GuidePedia

0

Μικρής κλίμακας επιχειρήσεις στο Αιγαίο που αφορούν τον έλεγχο μικρών νησιών ή βραχονησίδων έχουν μεγάλη στρατηγική σημασία, καθώς η έκβασή τους θα κρίνει την διατήρηση της ελληνικής κυριαρχίας σε ζωτικές περιοχές υψίστου εθνικού και οικονομικού ενδιαφέροντος.

Ο «Πόλεμος των Βραχονησίδων» εγκαινιάστηκε από την Τουρκία τον Ιανουάριο του 1996, όταν Τούρκοι βατραχάνθρωποι αποβιβάστηκαν κρυφά στις νησίδες Ίμια, με σκοπό να αμφισβητήσουν την ελληνική κυριαρχία. Αν και επρόκειτο για δύο απειροελάχιστες κουκκίδες μέσα στον χάρτη, οι δύο νησίδες είχαν τεράστια στρατηγική σημασία, γιατί η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στο σημείο αυτό δημιουργούσε ένα γενικό καθεστώς αμφισβήτησης σε όλο το Αιγαίο, απομονώνοντας στην ουσία σχεδόν όλα τα ακριτικά νησιά, και θεμελίωνε τις τουρκικές διεκδικήσεις για συγκυριαρχία και συνεκμετάλλευση του Αιγαίου. Το «ατυχές» αυτό για την Ελλάδα επεισόδιο έδωσε στις Ένοπλες Δυνάμεις το έναυσμα για την αναζήτηση των κατάλληλων αντιμέτρων, προς αντιμετώπιση ενός νέου τύπου σύγκρουσης, που οι συμβατικές δυνάμεις (φρεγάτες, μαχητικά κ.λπ.) δεν παίζουν καθοριστικό ρόλο, αλλά αντίθετα μικρές ομάδες Ειδικών Δυνάμεων που υποστηρίζουν διπλωματικούς ελιγμούς έχουν τον κύριο λόγο. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία της Ζ’ ΜΑΚ, που ειδικεύεται στην ανακατάληψη βραχονησίδων, αλλά και μικρών νησιών εκτάσεως μερικών δεκάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων.

Στα κύρια μεθοριακά νησιά, οι Μοίρες Αμφιβίων Καταδρομών (ΜΑΚ ή ΕΤΕΘ) υπάρχουν από την δεκαετία του ’60, με σκοπό την διεξαγωγή ειδικών επιχειρήσεων προς υποστήριξη τακτικών αμυντικών επιχειρήσεων αλλά και επίτευξης στόχων στρατηγικής σημασίας. Οι μονάδες αυτές σήμερα εκτός των ανωτέρω αποστολών αναλαμβάνουν και αυτήν της ανακατάληψης βραχονησίδων και μικρών νησιών. Το πλεονέκτημα των ΜΑΚ που είναι αναπτυγμένες στα μεθοριακά νησιά έγκειται στο γεγονός ότι βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από τις βραχονησίδες του νησιού που εδρεύουν, και επομένως αποτελούν την πιο κοντινή ειδική δύναμη σε περίπτωση που απαιτηθεί άμεση αντίδραση σε κάποια πρόκληση του αντιπάλου. Ο ρόλος τους, επομένως, εκτός από ουσιαστικός είναι και αποτρεπτικός, καθώς ο αντίπαλος γνωρίζει ότι κάθε του ενέργεια θα αντιμετωπιστεί εγκαίρως, και ότι δεν θα του δοθεί χρόνος για να «κτίσει» μια κρίση.

