GuidePedia

0

του Κώστα Υφαντή *
Όταν το AKP ανήλθε στην εξουσία το 2002 κατόρθωσε να οικοδομήσει μία πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική επενδύοντας στην ιδέα ενός αναδυόμενου περιφερειακού ρόλου. Για περίπου μία δεκαετία ο Ταγίπ Ερντογάν προσπάθησε και εν πολλοίς τα κατάφερε να δημιουργήσει την εικόνα ενός ικανού περιφερειακού ηγέτη και διαμεσολαβητή. Με την έκρηξη της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης το αφήγημα αυτό θεωρήθηκε ως ένας κεκκαλυμένος ηγεμονισμός, η αξιοποστία της Τουρκίας και όλο το γεωπολιτικό κεφάλαιο που είχε συσσωρεύσει μέχρι τότε εξανεμίστηκε.

Το όραμα του Ερντογάν και του ιδεολογικού μέντορα Αχμέτ Νταβούτογλου υπήρξε εγγενώς αναθεωρητικό. Αν και η πολιτική που ακολουθήθηκε μέχρι το 2011 ήταν πραγματιστική στην εφαρμογή της, μετά από αυτήν την ημερομηνία η Τουρκία συμπεριφέρθηκε ως ένα αναθεωρητικός παράγοντας υποστηρίζοντας αναφανδόν την επικράτηση του Πολιτικού Ισλάμ στην Μέση Ανατολή. Στην Αίγυπτο υποστήριξε την Μουσουλμανική Αδελφότητα ακόμη και μετά την επέμβαση των Αιγυπτιακών Ενόπλων Δυνάμεων, ακόμη και όταν όλες οι χώρες της Μέσης Ανατολής αναγνώρισαν την Κυβέρνηση Σίσι, ενώ στην Συρία υποστηρίζοντας με κάθε τρόπο την αντιπολίτευση διευκόλυνε εμμέσως την επέλαση των πιο ακραίων στοιχείων και του Ισλαμικού Κράτους ως δύναμη εναντίον των Κούρδων και έτσι κατέστη μέρος της εμφύλιας σύγκρουσης ταυτιζόμενη με το σουνιτικό στρατόπεδο.

Το «coup de grace» εναντίον της πολιτικής της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή επήλθε όταν το Ισλαμικό Κράτος κατέλαβε την Μοσούλη και λίγο αργότερα πολιόρκησε την κουρδική πόλη Κομπάνι. Η στρατηγική ισορροπία αλλάζει με τις αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές προς υποστήριξη των Κούρδων και την αποφασιστικής σημασίας παρέμβαση της Ρωσίας υπέρ του καθεστώτος Άσσαντ. Αυτά τα δύο γεγονότα σφραγίζουν μέχρι τώρα την παρακμή των περιφερειακών φιλοδοξιών της Άγκυρας.

Ο μόλις κεκκαλυμένος γεωπολιτικός επεκτατισμός της απαξίωσε όχι μόνο την εξωτερική της πολιτική στη Μέση Ανατολή αλλά αποκάλυψε και το εκκωφαντικό δημοκρατικό έλλειμμα στο εσωτερικό. Η απόπειρα πραξικοπήματος από μια Γκιουλενική χούντα τον Ιουλίο του 2016 που κόστισε την ζωή σε εκατοντάδες πολίτες και στρατιώτες προσέφερε την δυνατότητα και το πρόσχημα στην κυβέρνηση να προχωρήσει χωρίς κανένα δισταγμό σε εκτετατεμένες εκκαθαρίσεις σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής.

Η Τουρκία βρίσκεται in limbo. Η ανόητη φιλοδοξία να αναδυθεί η χώρα σε περιφερειακό ηγέτη αποκάλυψε την αυταπάτη για την πραγματική τουρκική ισχύ ενώ πλήγωσε βαθιά την όποια προοπτική εκδημοκρατισμού. Η αντίδραση του Προέδρου Ερντογάν με τις απειλές για μία πλημμυρίδα προσφύγων στην Ευρώπη, την αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης ως θεμέλιο της σύγχρονης Τουρκίας αλλά και της περιφερειακής αρχιτεκτονικής της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου και την (προσωρινή;) αποτυχία των συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού είναι σειρήνα συναγερμού. Ο Τούρκος Πρόεδρος έχει ανάγκη ενός νέου αφηγήματος. Σε μία χώρα όπου η στρατηγική κουλτούρα διαμορφώνεται ιστορικά και από την αντίληψη περί αιώνιων εξωτερικών απειλών, ένα εθνικιστικό κάλεσμα μπορεί να λειτουργήσει συσπειρωτικά ενώ αναγκάζει και το Κόμμα της Εθνικιστικής Δράσης να προσφέρει την κοινοβουλευτική του υποστήριξη σε μια συνταγματική αναθεώρηση που θα καταστήσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας παντοδύναμο και ελεύθερο από κάθε θεσμικό, δημοκρατικό έλεγχο.

Στην Ελλάδα, αυτές οι εξελίξεις είναι λόγος αφύπνισης και επαγρύπνησης. Το ζήτημα είναι αν η χώρα έχει μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις τέτοια που να της επιτρέπει να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε πολιτική και διπλωματική πρόκληση. Όσο και αν ακούγεται περίεργο, η Ελλάδα αυτή την στιγμή είναι η χώρα με την οποία η Τουρκία έχει τις λιγότερο άσχημες σχέσεις. Την ίδια στιγμή, αν η πρόθεση του Προέδρου Ερντογάν είναι αυτή που περιγράφηκε ανωτέρω, η Ελλάδα ίσως αντιμετωπιστεί ως εύκολος στόχος εξαγωγής των εσωτερικών και εξωτερικών αδιεξόδων της Άγκυρας. Απαιτείται ψυχραιμία, σε βάθος σχεδιασμός με βάση το χειρότερο δυνατό σενάριο και αποφασιστικότητα. Σε μία τεταμένη κατάσταση το χειρότερο που μπορεί να κάνει κάποια σοβαρή χώρα είναι να υπακούσει σε μια λογική κλιμάκωσης της έντασης. Και η αποφυγή της κλιμάκωσης δεν συνιστά κατευνασμό!

*Ο Κώστας Υφαντής είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

πηγή

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.

Δημοσίευση σχολίου