
Aλέξανδρος Τάρκας
Ένταση μακράς διάρκειας στη Μεγαλόνησο και στο Αιγαίο προοιωνίζεται, μετά τη λήξη του πολέμου στο Ιράν, καθώς η Τουρκία ενημερώνει πολλές συμμαχικές κυβερνήσεις ότι «τα F-16 μας θα φύγουν από την Κύπρο μόνον ταυτόχρονα με τα ελληνικά» και όχι νωρίτερα ή υπό άλλες προϋποθέσεις.
Το απειλητικό μήνυμα, που σκόπιμα υποβάλλεται και ενόψει της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ, στην Άγκυρα στις 7 Ιουλίου 2026, βρίσκεται, ασφαλώς, εκτός του πνεύματος της Διακήρυξης των Αθηνών του Δεκεμβρίου 2023. Διαγράφει, επίσης, τις αμοιβαίες, ήπιες δηλώσεις του προέδρου Ρ.Τ. Ερντογάν και του πρωθυπουργού Κυρ. Μητσοτάκη κατά τη συνάντησή τους, στην τουρκική πρωτεύουσα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
Στο προσεχές διάστημα, η Άγκυρα έχει πολλαπλούς στόχους:
Πρώτον, αν η Ελλάδα αποσύρει τα τέσσερα F-16 από την Κύπρο θα υποστεί ήττα ουσίας και εντυπώσεων. Η διαδικασία θα θυμίζει τη συμφωνία αποκλιμάκωσης των Ιμίων, του Ιανουαρίου 1996, με την επιστροφή στην πρότερη κατάσταση (status quo ante) και την αποχώρηση δυνάμεων από «αμφισβητούμενη» περιοχή. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Άγκυρα θα έχει ακυρώσει και το απόλυτο δικαίωμα της νόμιμης κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας να ασκεί την εξωτερική και αμυντική πολιτική της κατά τρόπο που η ίδια κρίνει σκόπιμο, προσκαλώντας δυνάμεις ενός άλλου κράτους-μέλους της Ε.Ε.
Δεύτερον, η δικαιολογία που, ενδεχομένως, θα μπορούσε να επικαλεστεί ο κ. Μητσοτάκης περί λήξης της αποστολής των μαχητικών της Πολεμικής Αεροπορίας, λόγω τερματισμού της εξωτερικής απειλής από το Ιράν, τη Χεζμπολάχ και τους Χούθι, θα είναι ελάχιστα πειστική. Θα πρόκειται για ντε φάκτο ακύρωση του κοινού αμυντικού σχεδιασμού Αθήνας και Λευκωσίας, όπως πάντοτε επιδιώκει η Άγκυρα.
Τρίτον, ο κ. Ερντογάν και οι άμεσοι συνεργάτες του προφανώς λαμβάνουν υπόψη τους το κάκιστο προηγούμενο της προ μηνών δημόσιας διχόνοιας Αθήνας-Λευκωσίας, όταν οι υπουργοί Εξωτερικών και Ενέργειας, Γιώργος Γεραπετρίτης και Σταύρος Παπασταύρου, προσπάθησαν να ρίξουν στον Κύπριο πρόεδρο, Νίκο Χριστοδουλίδη, την ευθύνη του αδιεξόδου στο έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ (Great Sea Interconnector ή «καλώδιο»). Ενώ είναι αυταπόδεικτο ότι η ευθύνη είναι ελλαδική, καθώς οι βυθομετρικές έρευνες που θα διαρκούσαν ως το Δεκέμβριο του 2025 διακόπηκαν μετά την παρέμβαση του Τουρκικού Ναυτικού στην Κάσο τον Ιούλιο του 2024, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έδειχνε προς «διαπλεκόμενα» στην Κύπρο. Και, ασφαλώς, υπάρχουν αντίθετα συμφέροντα στη Λευκωσία, αλλά θα ήταν ανίσχυρα ενώπιον ενός σημαντικού έργου στηριζόμενου από τις τρεις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις, τη Γαλλία (εταιρία Nexans) και την Ε.Ε. ως έργο κοινού ενδιαφέροντος. Ευτυχώς, ο κ. Χριστοδουλίδης είχε την ωριμότητα να δηλώσει ότι «όσοι επενδύουν σε ρήξη της σχέσης μου με τον Έλληνα Πρωθυπουργό, θα απογοητευτούν». Ωστόσο, είναι αναμενόμενο η τουρκική πλευρά να «ποντάρει» σε ένα νέο κύκλο βαθύτατων διαφωνιών με τη -γνωστή και από άλλες υποθέσεις- νοοτροπία εντός του Μαξίμου ότι «δεν θα μπλέξουμε εμείς για χάρη των Κυπρίων».
