

Το 1999, ο διευθυντής της FSB, Vladimir Putin έσωσε τον Yeltsin από μία έρευνα για διαφθορά.
Σε αντάλλαγμα, διορίστηκε Πρόεδρος του Συμβουλίου Υπουργών, μία θέση στην οποία απέκτησε αρκετή δύναμη ώστε να πιέσει τον Yeltsin σε παραίτηση.
Έθεσε σε εφαρμογή μια τεράστια πολιτική αποκατάστασης του κράτους: τερμάτισε τον εμφύλιο πόλεμο στην Τσετσενία και σκότωσε μεθοδικά όλους τους ολιγάρχες που αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με το κράτος.
Η επιστροφή της τάξης ήταν επίσης το τέλος της ρωσικής δυτικής φαντασίας.
Τα πρότυπα διαβίωσης και το προσδόκιμο ζωής βελτιώθηκαν.
Αφού αποκατέστησε το κράτος δικαίου, ο Putin μετά από οκτώ χρόνια στην προεδρία, θέλησε να αποχωρήσει.

Διάλεξε να τον διαδεχθεί ένας αδύναμος καθηγητής Δικαίου, τον οποίο λάτρεψαν οι ΗΠΑ, ο Dmitri Medvedev.
δεν συμφώνησε για επανεκλογή μετά από δύο διαδοχικούς όρους.
Αλλά χωρίς να σκοπεύει να αφήσει την εξουσία σε αδύναμα χέρια, διορίστηκε πρωθυπουργός μέχρι την επανεκλογή του ως Προέδρου το 2012.
Πιστεύοντας εσφαλμένα ότι η Ρωσία θα καταρρεύσει ξανά, η Γεωργία επιτέθηκε στη Νότια Οσετία, αλλά αμέσως βρήκε τον πρωθυπουργό Putin μπροστά της.
Τότε είδε την κακή κατάσταση του Κόκκινου Στρατού, αλλά κατάφερε να το ξεπεράσει χάρις στην έκπληξη. Αφού εκλέχθηκε εκ νέου πρόεδρος, επικεντρώθηκε στην αμυντική μεταρρύθμιση.
Οδήγησε σε αποστρατεία εκατοντάδες χιλιάδες απογοητευμένους (και μερικές φορές αλκοολικούς) αξιωματικούς και έβαλε στο υπουργείο Άμυνας τον στρατηγό (έναν άνθρωπο που μιλά τουρκικά και κατάγεται από τη Σιβηρία) Sergei Choïgou.

Με την υιοθέτηση ενός παραδοσιακού ρωσικού στυλ διαχείρισης, ο Putin διαχώρισε τον πολιτικό προϋπολογισμό από μέρος του στρατιωτικού προϋπολογισμού.
Ανανέωσε τη στρατιωτική έρευνα, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες φαντάστηκαν ότι δεν θα έπρεπε πλέον να επενδύει σε αυτόν τον τομέα.
Έλεγξε πολλά νέα όπλα πριν αναπτύξει τον νέο Κόκκινο Στρατό για να βοηθήσει τη Συρία.
Πειραματίστηκε με τα νέα του όπλα σε καταστάσεις μάχης και αποφάσισε ποια θα κατασκευαστούν και ποια θα εγκαταλειφτούν.
Οργάνωσε μια τριμηνιαία εναλλαγή των στρατευμάτων του έτσι ώστε όλοι τους, το ένα μετά το άλλο, να γίνουν ισχυρότερα.

Η Ρωσική Ομοσπονδία, η οποία το 1991 δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τίποτα, έγινε η κορυφαία στρατιωτική δύναμη στον κόσμο σε δεκαοκτώ χρόνια.
Ταυτόχρονα, χρησιμοποίησε το ναυτικό πραξικόπημα στην Ουκρανία για να ανακτήσει την Κριμαία, μια ρωσική επικράτεια που συνδέθηκε διοικητικά με την Ουκρανία από τον Nikita Khrushchev.
Στη συνέχεια, αντιμετώπισε μια εκστρατεία κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά τη χρησιμοποίησε προκειμένου να αυξήσει την εγχώρια γεωργική παραγωγή.
Οργάνωσε συμμαχία με την Κίνα και την ανάγκασε να τροποποιήσει το project του «Νέου Δρόμου του Μεταξιού», ώστε να επωφεληθεί και να δημιουργήσει μία «εταιρική σχέση με την Ευρασία».
Τα επόμενα χρόνια, η Ρωσία θα προσπαθήσει να αναδιοργανώσει τις διεθνείς σχέσεις σε δύο βάσεις: να χωρίσει τις πολιτικές και θρησκευτικές δυνάμεις και να αποκαταστήσει το διεθνές δίκαιο με βάση τις αρχές που διατύπωσε ο Τσάρος Νικόλαος Β.

