GuidePedia

0

Περικλής Ζορζοβίλης
Η πρόσφατη επίσκεψη στην Αθήνα του ισραηλινού υπουργού Άμυνας Ισραήλ Κατζ, σηματοδοτεί την περαιτέρω ενδυνάμωση των διμερών σχέσεων και την εξέλιξη τους σε εταιρική στρατηγική σχέση ιδιαίτερα σε ότι αφορά τον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ελληνο-ισραηλινές στρατιωτικές σχέσεις παρουσιάζουν ισχυρή δυναμική. Το 1999, οι δύο χώρες είχαν υπογράψει συμφωνία στρατιωτικής-τεχνικής συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένων και εξοπλιστικών προγραμμάτων, εκ των οποίων ουδέν είχε δρομολογηθεί, ούτε εν μέρει, με την ευθύνη να βαραίνει την ελληνική πλευρά.

Μπορεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας να βρίσκονται σχεδόν αποκλειστικά οι ελληνικές προμήθειες ισραηλινής προέλευσης οπλικών συστημάτων, όσες έχουν ήδη συμβασιοποιηθεί και όσες προγραμματίζονται, όμως η ελληνο-ισραηλινή στρατιωτική συνεργασία περιλαμβάνει ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων. Ανταλλαγές επισκέψεων στρατιωτικής ηγεσίας, παρατηρητών σε ασκήσεις και εκπαιδευτικές δραστηριότητες, προσωπικού για συμμετοχή σε σχολεία και σεμινάρια, διεξαγωγή κοινών ασκήσεων, ανταλλαγή τεχνογνωσίας σε θέματα οπλικών συστημάτων και τεχνικής υποστήριξης και συνεργασία σε τομείς όπως οι επιχειρήσεις και οι στρατιωτικές πληροφορίες.

Μέχρι σήμερα, οι σχέσεις Ελλάδας-Ισραήλ έχουν περάσει από χίλια μύρια κύματα, έχοντας κυμανθεί από σχεδόν εχθρικές μέχρι την παρούσα οιωνεί αμυντική συμμαχία, ως αποτέλεσμα της στρατηγικής συνεργασίας που οικοδομήθηκε στη βάση κοινών απειλών και συμφερόντων. Επίσης, η σχέση εξελίχθηκε παράλληλα με την αλλαγή στάσης απέναντι στις ΗΠΑ.

Τη δεκαετία του 1980, η στάση της Ελλάδας ήταν ακραιφνώς φιλοπαλαιστινιακή, καθώς η ελληνική εξωτερική πολιτική επικέντρωνε στον αραβικό κόσμο, έχοντας την προσδοκία μαζικής υποστήριξης του στο Κυπριακό αλλά και λόγω ενεργειακής εξάρτησης από τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του Κόλπου, που τη δεκαετία του 1970 είχαν επιβάλλει εμπάργκο στη Δύση, με στόχο την αλλαγή της φιλοϊσραηλινής πολιτικής της.

Η Αθήνα εθεωρείτο έδρα της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) του Γιασέρ Αραφάτ, του ιστορικού Παλαιστίνιου ηγέτη και προσωπικού φίλου του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου. Ωστόσο και από ισραηλινής πλευράς, κυρίαρχη ήταν η ανάγκη να μην προκληθεί ζημιά στη σχέση ισορροπίας που υπήρχε με την κεμαλική Τουρκία, με την οποία υπήρχε στρατιωτική συνεργασία.

Το 1990, επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η Ελλάδα προχώρησε στην αναγνώριση του εβραϊκού κράτους. Η απόφαση αυτή που μόνο εύκολη δεν ήταν, αποτελεί ορόσημο στη σταδιακή πορείας 35 ετών που μας οδήγησε στη σημερινή κατάσταση. Είναι προφανές ότι οι διμερείς σχέσεις κυμαίνονταν αναλόγως των πολιτικών εξελίξεων εντός κι εκτός της χώρας, με την ελληνική θέση να επηρεάζεται από την εσωτερική πολιτική σκοπιμότητα και τη γεωπολιτική συγκυρία.

Και όμως, την ίδια δεκαετία υπήρξε αλματώδης ανάπτυξη των σχέσεων Ισραήλ-Τουρκίας με επέκταση της συνεργασίας των δύο χωρών στον τομέα των εξοπλισμών και της αμυντικής βιομηχανίας (π.χ. εκσυγχρονισμός των τουρκικών αρμάτων M60 στην έκδοση Sabra II με ισραηλινή τεχνολογία, προμήθεια κατευθυνόμενων βλημάτων αέρος – εδάφους Popeye, περιπλανώμενων πυρομαχικών Harpy για την καταστολή αεράμυνας, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, κ.α.).

Μια άγνωστη λεπτομέρεια…

Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι πριν την αναβάθμιση των σχέσεων τους με την Άγκυρα, οι Ισραηλινοί είχαν βολιδοσκοπήσει την Αθήνα, η οποία επιδεικνύοντας τα συνήθη συντηρητικά αντανακλαστικά και τη στρατηγική αμηχανία της, οδήγησε τους Ισραηλινούς στην … αγκαλιά των Τούρκων. Η μεγάλη αλλαγή στην ελληνική στάση ήρθε με τη φιλοδυτική στροφή που ολοκλήρωσε η κυβέρνηση Σημίτη. Η κρίση των Ιμίων και η παρουσία του Άκη Τσοχατζόπουλου στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας, άλλαξε θεαματικά τα δεδομένα.

