
ΟΟΣΑ και διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν: Η εκρηκτική αύξηση αμυντικών δαπανών δεν εγγυάται βιώσιμη ανάπτυξη.
Η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια νέα περίοδο έντονης στρατιωτικοποίησης, με τις αμυντικές δαπάνες να επιστρέφουν σε επίπεδα που θυμίζουν Ψυχρό Πόλεμο. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ και πρόσφατες διεθνείς αναλύσεις, η δυναμική αυτή ενδέχεται να κρύβει σοβαρούς μακροοικονομικούς κινδύνους.Εκρηκτική αύξηση δαπανών – αλλά με κόστος
Η τάση είναι σαφής: τα κράτη αυξάνουν ταχύτατα τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς. Σύμφωνα με στοιχεία του ΝΑΤΟ, οι αμυντικές δαπάνες στην Ευρώπη και τον Καναδά αυξήθηκαν κατά περίπου 20% το 2025, καθώς οι χώρες επιδιώκουν να φτάσουν ακόμη και το 5% του ΑΕΠ σε βάθος δεκαετίας
Παράλληλα, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η αύξηση αυτή ασκεί ήδη πίεση στα δημόσια οικονομικά, με πολλές χώρες να καταφεύγουν σε δανεισμό ή αύξηση ελλειμμάτων για να τη χρηματοδοτήσουν
«Λίγες χώρες κατάφεραν να αυξήσουν σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες χωρίς επιδείνωση των δημοσιονομικών τους», αναφέρεται χαρακτηριστικά στις εκθέσεις του οργανισμού.
Περιορισμένη οικονομική απόδοση
Η βασική διαπίστωση των διεθνών οργανισμών είναι ότι τα οικονομικά οφέλη είναι περιορισμένα και κυρίως προσωρινά.
Μελέτες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ότι ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής της στρατιωτικής δαπάνης κινείται συνήθως κάτω από τη μονάδα (0,4–1,1), γεγονός που σημαίνει ότι η επίδραση στο ΑΕΠ είναι μέτρια και εξασθενεί με τον χρόνο
«Η αύξηση των αμυντικών δαπανών ενισχύει βραχυπρόθεσμα τη ζήτηση, αλλά τα οφέλη μειώνονται καθώς αυξάνονται επιτόκια και φόροι», υπογραμμίζουν οικονομολόγοι.
Νικητές και χαμένοι της νέας κούρσας
Η νέα αυτή πραγματικότητα δημιουργεί σαφείς ανισότητες: Κερδισμένοι: χώρες με ισχυρή αμυντική βιομηχανία (ΗΠΑ, Γαλλία, Νότια Κορέα κ.ά.), όπου η δαπάνη μεταφράζεται σε παραγωγή και απασχόληση
Χαμένοι: χώρες με υψηλό χρέος και εξάρτηση από εισαγωγές εξοπλισμών
Είναι χαρακτηριστικό ότι περίπου 64% των εισαγωγών όπλων των ευρωπαϊκών χωρών προέρχεται από τις ΗΠΑ, περιορίζοντας την εγχώρια οικονομική διάχυση
«Σκληρή ισχύς» αντί για ανάπτυξη
Ένα ακόμη κρίσιμο εύρημα είναι η μετατόπιση πόρων από την ανάπτυξη προς την άμυνα.
Σύμφωνα με διεθνείς αναλύσεις, οι μεγάλες οικονομίες του ΟΟΣΑ δαπανούν έως και 7 φορές περισσότερα για άμυνα απ’ ό,τι για ανάπτυξη και διπλωματία
Αυτό δημιουργεί ένα νέο «παράδοξο ασφάλειας»:«Περισσότερη στρατιωτική ισχύς δεν συνεπάγεται απαραίτητα μεγαλύτερη σταθερότητα».