Βρετανία

Όταν έπεσε η ΕΣΣΔ, το Ηνωμένο Βασίλειο υπέγραψε αλλά με επιφυλάξεις τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.
Ο συντηρητικός πρωθυπουργός John Major σκόπευε να επωφεληθεί από το υπερεθνικό κράτος υπό κατασκευή, διατηρώντας παράλληλα το νόμισμά του.
Έτσι χάρηκε όταν ο George Soros επιτέθηκε στη λίρα και την έδιωξε από το EMS.
 
Ο διάδοχός του, ο Εργατικός Tony Blair, αποκατέστησε την πλήρη ανεξαρτησία της Τράπεζας της Αγγλίας και σκέφθηκε να φύγει από την ΕΕ για να συμμετάσχει στη NAFTA.
Μεταμόρφωσε την υπεράσπιση των συμφερόντων της χώρας του, αντικαθιστώντας τις παραπομπές στα ανθρώπινα δικαιώματα με το σεβασμό του διεθνούς δικαίου.
Προήγαγε τις αμερικανικές πολιτικές του Bill Clinton, του George Bush Jr., ενθάρρυνε και δικαιολόγησε τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον «ανθρωπιστικό πόλεμο» εναντίον του Κοσσυφοπεδίου και την ανατροπή του Saddam Hussein.
Το 2006, ανέπτυξε το σχέδιο "Αραβική Άνοιξη" και το υπέβαλε στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Gordon Brown δίστασε να ακολουθήσει αυτή την πολιτική και προσπάθησε να ξανακερδίσει ένα περιθώριο ελιγμών, αλλά η ενέργειά του συνέπεσε με την οικονομική κρίση του 2008.
Ο David Cameron εφάρμοσε με τον Barack Obama το σχέδιο Blair - Bush για την «Αραβική Άνοιξη», συμπεριλαμβανομένου του πολέμου ενάντια στη Λιβύη, αλλά τελικά κατάφερε μόνο εν μέρει να τοποθετήσει την Αδελφότητα των Μουσουλμάνων στην εξουσία στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. 

Τελικά, παραιτήθηκε μετά την ψηφοφορία των ψηφοφόρων του Brexit, όταν το σχέδιο για την ένταξη της Βρετανίας στη NAFTA δεν ήταν πλέον στην ημερήσια διάταξη.
Η Theresa May πρότεινε να εφαρμοστεί του Brexit όσον αφορά την έξοδο του υπερεθνικού κράτους από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, αλλά όχι όσον αφορά την έξοδο από την κοινή αγορά.
Απέτυχε και αντικαταστάθηκε από τον βιογράφο του Winston Churchill, Boris Johnson.
Αυτός αποφάσισε να εγκαταλείψει πλήρως την Ευρωπαϊκή Ένωση και να επανενεργοποιήσει την παραδοσιακή εξωτερική πολιτική του βασιλείου: την καταπολέμηση κάθε ανταγωνιστικού κράτους στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Αν ο Boris Johnson παραμείνει στην εξουσία, το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να προσπαθήσει τα επόμενα χρόνια να στρέψει ΕΕ και Ρωσία τη μία ενάντια στην άλλη.

Γαλλία

Ο Francois Mitterrand δεν καταλάβαινε τι ακριβώς συνέβη με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, φθάνοντας μέχρι του σημείου να υποστηρίξει το χάος των στρατηγών εναντίον του Ρώσου ομόλογό του Gorbachev.
Σε κάθε περίπτωση είδε την ευκαιρία να οικοδομήσει ένα ευρωπαϊκό υπερεθνικό κράτος, αρκετά μεγάλο για να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και την Κίνα στη συνέχεια της προσπάθειας του Ναπολέοντα. 