Φυσικά υπάρχει και η ουσιαστική πλευρά της αποστολής των ΜΑΚ, καθώς η εκπαίδευση, ο εξοπλισμός και τα υλικά τους, τους επιτρέπουν την εξουδετέρωση κάθε εχθρικής δύναμης, η οποία θα ήθελε να αποβιβαστεί σε βραχονησίδα ή – στην ακραία περίπτωση ενός περιορισμένου πολέμου – να καταλάβει ένα μικρό νησί. Στην τελευταία περίπτωση, η βοήθεια που οι ΜΑΚ των νησιών προσφέρουν στην συνολική άμυνα του Αιγαίου είναι υψίστης σημασίας. Ο εχθρός λόγω της αριθμητικής του υπεροχής, μπορεί εκτός από την κύρια εισβολή σε ένα μεγάλο νησί, να προβεί στην κατάληψη και μερικών μικρότερων νησιών (ακατοίκητων ή κατοικημένων) με σκοπό τον αντιπερισπασμό ή/ και την διασπορά των δυνάμεων αντίδρασης. Οι ΜΑΚ μπορούν να αναλάβουν αυτές τις μικρής κλίμακας επιχειρήσεις ανακατάληψης, εξοικονομώντας δυνάμεις από το απόθεμα ενισχύσεων και μονάδων ταχείας αντίδρασης.

Μικρονήσια όπως το σύμπλεγμα της Μεγίστης είναι στο στόχαστρο της Άγκυρας. Η μεγάλη πρόκληση για τον εθνικό αμυντικό σχεδιασμό είναι το γεγονός πως η γεωγραφία ευνοεί τις τουρκικές
ένοπλες δυνάμεις λόγω εγγύτητας. 

Αν και μικρής κλίμακας, οι επιχειρήσεις αυτές θα χαρακτηριστούν από αγώνα υψηλής εντάσεως και μάχης εγγύς αποστάσεων, συχνά δε και συγκρούσεων σώμα με σώμα. Ως εκ τούτου, οι Αμφίβιοι Καταδρομείς εκπαιδεύονται σε αυτές τις μικρές και βίαιες αμφίβιες καταδρομικές ενέργειες ή μάλλον μικρές αποβάσεις-καταλήψεις, καθώς την ανακατάληψη της νήσου ή της βραχονησίδας ίσως ακολουθήσει και η υπεράσπισή της από πιθανή εχθρική αντεπίθεση. Πρόκειται λοιπόν για έναν «μίνι-πόλεμο» που οι Αμφίβιοι Καταδρομείς καλούνται να διεξάγουν επιστρατεύοντας όλες τους τις γνώσεις, τα διαθέσιμα υλικά και μέσα και κυρίως το επιθετικό πνεύμα των Ειδικών Δυνάμεων. Μια τέτοια επιχείρηση-άσκηση παρακολουθήσαμε κατά την επίσκεψή μας. Το σενάριο προέβλεπε ότι εκδηλώθηκε κρίση στην περιοχή της νήσου, και ως εκ τούτου το 2ο ΕΤΕΘ έλαβε διαταγή να ετοιμαστεί για πιθανή ανακατάληψη βραχονησίδας. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο τα σκάφη της Μοίρας με τους καταδρομείς ετοιμάστηκαν για να προωθηθούν στον προκαθορισμένο χώρο απόκρυψής τους. Εκεί περιμένοντας την τελική διαταγή για έναρξη της επιχείρησης, οι κυβερνήτες ταχυπλόων σκαφών και οι χειριστές ελαστικών λέμβων άρχισαν να ελέγχουν τα σκάφη τους, ώστε να είναι πανέτοιμα από τεχνικής άποψης. Την ίδια στιγμή, το μικρό επιτελείο της Μοίρας άρχισε να σχεδιάζει την επιχείρηση, βάσει των διατιθέμενων πληροφοριών που «έρεαν» από τα κέντρα διεύθυνσης επιχειρήσεων, αλλά και από τα τοπικά μέσα συλλογής πληροφοριών.

Σύντομα ένα βασικό σχέδιο ενεργείας εκπονήθηκε, και οι καταδρομείς συγκεντρώθηκαν για να εκδοθεί η τελική διαταγή. Σύμφωνα με το σενάριο, ο εχθρός αποβιβάσθηκε σε βραχονησίδα της περιοχής, και το ΕΤΕΘ ανέλαβε να ανακτήσει το εθνικό έδαφος. Ο επικεφαλής της δύναμης στην ενημέρωση και την έκδοση διαταγής, που προηγείται κάθε είδους ειδικής επιχείρησης παγκοσμίως, άρχισε να παραθέτει τις διαθέσιμες πληροφορίες για τις εχθρικές δυνάμεις που αναμενόταν να συναντήσουν στην βραχονησίδα, ενώ εξέθεσε και την γενική κατάσταση φιλίων και εχθρικών δυνάμεων στην περιοχή. Ακολούθησε η περιγραφή της σύνθεσης του καταδρομικού τμήματος, το οποίο χάρις στην επιχειρησιακή ευελιξία της μονάδας μπορεί να λάβει την μορφή που απαιτεί κάθε συγκεκριμένη κατάσταση και αποστολή. Η περιγραφή των ενεργειών προσέγγισης, αποβίβασης και κατάληψης της βραχονησίδας προσέλκυσε το ενδιαφέρον όλων των καταδρομέων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις Ειδικές Δυνάμεις η λεπτομερής ενημέρωση για τα σχέδια της μονάδας δεν είναι προνόμιο μόνο των αξιωματικών. Κάθε καταδρομέας είναι έτοιμος να αναλάβει την διοίκηση, σε περίπτωση που έχουν απολεσθεί οι ανώτεροί του, και να φέρει έστω και μόνος την αποστολή εις πέρας. Και αυτό γιατί ο καταδρομέας χαρακτηρίζεται από αυξημένο πνεύμα πρωτοβουλίας και επιθετικότητας, που καλλιεργείται καταλλήλως στην διάρκεια της εκπαίδευσης.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το σενάριο προέβλεπε μια νυκτερινή αμφίβια επίθεση. Θέλοντας να εξασφαλιστεί απόλυτος αιφνιδιασμός, το σχέδιο προέβλεπε την κατά το δυνατόν αφανή και κυρίως αθόρυβη προσέγγιση και αποβίβαση του καταδρομικού τμήματος. Αυτό δεν είναι πάντα η συνηθισμένη περίπτωση. Διάφοροι παράγοντες, όπως καθυστερήσεις, ξαφνικά προβλήματα στην επιχείρηση ή και ανάγκη για άμεση αντίδραση, μπορεί να επιβάλλουν την εξαπόλυση ημερήσιας επίθεσης, γεγονός που αυξάνει κατακόρυφα την επικινδυνότητα του εγχειρήματος, καθώς ο αιφνιδιασμός εξαλείφεται, ενώ ο εχθρός μπορεί να εντοπίσει και να σκοπεύσει εύκολα την επερχόμενη αμφίβια δύναμη. Η επιχείρηση ξεκίνησε μόλις το σκοτάδι παρείχε αρκετή κάλυψη. Τα φουσκωτά σκάφη εξήλθαν από τον κρυψώνα τους σχηματίζοντας έναν μικρό στολίσκο σε πλήρη συσκότιση. Η κατάσταση της θάλασσας ήταν σχετικά καλή, με ανέμους έντασης 6 Μποφόρ και καθαρό ουρανό. Η κίνηση των φουσκωτών χάρις σε ειδικές συσκευές σίγασης των κινητήρων είναι δύσκολο να εντοπιστεί ακουστικά, αλλά ο οπτικός εντοπισμός παραμένει ένα ρίσκο, καθώς ο εχθρός αναμένεται να διαθέτει οπτικά νυκτερινής όρασης. Ως εκ τούτου, η δύναμη προσπαθεί να προσεγγίσει από το λιγότερο πιθανό σημείο αποβίβασης, ενώ ένας αντιπερισπασμός την κατάλληλη στιγμή μπορεί να ελκύσει την προσοχή του εχθρού σε άλλο σημείο.

