GuidePedia

0




Λυγερού Νεφέλη
Μόνο πρωτάρης πολιτικός δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ο Ερντογάν. Έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου πριν βρεθεί στην κορυφή και παραμένει στο πηδάλιο της Τουρκίας εδώ και 19 χρόνια. Πρέπει να του αναγνωριστεί ότι ανήκει στο είδος των ηγετών που αφήνουν βαθύ αποτύπωμα, για το καλύτερο ή και για το χειρότερο. Η γεωπολιτική σχοινοβασία του μπορεί μέχρι τώρα να του έχει φέρει περισσότερα κέρδη από χασούρα, αλλά το φινάλε του έργου δεν το έχουμε ακόμα δει.

Έχουμε, ωστόσο, δει τη –σε μεγάλο βαθμό μεθοδευμένη– σημερινή κρίση της τουρκικής οικονομίας, η οποία αποτελεί την μεγαλύτερη πρόκληση της πολυετούς εξουσίας του. Κι αυτό, επειδή αποδεικνύεται από τα γεγονότα πως δεν διατεθειμένος να αναλάβει το πολιτικό κόστος για να την αντιμετωπίσει. Εξάλλου, ούτε η μονοκρατορία που έχει ήδη, ως ένα βαθμό, εγκαθιδρύσει στο εσωτερικό της Τουρκίας με όπλο την αλλαγή του Συντάγματος και την επικράτησή του στις εκλογές της 24ης Ιουνίου 2018, είναι σε θέση να τον θωρακίσει από τις επιπτώσεις μίας αντιπαράθεσης διαρκείας με τη Δύση. Αυτή είναι που σφίγγει σιγά-σιγά τη θηλιά γύρω από τον λαιμό της τουρκικής οικονομίας, αν και προς το παρόν του αφήνει ακόμα διέξοδο.

Η οικονομική κρίση που τώρα απειλεί την κυριαρχία του στην πολιτική σκηνή, ήταν αυτή που το 2002 είχε παίξει αποφασιστικό ρόλο για την άνοδό του στο κέντρο της πολιτικής σκηνής. Ήταν η μεγάλη υποτίμηση της τουρκικής λίρας και η κατάρρευση των λαϊκών εισοδημάτων εκείνη την εποχή που είχε πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων κόμματα εξουσίας και είχε φέρει στην πρώτη θέση το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, το οποίο είχε προέλθει από διάσπαση του Κόμματος Ευημερίας του Νετζμεντίν Ερμπακάν, του πατέρα του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ.

Η παρατεταμένη και με υψηλούς ρυθμούς οικονομική μεγέθυνση τα τελευταία 10-12 επόμενα χρόνια ήταν καθοριστικός παράγοντας (μαζί με το νεοοθωμανικό ισλαμικό ιδεολόγημα) για να κερδίσει την ψήφο της “βαθιάς Τουρκίας” και κατά συνέπεια για να κερδίσει τον εσωτερικό πόλεμο εναντίον του κεμαλικού βαθέος κράτους. Από το 2002 η τουρκική οικονομία σχεδόν διπλασιάστηκε πριν αρχίσει η κρίση της τουρκικής λίρας και η κάθοδος. Εκείνο το κλίμα ευφορίας ήταν που είχε συνεπάρει και τις μεγάλες μάζες της Ανατολίας, οι οποίες συντάχθηκαν με τον Ταγίπ Ερντογάν, θεωρώντας δικαιολογημένα ότι, εκτός της ιδεολογικής επαγγελίας, βελτίωσε δραστικά τις ζωές τους.

Η ώρα του κατήφορου

Έπειτα, όμως, από μία μακρά περίοδο ταχείας οικονομικής ανάπτυξης, που κατά βάση στηρίχτηκε στις ξένες επενδύσεις και στον ξένο δανεισμό, η Τουρκία έχει τα τελευταία χρόνια εισέλθει σε μία παρατεταμένη οικονομική κρίση, η οποία χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη υποτίμηση της τουρκικής λίρας, τον πληθωρισμό και την εντεινόμενη ανεργία. Η κατάληψη εδαφών στη Συρία και οι επιτυχείς στρατιωτικές επεμβάσεις στη Λιβύη και στο Ναγκόρνο Καραμπάχ μπορεί να έδωσαν εκλογικούς πόντους στον Ερντογάν, λόγω του εθνικιστικού πυρετού που χαρακτηρίζει την τουρκική κοινωνία, αλλά στο επίπεδο της οικονομίας κόστισε, όπως κοστίζει η στρατιωτική επέκταση.

Οι κρίσιμοι παράγοντες, όμως, ήταν αφ’ ενός η απομάκρυνση και αντιπαράθεση με τη Δύση, αφ’ ετέρου η επιλογή του Τούρκου προέδρου –για προφανείς πολιτικούς-εκλογικούς λόγους– να συνεχίσει την επεκτατική οικονομική πολιτική. Η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τη Δύση προκάλεσε μία αντιστοίχως κλιμακούμενη κρίση εμπιστοσύνης προς την Τουρκία, γεγονός που με τη σειρά της προκάλεσε αυξανόμενη φυγή δυτικών κεφαλαίων και δυσκολίες στον αναγκαίο για την αναχρηματοδότηση του –όχι μεγάλου– δημόσιου χρέους με δανεισμό. Η κρίση. όπως προαναφέραμε, εμφανίζεται κυρίως στο νομισματικό επίπεδο με την κατρακύλα της τουρκικής λίρας και στον πληθωρισμό που έχει ξεφύγει.