Το κρίσιμο έλλειμμα: Έρευνα & Καινοτομία
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, δεν είναι το ύψος των δαπανών αλλά η σύνθεσή τους.Το μεγαλύτερο μέρος κατευθύνεται σε αγορές εξοπλισμών
Περιορισμένο ποσοστό επενδύεται σε έρευνα και ανάπτυξη (R&D)
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι μόνο όταν οι στρατιωτικές δαπάνες συνδέονται με τεχνολογική καινοτομία δημιουργούνται μακροχρόνια οφέλη παραγωγικότητας.
Μακροπρόθεσμος κίνδυνος: Δημοσιονομική ασφυξία
Η αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών έρχεται σε μια περίοδο ήδη υψηλών πιέσεων:γήρανση πληθυσμού
αυξημένες δαπάνες υγείας
επενδύσεις για την πράσινη μετάβαση
Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι χωρίς σαφή στρατηγική χρηματοδότησης:«η αμυντική επέκταση μπορεί να εξελιχθεί σε μόνιμο βάρος για τα δημόσια οικονομικά».
Η νέα παγκόσμια κούρσα εξοπλισμών δεν αποτελεί απλώς γεωπολιτική εξέλιξη, αλλά και βαθιά οικονομική πρόκληση.
Βραχυπρόθεσμα μπορεί να λειτουργεί ως «ένεση» ζήτησης. Μακροπρόθεσμα όμως:δεν εγγυάται βιώσιμη ανάπτυξη
επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά
εντείνει τις ανισότητες μεταξύ χωρών
Η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί από ένα κρίσιμο ερώτημα: Θα μετατραπούν οι αμυντικές δαπάνες σε επενδύσεις καινοτομίας — ή θα παραμείνουν απλώς κόστος;
Ελληνική και ευρωπαϊκή διάσταση: Ανάμεσα σε ασφάλεια και δημοσιονομικά όρια
Η νέα αυτή εξοπλιστική δυναμική αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα και συνολικά την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου η ανάγκη ενίσχυσης της άμυνας συνυπάρχει με αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Για την Ελλάδα, η οποία ήδη συγκαταλέγεται στις χώρες με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ εντός του ΝΑΤΟ, το βασικό ζητούμενο δεν είναι μόνο το ύψος των δαπανών αλλά η ποιότητά τους.
Η εξάρτηση από εισαγωγές εξοπλισμών περιορίζει τη διάχυση των οικονομικών οφελών στην εγχώρια οικονομία, ενώ το υψηλό δημόσιο χρέος εντείνει τους κινδύνους που επισημαίνει ο ΟΟΣΑ.
«Η πρόκληση για χώρες όπως η Ελλάδα είναι διπλή: να διατηρήσουν την αποτρεπτική ισχύ χωρίς να υπονομεύσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα», σημειώνουν Ευρωπαίοι αναλυτές.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συζήτηση επικεντρώνεται πλέον όχι μόνο στην αύξηση των δαπανών, αλλά κυρίως στον συντονισμό και την κοινή βιομηχανική πολιτική. Πρωτοβουλίες για ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και κοινές προμήθειες επιχειρούν να περιορίσουν τον κατακερματισμό και την εξάρτηση από τρίτες χώρες.
Ωστόσο, το βασικό δίλημμα παραμένει: περισσότερη στρατιωτική αυτονομία
ή διατήρηση δημοσιονομικής πειθαρχίας
Η ισορροπία αυτή γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη σε ένα περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων και πολλαπλών δημοσιονομικών απαιτήσεων — από την πράσινη μετάβαση έως τη στήριξη των κοινωνικών συστημάτων.
Η ευρωπαϊκή και ελληνική εμπειρία επιβεβαιώνει το βασικό συμπέρασμα των διεθνών οργανισμών: Οι αμυντικές δαπάνες μπορούν να ενισχύσουν την ασφάλεια — αλλά όχι αυτόματα και την οικονομία.
Χωρίς στρατηγική επένδυση σε εγχώρια παραγωγή, καινοτομία και διακρατική συνεργασία, η νέα εξοπλιστική κούρσα κινδυνεύει να εξελιχθεί σε έναν ακόμη κύκλο υψηλών δαπανών με περιορισμένο αναπτυξιακό αποτύπωμα.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου