GuidePedia

0
Το λεγόμενο «τέλος της μεταπολίτευσης» στη χώρα μας συνοδεύτηκε από την άμβλυνση της πολιτικής αντίθεσης στις φασιστικές λογικές, μια αντίθεση η οποία είχε διαμορφωθεί υπό το κλίμα της απαξίωσης της χουντικής δικτατορίας• η άμβλυνση αυτή στη συνέχεια χαρακτηρίστηκε από την έμμεση νομιμοποίηση της παρουσίας του φασιστικού λόγου στο δημόσιο βίο....

Το σύγχρονο πρόσωπο του φασισμού, όμως, όπως παντού στην Ευρώπη έτσι και στην Ελλάδα, διατηρεί ελάχιστα από τα γνώριμα χαρακτηριστικά των ιστορικών φασιστικών κομμάτων του παρελθόντος και φαίνεται να έχει ενταχθεί πλήρως στη «μεταμοντέρνα συνθήκη», εγκαταλείποντας τις μεγάλες ιδεολογικές αφηγήσεις του ευρωπαϊκού φασισμού του Μεσοπολέμου, διατηρώντας όμως και μεταλλάσσοντας πολιτικά την αμφισβήτηση του κρατικού μονοπωλίου στη νομιμοποιημένη χρήση της βίας, ανεξάρτητα από το ιδεολογικό πλαίσιο με το οποίο κατά περίπτωση την περιβάλλει.
Αυτό δηλώνουν οι τρομοκρατικές δραστηριότητες εναντίον των μεταναστών, οι συγκεντρώσεις και οι πορείες διαμαρτυρίας, οι επιθέσεις σε αντιφασιστικές εκδηλώσεις, οι βεβηλώσεις εβραϊκών νεκροταφείων και συναγωγών (με πιο πρόσφατο κρούσμα την απόπειρα εμπρησμού της Συναγωγής των Χανίων, όπου οι δράστες, επιπλέον, άφησαν μια πλάκα σαπούνι στον τοίχο) και άλλα συναφή, τα οποία ουσιαστικά παραβλέπονται ή και συγκαλύπτονται από την αστυνομία, τους εισαγγελείς και τα μέσα ενημέρωσης.

