GuidePedia

0


Η Allison Good, freelance δημοσιογράφος με έδρα την Ιερουσαλήμ, σε άρθρο γνώμης στο DEFENCE ONE με τίτλο «Pipe Dream: Israel-Turkey ‘Peace Pipeline’ Unlikely to Thaw Relations» αναφέρεται στις αντιδράσεις του πολιτικού κατεστημένου του Ισραήλ προς τον συζητούμενο αγωγό φυσικού αερίου προς την Τουρκία ή «αγωγό της ειρήνης», όπως ονομάσθηκε.

Οπως αναφέρει, δεν αναμένεται καμιά εμπορική συμφωνία να οδηγήσει στο «ξεπάγωμα» των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων, τουλάχιστον έως ότου παραμένει πρωθυπουργός, ο Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Υπάρχουν δύο στρατόπεδα σχετικά με τον υποθαλάσσιο αγωγό φυσικού αερίου, μεταξύ της Τουρκίας και του Ισραήλ, υποστηρίζει η αρθρογράφος, με το πρώτο να θεωρεί ότι η οικονομία επισκιάζει τις πολιτικές διαφορές και το δεύτερο να το αρνείται. Μολονότι η διεθνής επιχειρηματική κοινότητα ανήκει στο πρώτο στρατόπεδο η πλειοψηφία των σημερινών και πρώην Ισραηλινών αξιωματούχων φαίνεται να ανήκει στο δεύτερο.

Είναι ωστόσο σαφές και στις δύο πλευρές ότι ο αγωγός δεν πρόκειται να συμβάλλει στην αναθέρμανση της πρώην ισχυρής ισραηλο-τουρκικής στρατηγικής συνεργασίας, που επιθυμούν οι ΗΠΑ. Είναι ανεύθυνο να θεωρεί κάποιος ότι η κατασκευή ενός «αγωγού ειρήνης» θα οδηγούσε στην επανέναρξη των κοινών στρατιωτικών ασκήσεων και στα προσοδοφόρα διμερή αμυντικά συμβόλαια, ακόμη λιγότερο σε μια συνεργασία στο θέμα της Συρίας. Οι θερμές σχέσεις της δεκαετίας του ’90 και των αρχών του 2000 δεν πρόκειται να επανέλθουν.

Η ρήξη έγινε για πρώτη φορά τόσο εμφανής στη Διάσκεψη για την Ενέργεια και την Επιχειρηματικότητα στο Ισραήλ, αυτή την εβδομάδα. Ο πρώην Αμερικανός πρέσβης των ΗΠΑ στο Αζερμπαϊτζάν, και μέλος σήμερα του διοικητικού συμβουλίου της τουρκικής εταιρείας Turcas Petrol, που πρότεινε τον Σεπτέμβριο τον αγωγό Ισραήλ-Τουρκίας, με κόστος κατασκευής 2,5 δις δολάρια, δήλωσε προς τους συμμετέχοντες ότι διαβλέπει τη βούληση στην Τουρκία «να προχωρήσει μπροστά», εκφράζοντας παράλληλα την πεποίθησή του ότι το διπλωματικό αδιέξοδο θα μπορούσε να αρθεί σε συνδυασμό με την συμφωνία για τον αγωγό φυσικού αερίου.

Ο πρώην γενικός διευθυντής του Ισραηλινού υπουργείου Εξωτερικών, Alon Liel, βλέπει την κατάσταση διαφορετικά. Η σταδιακή παρακμή των ισραηλο-τουρκικών σχέσεων που κατέληξε στα γεγονότα του Mavi Marmara, το 2010, διακόπτοντας την στρατιωτική και διπλωματική συνεργασία, δεν πρόκειται να επιλυθεί μόνο μέσω της οικονομικής συνεργασίας, λαμβάνοντας υπόψη την επιθετική ρητορική που χρησιμοποιεί ο Ερντογάν έναντι του Ισραήλ. «Όσο ο Ερντογάν παραμένει πρωθυπουργός, δεν είναι δυνατό να υλοποιήσουμε ένα σχέδιο ή μια συμφωνία σε αυτό το στρατηγικό επίπεδο» δήλωσε ο Ισραηλινός αξιωματούχος προσθέτοντας ότι «εάν απομονώσουμε τον Ερντογάν και εξαφανισθεί από το προσκήνιο, οι πιθανότητες επίτευξης μιας συμφωνίας θα είναι πολύ μεγαλύτερες».

Την πεποίθηση του Alon Liel για μια πολιτική λύση πριν από την απόφαση για τον αγωγο μοιράζονται πολλά ακόμη πρόσωπα που υπηρέτησαν στο Υπουργείο Εξωτερικών, εκφράζοντας παράλληλα την αμφιβολία τους στο ότι ο ιδιωτικός τομέας θα μπορούσε να οδηγήσει τον Ερντογάν σε συμφωνία.

Ανεξάρτητα από το εάν η στάση αυτή αποτιμά επακριβώς τη σημερινή κατάσταση, υποδηλώνει ωστόσο την πλήρη έλλειψη βούλησης να υποκύψουν στις απαιτήσεις της Άγκυρας για την συμφιλίωση. Οι ιδιωτικές εταιρείες μπορεί να προπορεύονται σε σχέδια που έχουν σχέση με αγωγούς, αλλά οι εμπορικές συμφωνίες δεν μπορούν να επανορθώσουν διαταραγμένες διμερείς σχέσεις. Για την αμερικανική εθνική ασφάλεια και τα στρατηγικά συμφέροντα στην περιοχή, που βασίζονταν στην ισραηλο-τουρκική στρατιωτική συνεργασία ως ανάχωμα στα εξτρεμιστικά γειτονικά καθεστώτα, η σκληρή αυτή πραγματικότητα αποτελεί μια ακόμη ένδειξη ότι παραμένει αμφιλεγόμενη η προσπάθεια επαναπροσέγγισης που προωθεί ο Πρόεδρος Ομπάμα.

Η προώθηση του αγωγού θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ αποτρέποντας μια προσέγγιση της Τουρκίας με τη Ρωσία, λόγω της επιδείνωσης των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων. Την προηγούμενη μόλις εβδομάδα ο Ερντογάν ζήτησε για άλλη μια φορά από τον Πρόεδρο Πούτιν την ένταξη της Τουρκίας στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (Shanghai Cooperation Organization), που προβλέπει την στρατιωτική συνεργασία μεταξύ της Ρωσίας, της Κίνας και πρώην Δημοκρατιών της Σοβιετικής Ένωσης. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την πρόθεση της Άγκυρας να αγοράσει αντιπυραυλικό σύστημα μεγάλου βεληνεκούς από την Κίνα αποτελεί δυσχερή εξέλιξη στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία.

Εάν αποδειχθεί εφικτός, ένας τουρκο-ισραηλινός αγωγός θα μπορούσε να ορθώσει ένα ισχυρό εμπόδιο μεταξύ της Μόσχας και της Άγκυρας. Το πολιτικό βάρος της Ρωσίας στην Ευρασία εξαρτάται εν μέρει από την θέση της ως ο μεγαλύτερος τροφοδότης της Ευρώπης με φυσικό αέριο. Η μεγαλύτερη ποσότητα φυσικού αερίου που καταναλώνει η Τουρκία προέρχεται από την Ρωσία. Λειτουργώντας ωστόσο ως ένας ενεργειακός κόμβος που μεταφέρει το ρωσικό φυσικό αέριο στην Ευρώπη μέσω ενός δικτύου φυσικών αγωγών, η όποια προσπάθεια της Τουρκίας για την διαφοροποίηση των πηγών της θα μπορούσε να έχει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Η εισαγωγή ισραηλινού φυσικού αερίου στην Τουρκία θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα προς την Ευρώπη, μειώνοντας την συμμετοχή της Ρωσίας σε μια ήδη στάσιμη αγορά.

Μολονότι ο αγωγός φυσικού αερίου από το Ισραήλ στην Τουρκία θα εξυπηρετούσε τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ η προοπτική μιας τέτοιας συνεργασίας ξεθωριάζει γρήγορα. Οι αποφάσεις για τον τρόπο μεταφοράς του ισραηλινού φυσικού αερίου θα πρέπει να ληφθούν το συντομότερο δυνατό, λαμβάνοντας υπόψη την υπεροχή των ΗΠΑ στο σχιστολιθικό φυσικό αέριο και τον κορεσμό που θα μπορούσε να προκληθεί σύντομα για το φυσικό αέριο από τις αναδυόμενες αγορές. Τέλος, ένα τόσο πλεονεκτικό σχέδιο γεωπολιτικής και οικονομικής σημασίας δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί εκτός της πολιτικής διαδικασίας.
πηγή

Δημοσίευση σχολίου