Η δική μας μικρή αμφίβια δύναμη κατευθύνθηκε όντως σε ένα σημείο της βραχονησίδας που μόνο «κατσίκια» μπορούσαν να ανέβουν. Αλλά αυτό είναι μια βασική αρχή των ειδικών επιχειρήσεων: «να έρχεσαι από εκεί που δεν σε περιμένουν». Φυσικά πριν από την προσέγγιση των λέμβων, απαραίτητη ήταν μια αναγνώριση και ασφάλιση του σημείου αποβίβασης, ώστε οι καταδρομείς να μην έχουν κάποια δυσάρεστη «έκπληξη» βγαίνοντας στην ξηρά. Γι’ αυτό συνήθως φροντίζουν οι Ανιχνευτές Μάχης της μονάδας, που προηγούνται της αμφίβιας δύναμης. Πρόκειται για προσωπικό εκπαιδευμένο στο Σχολείο Υποβρυχίων Καταστροφών (ΣΥΚ) της Διοίκησης Υποβρυχίων Καταστροφών (ΔΥΚ) του ΠΝ ή/ και απόφοιτους του εφάμιλλου νεοϊδρυθέντος Σχολείου Υποβρυχίων Καταστροφέων Στρατού Ξηράς (ΣΥΚ/ΣΞ). Οι βατραχάνθρωποι έπεσαν στην θάλασσα από τα φουσκωτά μερικά χιλιόμετρα μακριά από τον στόχο, και άρχισαν το υποβρύχιο κολύμπι τους στα μαύρα νερά του πελάγους. Μετά από ώρα αναδύθηκαν προσεκτικά κοντά στην ακτή, για να ρίξουν μια πρώτη ματιά, και εν συνεχεία γλίστρησαν αθόρυβα στο νερό και πάτησαν στο βυθό λίγα μέτρα από την ακρογιαλιά.

Εμείς επάνω στα φουσκωτά, στα ανοικτά του πελάγους, αντιληφθήκαμε ότι κάποιος υπάρχει στην ακτή από τα σήματα που άρχισαν να εκπέμπονται από τους «αόρατους» βατραχανθρώπους. Σήματα που σήμαιναν ότι οι Ανιχνευτές Μάχης είχαν ερευνήσει την ακτή και ότι είχαν εξουδετερώσει, πιθανώς, κάποιους σκοπούς που είχε τοποθετήσει εκεί ο εχθρός. Τα φουσκωτά με την καταδρομική δύναμη άρχισαν να πλησιάζουν όσο γινόταν πιο αθόρυβα το σημείο αποβίβασης. Αν απαιτείται, η τελική προσέγγιση μπορεί να γίνει και με την χρήση κουπιών, μια παλαιά αλλά απόλυτα αθόρυβη μέθοδο πλεύσης, που χρησιμοποιούν οι «κομμάντος» από την γέννησή τους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η όρος «ακτή» στην περίπτωσή μας ήταν μάλλον ευφημισμός, καθώς στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια έκταση με γλιστερά βράχια, στα οποία τα φουσκωτά μόλις που πλησίασαν για να πηδήξουν οι βαρυφορτωμένοι καταδρομείς.

Οι καταδρομείς έφεραν πλήρη φόρτο μάχης, με ό,τι προβλέπεται για μια εμπλοκή υψηλής έντασης, όπου αναμένεται εκτόξευση μεγάλου όγκου πυρός και υψηλή κατανάλωση πυρομαχικών εντός πολύ μικρού χρονικού διαστήματος. Με τα πρόσωπα βαμμένα με πράσινη και μαύρη μπογιά και όλα τα γυαλιστερά σημεία των όπλων και των εξαρτύσεων καλυμμένα και δεμένα για να μην προκαλούν θόρυβο, οι καταδρομείς ήταν μαύρες φιγούρες, που κινούνταν σαν σιωπηλά φαντάσματα μέσα στο σκοτάδι. Η εκπαίδευση που είχαν λάβει τόσες φορές στον Ορεινό Αγώνα τους φάνηκε αμέσως χρήσιμη, καθώς έπρεπε να αναρριχηθούν από ένα σχεδόν κάθετο βράχο. Το απροσπέλαστο σε συνηθισμένους ανθρώπους έδαφος θα πρόσφερε στους καταδρομείς τον απαραίτητο αιφνιδιασμό του εχθρού. Η βραδινή αναρρίχηση υποβοηθείτο από τις διόπτρες νυκτός που έφεραν, με αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα και κυρίως χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, όλοι να βρεθούν στην κορυφή του υψώματος και να λάβουν θέσεις μάχης.

Από εκεί οι επικεφαλής παρατήρησαν το έδαφος εμπρός τους και γρήγορα εντόπισαν τον «εχθρό» και εκπόνησαν το σχέδιο της επίθεσης. Θα πλησίαζαν όσο γινόταν πιο κοντά στις εχθρικές θέσεις και ξαφνικά θα εξαπέλυαν καταιγιστικά πυρά, για να προκαλέσουν βαριές απώλειες στον εχθρό και να τον πανικοβάλλουν, προκαλώντας την άμεση διάλυσή του. Οι καταδρομείς χάρις στην εκπαίδευση που λαμβάνουν, είναι «εξπέρ» στην αθόρυβη κίνηση. Μέτρο – μέτρο πλησίασαν τις εχθρικές θέσεις ως συγκροτημένο τμήμα και περίμεναν το συνθηματικό που θα έδινε την έναρξη της επίθεσης. Αυτό δεν άργησε να συμβεί, με τον επικεφαλής να εκτοξεύει τα πρώτα πυρά, που ήταν και το σύνθημα έναρξης της επίθεσης. Οι διόπτρες υπέρυθρης όρασης που φέρουν στα κράνη τους οι καταδρομείς σε συνδυασμό με τα σκοπευτικά λέιζερ στα όπλα τους, επιτρέπουν τρομακτική ακρίβεια βολών στο σκοτάδι. Οι στόχοι έπεφταν ο ένας μετά τον άλλο και σύντομα η μάχη είχε λήξει με νίκη των φιλίων δυνάμεων. Στην πραγματικότητα, η μάχη θα είναι ένα πολύ πιο άγριο γεγονός. Βομβιδοβόλα, και χειροβομβίδες θα συμπληρώνουν τα θεριστικά πυρά των πολυβόλων και των αραβίδων.

Η αεροκίνηση τμημάτων διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στην άμεση αντίδραση. 

Η πολεμική εμπειρία έχει αποδείξει ότι ο εχθρός που θα «πιαστεί» στον ύπνο σε παρόμοια περίπτωση, έχει ελάχιστες πιθανότητες να επιβιώσει, πόσο μάλλον να αντισταθεί. Οι ελάχιστοι επιζώντες αναμένεται να τρέξουν να σωθούν αλλόφρονες προς κάθε κατεύθυνση, όπου το πρωί θα ανακαλυφθούν και θα εξοντωθούν ή θα παραδοθούν. Σε πραγματικό πόλεμο, οι καταδρομείς του ΕΤΕΘ υπάρχει πιθανότητα να τους ζητηθεί να παραμείνουν στην βραχονησίδα και να την υπερασπίσουν. Πρόκειται για μια αποστολή εξίσου επικίνδυνη, καθώς η ελαφριά οπλισμένη δύναμη μπορεί να αντιμετωπίσει επιθέσεις από μαχητικά αεροσκάφη και επιθετικά ελικόπτερα του εχθρού και φυσικά μια απόπειρα αντεπίθεσης και ανακατάληψης της βραχονησίδας. Η δικής μας άσκηση, ωστόσο, έληξε εδώ και τα φουσκωτά επέστρεψαν για να παραλάβουν τους καταδρομείς, που είχαν εκτελέσει άψογα μια δύσκολη άσκηση, ακόμα και σε ειρηνικές συνθήκες. Οι ΜΑΚ εκπαιδεύονται συνεχώς για όλο το φάσμα αποστολών που αναλαμβάνουν, ενώ νέα υλικά προστίθενται διαρκώς στο οπλοστάσιό τους, με πιο πρόσφατο τα Jet Ski, που παρουσιάστηκαν πρόσφατα σε σχετική επίδειξη. Νέα υλικά και μέσα προβλέπεται να αγοραστούν στο προσεχές μέλλον, τα οποία θα αναβαθμίσουν κατακόρυφα την μαχητική ικανότητα των Μοιρών Αμφιβίων Καταδρομών.

«Πόλεμος βατραχανθρώπων»