Μαζί με τον Καγκελάριο Helmut Kohl, προώθησε τη γερμανική ενοποίηση και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Ανησυχώντας για το σχέδιο αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, ο πρόεδρος George Bush Sr., πεπεισμένος για το «δόγμα Wolfowitz» για την πρόληψη της εμφάνισης ενός νέου αμφισβητία στην ηγεσία των ΗΠΑ, τον ανάγκασε να δεχθεί την προστασία του ΝΑΤΟ και επέβαλε την επέκταση της ΕΕ σε κράτη που στο παρελθόν ήταν μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας.
Ο François Mitterrand χρησιμοποίησε τη συνύπαρξη και τον γκολικό υπουργό Εσωτερικών, τον Charles Pasqua, για να «πουλήσει» την άποψη ότι η CIA τον ανάγκασε να πολεμήσει τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και ότι η MI6 έδιωξε τη Γαλλία από την Αλγερία.

Ο Jacques Chirac ανέπτυξε τη γαλλική αποτροπή, ολοκληρώνοντας τις πυρηνικές δοκιμές στον αέρα στον Ειρηνικό, προτού προχωρήσει σε προσομοιώσεις και υπογράψει τη Συνθήκη για την Πλήρη Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών (CTBT).
Ταυτόχρονα, προσάρμοσε τον γαλλικό στρατό στις ανάγκες του ΝΑΤΟ, ολοκληρώνοντας την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και ενσωματώνοντας τη στρατιωτική επιτροπή (σχεδιασμού) της Συμμαχίας.
Υποστήριξε την πρωτοβουλία του ΝΑΤΟ εναντίον της Γιουγκοσλαβίας (πόλεμος του Κοσσυφοπεδίου), αλλά μετά την ανάγνωση και τη μελέτη της «11ης Σεπτεμβρίου 2001, το Μεγάλο Ψέμα», ανέλαβε την ηγεσία της παγκόσμιας αντιπολίτευσης στην επιθετικότητα εναντίον του Ιράκ.
Αυτό το επεισόδιο του επέτρεψε να δεσμευτεί με τον Καγκελάριο Kohl και να προωθήσει το ευρωπαϊκό υπερεθνικό κράτος, το οποίο πάντα αντιλαμβάνονταν ως εργαλείο ανεξαρτησίας γύρω από το γαλλο-γερμανικό άξονα. 

Μετά από τη δολοφονία του επιχειρηματικού συνεργάτη του Rafik Hariri, στράφηκε εναντίον της Συρίας, την οποία οι ΗΠΑ θεώρησαν ως υπεύθυνη γι’ αυτήν την πράξη.
Υποστηρίζοντας μια ριζικά διαφορετική πολιτική, ο Nicolas Sarkozy έβαλε το γαλλικό στρατό υπό αμερικανική διοίκηση μέσω της Ολοκληρωμένης Διοίκησης του ΝΑΤΟ.
Προσπάθησε να διευρύνει τη γαλλική περιοχή επιρροής οργανώνοντας την Ένωση για τη Μεσόγειο, αλλά αυτό το έργο δεν λειτούργησε.
Αποδείχθηκε ότι αξίζει τον κόπο να ανατρέψει τον Laurent Bagbo στην Ακτή του Ελεφαντοστού και, αν και ξεπεράστηκε από τις αραβικές πηγές στην Τυνησία και την Αίγυπτο, οδήγησε το ΝΑΤΟ κατά της Λιβύης και της Συρίας.
Ωστόσο, για λόγους ρεαλισμού, στήριξε τη συριακή αντίσταση και αποχώρησε από το θέατρο της επιχείρησης. Συνέχισε την οικοδόμηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης υιοθετώντας τη Συνθήκη της Λισαβόνας, παρόλο που οι ψηφοφόροι απέρριψαν το ίδιο κείμενο με το όνομα του «Ευρωπαϊκού Συντάγματος».
Στην πραγματικότητα, η τροποποίηση των θεσμών, που υποτίθεται ότι θα καταστούν αποτελεσματικότερες με 27 κράτη μέλη, μετασχηματίζουν βαθιά το υπερεθνικό κράτος, το οποίο τώρα μπορεί να επιβάλει τη βούλησή του στα κράτη μέλη.