Για να κατανοήσει κανείς τη θέση της Τουρκίας, η οποία βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, οφείλει να αποκωδικοποιήσει τον μετασχηματισμό που της επέβαλε ο σημερινός ηγέτης της. Στην πρώτη περίοδο της πρωθυπουργίας του, ο Ερντογάν ήταν το αγαπημένο παιδί της Δύσης. Είχε ταχθεί υπέρ του ευρωπαϊκού προσανατολισμού και προχώρησε σε έναν ελεγχόμενο συντηρητικό εκδημοκρατισμό. Ήταν η εποχή που απέναντί του είχε το βαθύ κεμαλικό κράτος, το οποίο συνωμοτούσε και έκανε τα πάντα για να βάλει τρικλοποδιά στη νεοοθωμανική κυβέρνηση.

Γεωπολιτική σχοινοβασία

Όταν –με την υποστήριξη του δικτύου του ιμάμη Γκιουλέν και με αλλεπάλληλες εκλογικές νίκες– κατάφερε να ξεδοντιάσει το παρηκμασμένο κεμαλικό καθεστώς, ο Ερντογάν ξεδίπλωσε την πολιτική ατζέντα που μέχρι τότε έκρυβε επιμελώς. Διεκδίκησε έναν αυτόνομο γεωπολιτικό ρόλο, μη διστάζοντας να έρθει σε τριβές με την Ουάσιγκτον. Όταν μάλιστα το δίκτυο του Γκιουλέν, που ατύπως καθοδηγείται από αμερικανικές υπηρεσίες, προσπάθησε να τον πιέσει, διεξάγοντας μυστική έρευνα για διαφθορά, ο Ερντογάν δεν δίστασε να κηρύξει τον πόλεμο στον άλλοτε στενό σύμμαχό του.

Έτσι φτάσαμε στην απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούλιο του 2016 και στις μαζικές εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν στις ένοπλες δυνάμεις, στις μυστικές υπηρεσίες, στην αστυνομία, στη Δικαιοσύνη, αλλά και σε όλο τον δημόσιο τομέα και στα πανεπιστήμια. Ουσιαστικά, ο Τούρκος πρόεδρος ξήλωσε τα κάθε είδους δίκτυα δυτικής διείσδυσης και επιρροής στο κράτος και στην κοινωνία της Τουρκίας.

Με το δημοψήφισμα του 2017 και με τη νίκη του στις προεδρικές και βουλευτικές εκλογές, ο Ερντογάν αναδείχθηκε νεοσουλτάνος. Κατέχει θεσμικά πρωτοφανείς υπερεξουσίες, τις οποίες κανένας ηγέτης της Τουρκίας δεν διέθετε. Ούτε καν ο ιδρυτής της Τουρκικής Δημοκρατίας Κεμάλ. Στο σύστημα αυτό δεν υπάρχει πρωθυπουργός και ο ρόλος του Υπουργικού Συμβουλίου στη διακυβέρνηση υποβιβάστηκε.
Νεοαυτοκρατορικός μεγαλοϊδεατισμός

Ο τουρκοσουνιτικός νεοαυτοκρατορικός μεγαλοϊδεατισμός του Ερντογάν ήταν που προκάλεσε αστάθεια στις σχέσεις του με τη Δύση, η οποία σταδιακά αλλά σταθερά τον είδε να μετατρέπεται από δυτικόφιλο “ισλαμοδημοκράτη”, πρότυπο για τον μουσουλμανικό κόσμο (έτσι τον θεωρούσαν τότε στη Δύση) σε ηγέτη που απομάκρυνε την Τουρκία από το δυτικό στρατόπεδο. Έβλεπε τον εαυτό του σαν ένα αυτόνομο διεθνή παράγοντα, που έπαιζε για λογαριασμό του κι όχι για λογαριασμό των Αμερικανών και ευρύτερα των Δυτικών.

Ο Ερντογάν έχει πλέον βεβαρημένο μητρώο, αφού το καθεστώς του έχει διαπλακεί με την ισλαμική τρομοκρατία στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική. Έχει παραβιάσει το αμερικανικό εμπάργκο έναντι του Ιράν, έχει εμπλακεί στα πολεμικά μέτωπα Συρίας, του Ιράκ, της Λιβύης και του Ναγκόρνο Καραμπάχ, έχει διαταράξει τις σχέσεις με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, έχει αγοράσει τους ρωσικούς S-400 κι αρκετά άλλα.

Σημείο καμπής ήταν η προσέγγιση με τη Μόσχα. Τότε ήταν που οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις κλονίστηκαν αποφασιστικά. Και ουσιαστικά πήραν διαστάσεις άτυπης ρήξης μετά το πραξικόπημα του 2016 και τις μαζικές εκκαθαρίσεις δυτικόφιλων. Μπορεί η Ουάσινγκτον να μην έχει ακόμα ξεγράψει την Τουρκία του Ερντογάν, αλλά είναι σαφές ότι ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι. Οι Αμερικανοί συνεχίζουν να ελπίζουν πως θα επαναφέρουν την Τουρκία επί Ερντογάν ή όταν αυτός βγει από το κάδρο της εξουσίας, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να επιστρέψει εκεί που ήταν το 2002. Ακόμα κι αν το 2023 κλείσει ο κύκλος του, ο Ερντογάν έχει αλλάξει οριστικά τη χώρα του. Μπορεί, ωστόσο, αυτή η αλλαγή να αποδειχθεί υψηλού κόστους για τη γειτονική χώρα.

πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top