Στο θέμα ανακατάληψης βραχονησίδων θα θέλαμε να προσθέσουμε κάποια επιπλέον στοιχεία και σκέψεις. Μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα στον «Πόλεμο Βραχονησίδων» είναι ότι ο μοναδικός απόλυτα αφανής τρόπος προσέγγισης και εξόδου σε βραχονησίδα είναι από τον βυθό της θάλασσας. Ενώ η κατάληψη βραχονησίδας από τον εχθρό μπορεί να βασισθεί στον αιφνιδιασμό και να γίνει χωρίς αντίσταση, η ανακατάληψη σημαίνει ότι επάνω στην βραχονησίδα υπάρχει ήδη εχθρός σε θέσεις μάχης, ο οποίος επιτηρεί όχι μόνο την λιγοστή ξηρά αλλά και την θάλασσα γύρω από αυτήν σε μεγάλη απόσταση, ημέρα και νύκτα. Επιπλέον, στην γύρω περιοχή μπορεί να έχουν συρρεύσει διάφορα πλωτά και εναέρια μέσα του εχθρού, όπως φρεγάτες, αεροσκάφη, ελικόπτερα κ.λπ., όπως συνέβη στα Ίμια. Το πρώτο και κύριο πρόβλημα, επομένως, είναι πως οι φίλιες δυνάμεις θα μπορέσουν να προσεγγίσουν και να βγουν αθέατες στην βραχονησίδα. Ο πλέον αφανής τρόπος είναι η υποβρύχια διείσδυση. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις, που η μόνη ενδεδειγμένη δύναμη ανακατάληψης θα πρέπει να απαρτίζεται αποκλειστικά από βατραχανθρώπους. Αυτό θέτει σε υψηλή προτεραιότητα την ύπαρξη ικανού αριθμού βατραχανθρώπων στις ΜΑΚ, και σε αυτό φυσικά αποσκοπεί η πρόσφατη ίδρυση του Σχολείου Υποβρυχίων Καταστροφέων Στρατού Ξηράς (ΣΥΚ/ΣΞ) που ήδη αποδίδει θετικά αποτελέσματα.

Μια περαιτέρω ενίσχυση της δύναμης βατραχανθρώπων των ΜΑΚ, θα μπορούσε να είναι η εκπαίδευση μελών της μονάδος ως αυτοδυτών σε επί τόπου σχολεία της μονάδας, με εκπαιδευτές τους αποφοίτους του ΣΥΚ και ΣΥΚ/ΣΞ. Η εκπαίδευση θα περιλαμβάνει χρήση συσκευών ανοικτού κυκλώματος και φυσικά τα βασικά για μια ασφαλή κατάδυση και υποβρύχια πορεία. Η δύναμη αυτή των αυτοδυτών θα μπορεί να συμπληρώνει αριθμητικά τους Ανιχνευτές Μάχης, όταν αυτοί κληθούν να επιτελέσουν μια ανακατάληψη βραχονησίδας. Οι αυτοδύτες θα μπορούν να αποτελούν το «Β’ Κύμα» εξόδου στην βραχονησίδα, εφόσον οι Ανιχνευτές Μάχης με τον πληρέστερο εξοπλισμό θα έχουν ασφαλίσει ένα σημείο αποβίβασης. Μαζί τα δύο τμήματα θα συνιστούν μια ικανή αριθμητικά δύναμη, η οποία θα έχει αποβιβαστεί στην βραχονησίδα αφανώς, για να αιφνιδιάσει τον εχθρό. Φυσικά, περισσότεροι αυτοδύτες μπορούν να βρεθούν και από μια μελετημένη επιστρατευτική πολιτική, κατά την οποία οι έφεδροι καταδρομείς που διαθέτουν αναγνωρισμένα πολιτικά πτυχία αυτοδύτη (και υπάρχουν πολλοί) θα εντάσσονται και θα εκπαιδεύονται μαζί με τις ΜΑΚ.

Εκτός της αύξησης του αριθμού των βατραχανθρώπων, ένα άλλο φλέγον ζήτημα σε μια πλήρως υποβρύχια επιχείρηση ανακατάληψης βραχονησίδας είναι τα υποβρύχια μεταφορικά μέσα, τα οποία θα επιτρέψουν εξαπόλυση της επιχείρησης από μεγάλη απόσταση, εκτός της ακτίνας εντοπισμού και δράσης του εχθρού, αλλά και θα «παραδώσουν» τους δύτες ασφαλώς και με πλήρεις τις φυσικές τους δυνάμεις στον στόχο. Σήμερα από τις ΜΑΚ διατίθενται ατομικά υποβρύχια μέσα μεταφοράς, τα οποία όμως προσφέρουν μικρή ακτίνα δράσης, ίση σχεδόν με αυτήν της απόστασης κολύμβησης. Ισχυρότερα μέσα θα αύξαναν κατακόρυφα τις πιθανότητες επιτυχίας μιας υποβρύχιας επίθεσης σε βραχονησίδα. Αν και σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι η παρουσίαση συστημάτων υποβρύχιας μεταφοράς δυτών, θα αναφέρουμε μερικά βασικά χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να ενσωματώνει ένα προηγμένο ελληνικό σύστημα αυτού του είδους. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ των Οχημάτων Μεταφοράς Δυτών (Swimmer Delivery Vehicle/ SDV) και των Οχημάτων Πρόωσης Δυτών (Diver Propulsion Vehicle/ DPV). Τα πρώτα να είναι μίνι-υποβρύχια ανοικτού ή κλειστού τύπου, ικανά να μεταφέρουν από δύο μέχρι έξι ή και οκτώ δύτες σε μεγάλη απόσταση και με δική τους παροχή οξυγόνου, ενώ τα δεύτερα είναι υποβρύχια «σκούτερ» που «ρυμουλκούν» έναν ή δύο βατραχανθρώπους σε μικρή απόσταση.

Η υποβρύχια διείσδυση είναι η πλέον ασφαλής μέθοδος προσέγγισης του στόχου. 

Μια βελτίωση των υπαρχόντων «σκούτερ» στις ΜΑΚ θα ήταν η απόκτηση διθέσιων SDV ή έστω ενισχυμένων DPV, σε ικανό αριθμό για να βγάζουν στην ακτή συνολικά μια ομάδα δυτών (περί τους 8 Ανιχνευτές Μάχης). Μεγαλύτερα SDV θα ήταν ιδανικά αλλά το κόστος αυξάνει σημαντικά, σε συνάρτηση με το μέγεθος και τα συστήματα που ενσωματώνουν. Επιπλέον, τα μεγάλα SDV έχουν συμπεριφορά μίνι υποβρυχίων, και προφανώς χρειάζονται ειδικές ναυτικές γνώσεις για την λειτουργία τους. Επομένως, ένα «υποβρύχιο άρμα» (chariot) είναι ένας καλός συμβιβασμός μεταξύ των μικροσκοπικών «σκούτερ» και των μεγάλων SDV.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ενισχυμένου DPV είναι το DPD της STIDD Systems, που οι Ολλανδοί Πεζοναύτες απέκτησαν το 2008. Το όχημα μεταφέρει δύο δύτες (σε ανάγκη και τέσσερις) σε αποστάσεις έως και 18 χλμ. με μέγιστη ταχύτητα 3,2 κόμβων και αυτονομία 2 ωρών. Οι δύτες μεταφέρονται ξαπλωμένοι μπρούμυτα στο μήκους 2,20 μ. και βάρους 72 κ. σκάφος. Μια ακόμα καλύτερη λύση είναι το φουσκωτό-υποβρύχιο όχημα μεταφοράς δυτών Sub Skimmer της βρετανικής εταιρείας Divex, το οποίο έχει πιστοποίηση ΝΑΤΟ. Το SDV λειτουργεί ως φουσκωτή λέμβος στην επιφάνεια της θάλασσας, ικανή να διανύσει 180 χλμ. με ταχύτητα 35 κόμβων, ή να κινηθεί με ταχύτητα 4 κόμβων σε κατάδυση, σε μικρό βάθος, με την χρήση «αναπνευστήρα» (snorkel) στον ντιζελοκινητήρα, ή να καταδυθεί πλήρως και να διανύσει 10 περίπου χλμ. με ταχύτητα 3 κόμβων ή 32 χλμ. εφόσον φέρει κυψέλες μπαταριών Silver/ Zinc υψηλής απόδοσης. Το Sub Skimmer μεταφέρει τέσσερις δύτες όταν χρησιμοποιεί έναν κινητήρα 90 ίππων ή έξι δύτες όταν χρησιμοποιεί δύο κινητήρες των 90 ίππων.