Φτάνοντας στην εξουσία χωρίς να προετοιμαστεί για αυτό, ο François Hollande ακολούθησε τα βήματα του Sarkozy με έναν κάπως άκαμπτο τρόπο.
Υπέγραψε όλες τις συνθήκες που είχε διαπραγματευτεί ο προκάτοχός του - συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Συμφώνου Προϋπολογισμού που επέτρεπε την επιβολή κυρώσεων στην Ελλάδα – αλλά κάθε φορά έμοιαζε να ζητά συγνώμη.
Έτσι, ενέκρινε την ίδρυση στρατιωτικών βάσεων του ΝΑΤΟ στο γαλλικό έδαφος, θέτοντας ένα οριστικό τέλος στο δόγμα της γαλλικής εθνικής ανεξαρτησίας.
Ή συνέχισε την πολιτική επιθετικότητας εναντίον της Συρίας, κάνοντας μια λεκτική
Εκλεγμένος χάρη στο αμερικανικό επενδυτικό ταμείο KKR, ο Emmanuel Macron είναι πρωτίστως υπέρμαχος της παγκοσμιοποίησης όπως την αντιλαμβάνονταν οι Bill Clinton, George Bush Jr. και Barack Obama.

Εντούτοις, υιοθέτησε γρήγορα το όραμα του François Mitterrand και του Jacques Chirac, σύμφωνα με το οποίο μόνο ένα ευρωπαϊκό υπερεθνικό κράτος θα επέτρεπε στη Γαλλία να συνεχίσει να διαδραματίζει σημαντικό διεθνή ρόλο, στηρίζοντας, όμως, ταυτόχρονα και την πολιτική ότι «η Ένωση επιβάλλει και περιορισμούς».
Αυτές οι δύο γραμμές οδηγούν μερικές φορές σε αντιφάσεις, ιδίως όσον αφορά τη Ρωσία.
Ωστόσο, είναι νάντια σε μια καταδίκη του εθνικισμού των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενός μικρού Brexit ή μιας επιθυμίας να αποκατασταθεί το εμπόριο με το Ιράν.
Κατά τα επόμενα έτη, η Γαλλία θα πρέπει να μετρήσει τις αποφάσεις της όσον αφορά τον αντίκτυπό τους στην οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Θα επιδιώξει ως προτεραιότητα να έχει σύμμαχο κάθε δύναμη που εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση.

Γερμανία

Ο Καγκελάριος Helmut Kohl είδε τη διάλυση της ΕΣΣΔ ως ευκαιρία να ενώσει τις δύο Γερμανίες.
Έλαβε το πράσινο φως από τη Γαλλία σε αντάλλαγμα για τη γερμανική υποστήριξη για το σχέδιο ενιαίου νομίσματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ευρώ.
Πήρε επίσης το «ΟΚ» των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες το θεώρησαν ως έναν τρόπο εκτροπής του ανατολικογερμανικού στρατού στο ΝΑΤΟ παρά την υπόσχεση που δόθηκε στη Ρωσία να μην επιτρέψει στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας να ενταχθεί στο Σύμφωνο.
Μόλις επιτευχθεί η επανένωση της Γερμανίας, ο καγκελάριος Gerhard Schröder έθεσε το ζήτημα του διεθνούς ρόλου της χώρας του, αν και βρίσκονταν ακόμη υπό τη σκιά «επίθεσης» από την ήττα του στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Παρόλο που η Γερμανία δεν καταλαμβάνεται στρατιωτικά από τις τέσσερις μεγάλες δυνάμεις, φιλοξενεί παρόλα αυτά μεγάλο αριθμό αμερικανικών στρατευμάτων και την έδρα της EuCom και σύντομα την AfriCom. Ο Schröder χρησιμοποίησε τον «ανθρωπιστικό» πόλεμο εναντίον του Κοσσυφοπεδίου για να «βγάλει» νόμιμα γερμανικά στρατεύματα από τη χώρα για πρώτη φορά από το 1945.
Αλλά αρνήθηκε να αναγνωρίσει αυτό το έδαφος που κατέκτησε το ΝΑΤΟ ως κράτος.
Ομοίως, συντάχθηκε ε με τον Chirac κατά του βρετανικού πολέμου στο Ιράκ, τονίζοντας ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο Saddam Hussein συμμετείχε στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.
Προσπάθησε να επηρεάσει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με ειρηνικό τρόπο.
Συνεπώς, ενίσχυσε τους ενεργειακούς δεσμούς με τη Ρωσία και πρότεινε μια ομοσπονδιακή Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας μακροπρόθεσμα) με βάση το γερμανικό πρότυπο, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπος με τις γαλλικές αντιρρήσεις, καθώς η Γερμανία πολύ συνδεδεμένη με το σχέδιο του υπερεθνικού κράτους.