Η υπέρβαση της αμοιβαίας καχυποψίας, η έναρξη της διαδικασίας εξομάλυνσης και στη συνέχεια της σταδιακής βελτίωσης των διμερών σχέσεων βοηθήθηκε επίσης και από την εξαιρετική χημεία μεταξύ του τότε υπουργού Εθνικής Άμυνας και του ομόλογου του αλλά και γενικότερα την ισραηλινή κυβέρνηση. Απότοκο της διαδικασίας ήταν η «Πρόσθετη συμφωνία στρατιωτικής – τεχνικής συνεργασίας» που υπογράφτηκε στις 14 Οκτωβρίου 1999 στο Τελ Αβίβ.

Η επικράτηση των ισλαμικών δυνάμεων στην Τουρκία το 2003 με την ανάδειξη του Ερντογάν στην ηγεσία της Τουρκίας και η διαδικασία επικράτησης στο εσωτερικό της χώρας έναντι των Κεμαλιστών, αποτέλεσε θρυαλλίδα για τη μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Η καχυποψία των Ισραηλινών απέναντι σε οτιδήποτε ισλαμικό και η σταδιακή πολιτική ενδυνάμωσή του Ερντογάν, που όμως επετεύχθη και με την αξιοποίηση της πολιτικά αποδοτικής στην πλειοψηφία της τουρκικής κοινωνίας αντισημιτικής ρητορικής, έγειρε την πλάστιγγα οριστικά προς την πλευρά των δυο χωρών του Ελληνισμού. Της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ωστόσο, στο Ισραήλ είχαν πριν πολλά χρόνια εντοπίσει την Κύπρο ως κομβικής σημασίας παράγοντα για την εθνική τους ασφάλεια. Αφενός αναπλήρωνε την έλλειψη στρατηγικού βάθους του εβραϊκού κράτους, ενώ αποτελούσε πυλώνα της γέφυρας που επέτρεπε τη σύνδεση του Ισραήλ -μοναδικού δυτικού κράτους στη Μέση Ανατολή- με τους δυτικούς θεσμούς συνεργασίας και ασφάλειας (ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ένωση), που αποτελούσε στρατηγικό στόχο του Τελ Αβίβ.

Την «ταφόπλακα» στις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις απετέλεσε η επέμβαση, στις 31 Μαΐου 2010, των ισραηλινών δυνάμεων ειδικών επιχειρήσεων στο τουρκικό «Μαβί Μαρμαρά» όπου επέβαιναν ακτιβιστές -με σαφή υποστήριξη και χρηματοδότηση από μη κυβερνητικές οργανώσεις, τουρκικές και μη- εκ των οποίων κάποιες φερόταν να σχετίζονται άμεσα με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα.

Αυτή ακριβώς η διάσταση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας διεθνοποιούσε την απειλή που συνιστούσε η Τουρκία, καθώς υπήρχε προοπτική συντονισμού της δράσης ομάδας χωρών, της Αιγύπτου συμπεριλαμβανομένης, με αποτέλεσμα να αντιμετωπιστεί θανάσιμος κίνδυνος. Παρά την πριν μερικά χρόνια, με αμερικανική παρέμβαση, προσπάθεια έναρξης διαδικασίας εξομάλυνσης των σχέσεων Τελ Αβίβ – Άγκυρας, το ζήτημα της Συρίας αποτελεί πλέον το νέο πεδίο αντιπαράθεσης τους, και μάλιστα μετωπικής.

Quo Vadis?

Η επόμενη ημέρα στις ελληνο-ισραηλινές σχέσεις δεν μπορεί να αποτινάξει τη συνύπαρξη της απλότητας και της πολυπλοκότητας του γεωπολιτικού περιβάλλοντος στο οποίο βρίσκονται. Απλότητα διότι η κοινή απειλή τις συνδέει με τον πιο άρρηκτο δεσμό, ενώ ακολουθεί και πλήθος άλλων κοινών συμφερόντων. Και πολυπλοκότητα όμως, καθώς οι διπλωματικοί χειρισμοί που θα αποτρέψουν την εμφάνιση της Ελλάδας ως εμπολέμου σε άλλα μέτωπα και θα περιπλέξουν άλλες διμερείς σχέσεις, είναι ιδιαίτερα λεπτοί.

Σημασία έχει βέβαια, ότι και οι δύο χώρες αντιλαμβάνονται πλέον τη διασύνδεση του γεωπολιτικού μέλλοντός τους. Πολλά θα κρίνει και ο άτυπος ψυχολογικός δεσμός που οικοδομείται σταθερά την τελευταία δεκαετία. Εκτός από στερεότυπα δεκαετιών που έχει κατεδαφίσει, σε μια χώρα η οποία στερείται στρατηγικού βάθους, η Ελλάδα και η Κύπρος μοιάζουν με δεύτερο σπίτι…

Ταυτόχρονα όμως, η επόμενη ημέρα καλεί την Αθήνα να απελευθερωθεί από τα συνήθη συντηρητικά αντανακλαστικά και τη στρατηγική αμηχανία της για να μπορέσει να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που διανοίγονται.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top