Η περιγραφή των σκαφών αυτών αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα των κατηγοριών SDV και DPV, που θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν τις ελληνικές Ειδικές Δυνάμεις. Μια ενδελεχής μελέτη και έρευνα αγοράς θα μπορούσε ίσως να εντοπίσει ανάλογα σκάφη με καλύτερες επιδόσεις και κόστος. Εφόσον αναφερόμαστε σε υποβρύχια διείσδυση, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να πούμε ότι τα νέα υποβρύχια Type-214 του Πολεμικού Ναυτικού διαθέτουν θάλαμο αποσυμπίεσης για την έξοδο-είσοδο δυτών εν καταδύσει, γεγονός που διευκολύνει την χρήση τους ως πλατφόρμες μεταφοράς δυτών. Χάρις στο αθέατο σύστημα προώσής τους, τα Type 214 αποτελούν ιδανικό μέσο μεταφοράς βατραχανθρώπων πλησίον του στόχου. Κλείνουμε αναφέροντας και την ανάγκη ανανεώσεως κάποιων βασικών υλικών των βατραχανθρώπων. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να πούμε ότι οι βατραχάνθρωποι έχουν παραλάβει συσκευές κλειστού κυκλώματος LAR VI ενώ έχουν παραγγελθεί και η LAR 5000 που διαχειρίζεται καλύτερα την ροή οξυγόνου κατά την υποβρύχια κολύμβηση και επιτρέπει κατάδυση μέχρι και τα 24 μ. Επομένως, ο τομέας του ατομικού υποβρύχιου εξοπλισμού είναι αρκετά παραπάνω από επαρκής. Η υποβρύχια κονσόλα DNC-200 της RJE θα ήταν ίσως μια ακόμη βελτίωση του ατομικού υποβρύχιου εξοπλισμού.

Μια εξάρτυση όμως που θα βόλευε καλύτερα όταν φοριέται με την LAR, θα ήταν ιδανική και θα μπορούσε να γίνει μια διερεύνηση προς αυτή την κατεύθυνση, για να διαπιστωθούν οι πιθανές επιλογές. Γενικά, η κατεύθυνση που θα πρέπει να έχει ο εξοπλισμός του βατραχανθρώπου θα πρέπει να είναι αυτός του μικρού μεγέθους/ βάρους, ώστε να ελαφρύνεται ο συνολικός φόρτος. Η κύρια, ωστόσο, βελτίωση θα πρέπει να γίνει στον τομέα του φορητού οπλισμού, καθώς η αραβίδα Μ-4 πρέπει να «στραγγιστεί» για να πυροβολήσει με ασφάλεια, πράγμα που χρειάζεται μερικά δευτερόλεπτα. Αν και λεπτομέρεια για τον απλό καταδρομέα, για τον βατραχάνθρωπο που πρόκειται να βγει από τον βυθό κάτω ακριβώς από έναν εχθρό στην βραχονησίδα είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Οι SEAL απαίτησαν το νέο τυφέκιο/ αραβίδα της SOCOM, SCAR, να μπορεί να ρίχνει αμέσως μόλις βγει από το νερό. Αυτό επετεύχθη με απόλυτη επιτυχία σε δοκιμές που διεξήγαγε η ΔΥΚ το περασμένο καλοκαίρι, όταν το όπλο παρουσιάστηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις από την FN.

Κλείνοντας το κεφαλαίου της απειλής στο Αιγαίο, που αφορά μικρά ελληνικά νησιά και βραχονησίδες, μπορούμε να πούμε ότι οι ελληνικές Ειδικές Δυνάμεις αποτελούν κύριο παράγοντα αποτροπής αλλά και εξασφάλισης της εθνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Διαθέτοντας επίλεκτο και άρτια εκπαιδευμένο προσωπικό, τον κατάλληλο οπλισμό αλλά και άριστη υλικοτεχνική υποστήριξη, οι ΜΑΚ μπορούν να φέρουν εις πέρας οποιαδήποτε αποστολή που μπορεί να τους ανατεθεί. Κύριο όπλο, ωστόσο, των ανδρών των Αμφιβίων Καταδρομών παραμένει η ηθική τους υπεροχή, το υψηλό φρόνημα και το επιθετικό πνεύμα που καλλιεργείται εδώ και 65 περίπου έτη στις ελληνικές Ειδικές Δυνάμεις.

πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.

Δημοσίευση σχολίου