Η καγκελάριος Angela Merkel επέστρεψε στην πολιτική του μέντορα της Helmut Kohl, ο οποίος την παρέδωσε σε μία νύχτα από τις ευθύνες της στην Κομμουνιστική Νεολαία της Δημοκρατικής Γερμανίας στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Γερμανίας.
Ελεγχόμενη στενά από τη CIA, η οποία δεν είναι σίγουρη πώς να την «χειριστεί» ενίσχυσε τους δεσμούς της Γερμανίας με το Ισραήλ και τη Βραζιλία.
Το 2013, στην πρόταση της Hillary Clinton, ζήτησε από τον Volker Pethes να μελετήσει τη δυνατότητα ανάπτυξης του γερμανικού στρατού για να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην CentCom εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταφέρουν τα στρατεύματά τους στην Άπω Ανατολή.
Στη συνέχεια ανέθεσε μελέτες σχετικά με το πώς οι Γερμανοί αξιωματικοί θα μπορούσαν να εποπτεύουν τους στρατούς της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και ζήτησαν από τον Volker Perthes να γράψει ένα σχέδιο για την παράδοση της Συρίας. 

Πολύ προσκολλημένη στις ατλαντικές και ευρωπαϊκές δομές, απομακρύνθηκε από τη Ρωσία και υποστήριξε το ναζιστικό πραξικόπημα στην Ουκρανία.
Για να είναι αποτελεσματική, ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιβάλει τη βούλησή της σε μικρά κράτη μέλη (Συνθήκη της Λισαβόνας).
Ήταν πολύ σκληρή κατά τη διάρκεια της ελληνικής χρηματοπιστωτικής κρίσης και έβαλε υπομονετικά τα πιόνια της στην ευρωπαϊκή γραφειοκρατία μέχρις ότου εκλέχτηκε ως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η κ. Ursula von der Leyen.
Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρθηκαν από τη βόρεια Συρία, απάντησε αμέσως προτείνοντας στο ΝΑΤΟ να στείλει το γερμανικό στρατό για να τις αντικαταστήσει σύμφωνα με το σχέδιο του 2013.
Στα επόμενα χρόνια, η Γερμανία θα πρέπει να επικεντρωθεί στις δυνατότητες στρατιωτικής παρέμβασης στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή, και να επιδείξει προσοχή στο σχέδιο ενός κεντρικού ευρωπαϊκού υπερεθνικού κράτους.

Οι σκοπιμότητες

Είναι πολύ περίεργο σήμερα να ακούμε για «πολυμέρεια» και «απομόνωση» ή για «οικουμενικότητα» και «εθνικισμό».
Αυτά τα ερωτήματα δεν προκύπτουν επειδή όλοι γνωρίζουν από τη Διάσκεψη της Χάγης (1899) ότι η τεχνολογική πρόοδος έχει κάνει όλα τα έθνη αλληλέγγυα.
Αυτή η λογοδιάρροια δεν κρύβει την αδυναμία μας να δεχτούμε τις νέες σχέσεις εξουσίας και να προβλέψουμε μια παγκόσμια τάξη που είναι όσο το δυνατόν πιο άδικη.
Μόνο οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα) μπορούν να ελπίζουν ότι θα έχουν τα μέσα για να εφαρμόσουν τις πολιτικές τους.
Μπορούν μόνο να επιτύχουν τους στόχους τους χωρίς πόλεμο ακολουθώντας τη ρωσική γραμμή που βασίζεται στο διεθνές δίκαιο.
Ωστόσο, ο κίνδυνος εσωτερικής πολιτικής αστάθειας στις Ηνωμένες Πολιτείες αυξάνει περισσότερο από ποτέ τον κίνδυνο μιας γενικευμένης αντιπαράθεσης.
Όταν έφυγαν από την Ένωση, οι Βρετανοί αναγκάστηκαν να ενταχθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες ή να εξαφανιστούν πολιτικά.
Ενώ η Γερμανία και η Γαλλία, χάνουν έδαφος, δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να χτίσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, προς το παρόν, αξιολογούν τον διαθέσιμο χρόνο πολύ διαφορετικά και το εξετάζουν με δύο ασυμβίβαστους τρόπους, οι οποίοι θα μπορούσαν να τις οδηγήσουν να διαταράξουν την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.

πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.

Δημοσίευση σχολίου