Αντίστοιχα, ο νέος ρατσισμός, ο οποίος επικεντρώνεται στο πολύπλοκο πρόβλημα της μετανάστευσης, δεν βασίζεται σε επιχειρήματα βιολογικής ιεραρχίας των ανθρώπων, αλλά προβάλλεται ως διεκδίκηση των δικαιωμάτων και των αξιών των «λευκών», των «Ελλήνων» και άλλων, φυλετικά όμως προσδιορισμένων, πληθυσμών. Διεκδικεί το μη αναγώγιμο των πολιτισμικών διαφορών ανάμεσα σε λαούς και φυλές, όπως και την ασυμβατότητα των τρόπων ζωής και των παραδόσεων τους, μια ιδέα η οποία, κατά τον Ετιέν Μπαλιμπάρ, ενυπάρχει --από άλλη βέβαια οπτική-- στον σχετικισμό της φιλελεύθερης ανθρωπολογίας
Όπως επισημαίνει ο Μπαλιμπάρ, σʼ αυτό τον νεορατσισμό «ο πολιτισμός μπορεί να λειτουργεί σαν φύση, ιδιαίτερα σαν a priori τρόπος να εγκλεισθούν άτομα και ομάδες σε μια γενεαλογία, σε προσδιορισμούς μιας ανέκαθεν αμετάλλακτης και αδιαμφισβήτητης καταγωγής» (σ. 37-38), και οφείλει την πολιτική αποτελεσματικότητά του στο γεγονός ότι η ανθρωπότητα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης «διασπάται στο εσωτερικό ενός μόνο πολιτικού χώρου» (σ. 35), οπότε τα ζητήματα της ταυτότητας και της κοινωνικής ένταξης επιδέχονται πολλαπλές προσεγγίσεις και επομένως αναπόφευκτα πολιτικοποιούνται.
***
Στη νεοφασιστική λογική, ο πολιτικός χαρακτήρας των κοινωνικών προβλημάτων ορίζεται με όρους οι οποίοι αναφέρονται στον μεγάλο αριθμό των μεταναστών, την έκταση της εγκληματικότητας, τη γενίκευση της διαφθοράς, τις διαδηλώσεις και τις άλλες μορφές των διεκδικήσεων, την κατάχρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, το πανεπιστημιακό άσυλο και άλλα συναφή: τα ζητήματα αυτά προβάλλονται συστηματικά από τα τηλεοπτικά βήματα και αποδίδονται, εν τέλει, στην αδυναμία του --δημοκρατικού-- πολιτικού συστήματος να τα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά επιβάλλοντας περιορισμούς, όρια, κανόνες και γενικότερα «τάξη».
Τελευταία μάλιστα, κάθε κοινωνικό πρόβλημα (από την ανεργία, την κατάσταση της κοινωνικής ασφάλισης και της δημόσιας υγείας και την περιβαλλοντική υποβάθμιση, μέχρι τη η διάδοση των ναρκωτικών ή την κακή κατάσταση των σχολείων) επαναδιατυπώνεται και αποδίδεται στην ανεξέλεγκτη είσοδο μεταναστών στη χώρα και την αναποτελεσματική αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης. Αυτή η λογική χαρακτηρίζει τα φασιστικά ιδεολογήματα και --με αναφορά στο έθνος και τη φυλή, αλλά κάθε φορά με διαφορετικούς όρους-- προβάλλεται το νεοφασιστικό πολιτικό σχέδιο• αυτό συνέβη πρόσφατα και με την επίθεση στην καθηγήτρια Θάλεια Δραγώνα.
Παρά τις κραυγαλέες υπερβολές της νεοφασιστικής λογικής, η αποδοχή της ιδέας των ανυπέρβλητων φυλετικών και πολιτισμικών διαφορών μπορεί να ορίσει, και κατά τα φαινόμενα ορίζει, πολιτικές θέσεις με βάση τις οποίες τα άτομα ανατοποθετούνται σε μια κοινότητα ομοεθνών ή ομοφύλων και παράλληλα εντάσσουν την κοινότητα αυτή σε μια απλουστευτική μεν, ξεκάθαρη δε, ερμηνευτική αναπαράσταση της κοινωνικής πραγματικότητας. Αποτέλεσμα της λογικής αυτής, όπως το αναπτύσσει ο Ερνέστο Λακλάου στην ανάλυση της φασιστικής ιδεολογίας,iii είναι η «φυλετικοποίηση» της κατηγορίας «λαός» στη βάση της ασυμβατότητας των πολιτισμικών παραδόσεων και αξιών.
Το νεοφασιστικό πολιτικό πρόγραμμα αρνείται μεν τον ρατσισμό, αλλά διεκδικεί το δικαίωμα της πολιτισμικής διαφοράς• αρνείται τη διαφοροποίηση των ανθρώπων, αλλά υπερασπίζεται την καθαρότητα της εθνικής και φυλετικής ταυτότητας. Ταυτόχρονα, η νεοφασιστική πολιτική δράση συνδυάζει προπαγάνδα, κοινοβουλευτική παρουσία και δημόσιες εκδηλώσεις συμβολικής και φυσικής βίας, δημιουργώντας συνθήκες ενός διαρκούς πολέμου, το πεδίο του οποίου παραμένει μονίμως αδιευκρίνιστο και σε μας, αλλά και στους οπαδούς τους.
Η πολιτική αποτελεσματικότητα του νεοφασισμού
Το πρόβλημα με τα νεοφασιστικά ιδεολογήματα είναι η σχετικά ευνοϊκή υποδοχή και η πολιτική τους αποτελεσματικότητα στις μέρες μας, σε ένα κοινωνικό πλαίσιο το οποίο δεν διαμορφώνεται από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, την Επανάσταση των Μπολσεβίκων, την οικονομική κρίση της Βαϊμάρης, τη βιομηχανοποίηση της Ιταλίας, την πολιτική αστάθεια και τους λοιπούς όρους μέσα από τους οποίους αναδύθηκε ο ευρωπαϊκός φασισμός στις διάφορες εκδοχές του. Το κοινωνικό πλαίσιο σήμερα χαρακτηρίζεται από τον μεταφορντισμό της παραγωγής, την οικονομία της γνώσης, την παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου, την πολυπολιτισμικότητα, με λίγα λόγια συγκροτείται από αυτό που έχει αποκληθεί μετανεωτερικότητα.
Αυτό το κοινωνικό πλαίσιο φαίνεται να ευνοεί το νεοφασιστικό πολιτικό σχέδιο, ακριβώς εξαιτίας της ρευστότητας, της ασάφειας, της μερίκευσης, της «τοπικότητας» του σχεδίου αυτού και των ιδεολογημάτων επί των οποίων συγκροτείται. Ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, σύμφωνα με το Ντέιβιντ Χάρβεϋ, είναι ταυτόχρονα παγκόσμιος και τοπικός, αφηρημένος και συγκεκριμένος, οπότε, ως αποτέλεσμα της σύγχυσης η οποία προκαλείται από τον «πραγματικό» χώρο τον οποίο βιώνουμε οικονομικά και πολιτικά, η μεταμοντέρνα και πολυπολιτισμική ευαισθησία ευνοεί τη μερίκευση και την τοπικότητα σε βάρος της καθολικότητας και της παγκοσμιότητας, όπως --τηρουμένων πάντα των ιστορικών αναλογιών-- ο ευρωπαϊκός φασισμός του μεσοπολέμου «πρόβαλλε συγκεκριμένους μύθους σε αντιπαράθεση με τον ορθολογικό ωφελιμισμό του Διαφωτισμού».iv
Οι (ακρο)δεξιές επιθέσεις στην καθηγήτρια Θάλεια Δραγώνα δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν περιπτωσιολογικά και να υποτιμηθούν πολιτικά, γιατί ακριβώς εξαιτίας των χαρακτηριστικών τους πιστοποιούν την εφαρμογή ενός νεοφασιστικού πολιτικού σχεδίου εντός των τειχών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ενός πολιτικού σχεδίου, όμως, το οποίο αναπτύσσεται στο πρόσφορο έδαφος των νεοφιλελεύθερων πολιτικών επιλογών και των πολιτισμικών συνθηκών, τις οποίες δημιουργεί και έχει ανάγκη η παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού. Το βάρος της αντιμετώπισης του φασιστικού πολιτικού σχεδίου επαφίεται, επομένως, για μια ακόμα φορά στην ιστορία πρωτίστως στην Αριστερά. Με τον όρο, βέβαια, της κατανόησης των βλαβερών συνεπειών του εθνικισμού, όταν αναπτύσσεται σε μια ήδη ολοκληρωμένη εθνικά χώρα και ιδίως της κατανόησης της άρρηκτης σχέσης του εθνικισμού με τις νέες και ποικίλες μορφές ρατσισμού. Με τον όρο, δηλαδή, της απαλλαγής της Αριστεράς από τις πολιτικές της αντιφάσεις στην πρόσληψη της σχέσης εθνικισμού και νεορατσισμού.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top