Τέταρτον, είτε βάσει δόλιου σχεδιασμού είτε λόγω απλής χρονικής σύμπτωσης, η απαίτηση για ταυτόχρονη αποχώρηση των ελληνικών και των τουρκικών F-16 διατυπώνεται εν μέσω της άτυπης μακράς προεκλογικής περιόδου στην Ελλάδα. Ο κ. Μητσοτάκης έλαβε τη σωστή απόφαση της ταχύτατης αποστολής των δύο φρεγατών και των τεσσάρων μαχητικών στη Μεγαλόνησο στις 3 Μαρτίου 2026, αλλά η έκτοτε άγρια επικοινωνιακή εκμετάλλευση ευτελίζει την όλη διαδικασία. Τους επόμενους μήνες, θα επικρατεί μια περίπλοκη κατάσταση με τον Πρωθυπουργό αφενός να επιθυμεί την παράταση των επικοινωνιακών κερδών του και αφετέρου να σταθμίζει ποια είναι η ορθή πορεία των διμερών σχέσεων με την Άγκυρα.
Πέμπτον, ακόμα και αν ο Πρωθυπουργός αποφασίσει την παραμονή των αεροσκαφών στην Κύπρο, η κατάσταση θα είναι σοβαρή, απαιτώντας μεγάλη ετοιμότητα εκ μέρους της Αθήνας και της Λευκωσίας. Πέρα από το ενδεχόμενο πρόκλησης τεχνητής στρατιωτικής έντασης, η τουρκική διπλωματία θα επιχειρήσει να δώσει διμερή διάσταση στο διεθνές πρόβλημα εισβολής και κατοχής της Κύπρου με την απαίτηση διαπραγμάτευσης για τα μαχητικά. Στο όλο μίγμα θα προστεθεί η στάση του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ και αρκετών ισχυρών μελών της Ε.Ε. που εμμένουν στην τακτική ότι «δεν πρέπει να δυσαρεστείται» η Τουρκία, ώστε να παραμείνει κοντά στη Δύση.
Η τουρκική απαίτηση για τα F-16 ακολουθεί την επιστολή «διαμαρτυρίας» προς τον γ.γ. του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, για τη μεταφορά συστοιχίας Patriot στην Κάρπαθο και τη «στρατιωτικοποίηση» των Δωδεκανήσων. Πάντως, προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση ότι, ως τώρα τουλάχιστον, η Άγκυρα δεν θέτει ζήτημα και αποχώρησης των ελληνικών φρεγατών. Ίσως, ακολουθήσει και αυτό το αίτημα, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο. Γιατί η Άγκυρα γνωρίζει ότι το Πολεμικό Ναυτικό υποστηρίζει και συμμαχικές ανάγκες όσο συνεχίζεται ο πόλεμος κατά του Ιράν, ενώ, σε επόμενη φάση, θα συμμετάσχει σε «αμυντικές» ναυτικές επιχειρήσεις με πρωτοβουλία της Γαλλίας και σε συντονισμό με την Ε.Ε.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου